Σαν σήμερα, 29 Δεκεμβρίου 1940: Το υποβρύχιο «Πρωτεύς» βυθίζει ανατολικά του Μπρίντιζι το ιταλικό οπλιταγωγό «Σαρδηνία»

Η 29η Δεκεμβρίου του 1940 έχει καταγραφεί με χρυσά αλλά και αιματηρά γράμματα στις σελίδες της ελληνικής ναυτικής ιστορίας. Στην παγωμένη Αδριατική, λίγο έξω από το λιμάνι του Μπρίντιζι, το υποβρύχιο «Πρωτεύς» (Y-3) έγραψε τον επίλογο της ένδοξης πορείας του, προσφέροντας στο ελληνικό έθνος μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές αυταπάρνησης κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Η βύθιση του ιταλικού οπλιταγωγού «Sardegna» και η επακόλουθη απώλεια του ελληνικού σκάφους με ολόκληρο το πλήρωμά του, παραμένει έως σήμερα ένα σύμβολο του ηρωισμού που επέδειξαν οι Έλληνες ναυτικοί απέναντι σε έναν τεχνολογικά υπέρτερο αντίπαλο.
Το πλαίσιο της αποστολής και το θέατρο των επιχειρήσεων
Κατά τους πρώτους μήνες του πολέμου, το Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό είχε επωμιστεί το κρίσιμο έργο της διακοπής των γραμμών ανεφοδιασμού του ιταλικού στρατού που μαχόταν στα βουνά της Αλβανίας. Τα ελληνικά υποβρύχια, αν και παλαιάς τεχνολογίας —ο «Πρωτεύς» είχε ναυπηγηθεί στη Γαλλία στα τέλη της δεκαετίας του 1920—, αποτελούσαν την αιχμή του δόρατος σε αυτή την προσπάθεια. Υπό τις διαταγές του Πλωτάρχη Μιχαήλ Χατζηκωνσταντή, το υποβρύχιο απέπλευσε για την τρίτη πολεμική του περιπολία με στόχο τον εντοπισμό και την προσβολή εχθρικών νηοπομπών που μετέφεραν στρατεύματα και πολεμικό υλικό από την Ιταλία προς το λιμάνι του Αυλώνα. Οι συνθήκες στην Αδριατική ήταν εξαιρετικά αντίξοες, με σφοδρές θαλασσοταραχές και τον κίνδυνο των ιταλικών αντιτορπιλικών να παραμονεύει σε κάθε μίλι.
Η ενέδρα και η βύθιση του οπλιταγωγού Σαρδηνία
Τις πρωινές ώρες της 29ης Δεκεμβρίου, ο «Πρωτεύς» βρισκόταν σε κατάδυση ανατολικά του Μπρίντιζι, παραμονεύοντας σε μια από τις πιο καλά φυλασσόμενες θαλάσσιες ζώνες του εχθρού. Περίπου στις 10:00 το πρωί, οι οπτήρες εντόπισαν μια μεγάλη ιταλική νηοπομπή που αποτελούνταν από τα οπλιταγωγά «Sardegna», «Piemonte» και «Italia», τα οποία συνοδεύονταν από το τορπιλοβόλο «Antares» και άλλα βοηθητικά σκάφη. Παρά το γεγονός ότι η νηοπομπή προστατευόταν ισχυρά, ο Χατζηκωνσταντής αποφάσισε να επιτεθεί. Με εξαιρετική ψυχραιμία και ναυτική τέχνη, ο «Πρωτεύς» πλησίασε σε απόσταση βολής και εξαπέλυσε δύο τορπίλες εναντίον του «Sardegna», ενός πλοίου 11.452 τόνων που μετέφερε εκατοντάδες Ιταλούς στρατιώτες.
Η έκρηξη ήταν συγκλονιστική. Οι τορπίλες έπληξαν καίρια το ιταλικό σκαρί, προκαλώντας του ανεπανόρθωτες ζημιές. Το «Sardegna» άρχισε να παίρνει κλίση και μέσα σε λίγα λεπτά βυθίστηκε, παρασύροντας στον υγρό τάφο πολλούς από τους επιβαίνοντες. Ήταν ένα καίριο πλήγμα στο ιταλικό γόητρο και στην εφοδιαστική αλυσίδα του εχθρού, όμως η επιτυχία αυτή έμελλε να πληρωθεί με το ακριβότερο τίμημα. Η θέση του ελληνικού υποβρυχίου είχε πλέον αποκαλυφθεί λόγω των ιχνών των τορπιλών και της ανατάραξης της επιφάνειας της θάλασσας κατά την εκτόξευση.
Η αντεπίθεση του Antares και ο τραγικός εμβολισμός
Αμέσως μετά την επίθεση, το ιταλικό τορπιλοβόλο «Antares» αντέδρασε με ταχύτητα και μένος. Το ελληνικό υποβρύχιο προσπάθησε να εκτελέσει κατάδυση σε μεγάλο βάθος για να ξεφύγει από την ανίχνευση, όμως ένα τεχνικό σφάλμα ή η διατάραξη της άνωσης το ανάγκασε να αναδυθεί προσωρινά ή να αφήσει ορατό το ίχνος του. Ο κυβερνήτης του «Antares» εντόπισε το περισκόπιο ή τον πυργίσκο του «Πρωτέα» και διέταξε άμεση επίθεση με εμβολισμό. Με πλήρη ταχύτητα, το ιταλικό σκάφος έπεσε πάνω στο ελληνικό υποβρύχιο, χτυπώντας το με την ενισχυμένη του πλώρη. Η σύγκρουση ήταν μοιραία. Το σώμα του «Πρωτέα» σχίστηκε, επιτρέποντας στα παγωμένα νερά της Αδριατικής να κατακλύσουν το εσωτερικό του μέσα σε δευτερόλεπτα.
Για να διασφαλίσουν την καταστροφή, οι Ιταλοί έριξαν επιπλέον έντεκα βόμβες βυθού στο σημείο της βύθισης. Ο «Πρωτεύς» χάθηκε στα βάθη της θάλασσας, παρασύροντας μαζί του τον ηρωικό Πλωτάρχη Χατζηκωνσταντή και τα 47 μέλη του πληρώματος. Δεν υπήρξε κανένας επιζών. Η θυσία τους ήταν ολοκληρωτική, σφραγίζοντας μια από τις πιο δραματικές αναμετρήσεις του ναυτικού πολέμου στη Μεσόγειο. Το πλήρωμα του «Πρωτέα» πέρασε στην αθανασία, έχοντας εκτελέσει το καθήκον του στο ακέραιο, σε μια αποστολή που εξαρχής έμοιαζε με πορεία προς την αυτοθυσία.
Η μνήμη και η ιστορική δικαίωση των ηρώων
Η είδηση της απώλειας του «Πρωτέα» προκάλεσε θλίψη στην Ελλάδα, αλλά ταυτόχρονα ενίσχυσε το φρόνημα του λαού και των ενόπλων δυνάμεων. Η επιτυχία της βύθισης ενός τόσο μεγάλου οπλιταγωγού μέσα στην έδρα του αντιπάλου απέδειξε ότι η ψυχή του Έλληνα ναυτικού μπορούσε να υπερκεράσει την έλλειψη σύγχρονων μέσων. Μετά το τέλος του πολέμου, η Ελληνική Πολιτεία τίμησε τον Χατζηκωνσταντή και το πλήρωμά του με τις ανώτατες ηθικές αμοιβές, ενώ το όνομα «Πρωτεύς» δόθηκε μεταγενέστερα σε νεότερα υποβρύχια του ελληνικού στόλου, ως διαρκή υπενθύμιση της θυσίας εκείνης της 29ης Δεκεμβρίου.
Σήμερα, 85 χρόνια μετά, η τοποθεσία της βύθισης στην είσοδο της Αδριατικής παραμένει ένας ανεπίσημος υγρός τάφος και ένα μνημείο ηρωισμού. Οι 48 άνδρες του «Πρωτέα» δεν επέστρεψαν ποτέ στον ναύσταθμο της Σαλαμίνας, αλλά η δράση τους παραμένει ζωντανή στα αρχεία του Πολεμικού Ναυτικού και στη συλλογική συνείδηση. Η ιστορία τους διδάσκει ότι η ελευθερία απαιτεί αρετή και τόλμη, αρετές που οι άνδρες του «Πρωτέα» διέθεταν σε περίσσευμα, επιλέγοντας να επιτεθούν στον εχθρό ακόμη και όταν οι πιθανότητες επιβίωσης ήταν μηδαμινές. Η 29η Δεκεμβρίου 1940 δεν είναι απλώς μια ημερομηνία απώλειας, αλλά μια ημερομηνία που υπενθυμίζει το μέγεθος της ελληνικής ναυτικής παράδοσης και την αιώνια τιμή που οφείλεται σε εκείνους που έκαναν τον βυθό πατρίδα τους για τη δική μας ελευθερία..






0 ΣΧΟΛΙΑ