ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Σαν σήμερα, 27 Φεβρουαρίου 1933: Η νύχτα που «κάηκε» η Δημοκρατία – Το μυστήριο του Ράιχσταγκ και η άνοδος του Ολοκληρωτισμού

Σαν σήμερα, 27 Φεβρουαρίου 1933: Η νύχτα που «κάηκε» η Δημοκρατία – Το μυστήριο του Ράιχσταγκ και η άνοδος του Ολοκληρωτισμού
Ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ το 1933
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Το ημερολόγιο έδειχνε 27 Φεβρουαρίου 1933. Το Βερολίνο ήταν μια πόλη πνιγμένη στην πολιτική αβεβαιότητα και το τσουχτερό κρύο του χειμώνα. Λίγο μετά τις εννέα το βράδυ, οι φλόγες που άρχισαν να ξεπηδούν από τον εμβληματικό θόλο του Ράιχσταγκ, του κτιρίου που στέγαζε τη γερμανική Βουλή, δεν φώτισαν απλώς τον νυχτερινό ουρανό της γερμανικής πρωτεύουσας, αλλά έθεσαν το σκηνικό για μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της παγκόσμιας ιστορίας. Η πυρκαγιά αυτή δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός, αλλά ο καταλύτης που χρησιμοποίησε ο Αδόλφος Χίτλερ για να μετατρέψει μια εύθραυστη δημοκρατία σε μια σιδερένια δικτατορία μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες.

Η φλόγα στον θόλο και η σύλληψη του «ενόχου»

Όταν οι πρώτες πυροσβεστικές δυνάμεις έφτασαν στο σημείο, η αίθουσα των συνεδριάσεων είχε ήδη παραδοθεί στις φλόγες. Μέσα στο μισοκατεστραμμένο κτίριο, οι αστυνομικοί εντόπισαν έναν ημίγυμνο, ταραγμένο νεαρό άνδρα, τον Μαρίνους βαν ντερ Λούμπε. Ήταν ένας 24χρονος Ολλανδός, πρώην χτίστης και γνωστός στις αρχές για τις κομμουνιστικές του πεποιθήσεις. Ο βαν ντερ Λούμπε παραδέχθηκε αμέσως την πράξη του, ισχυριζόμενος ότι έβαλε τη φωτιά μόνος του ως μια πράξη διαμαρτυρίας ενάντια στο ναζιστικό κόμμα και την εξαθλίωση της εργατικής τάξης.

Πυρκαγιά στο Ράιχσταγκ
Ράιχσταγκ, Βερολίνο 1933

Ωστόσο, για την ηγεσία των Ναζί, που είχε αναλάβει την εξουσία μόλις έναν μήνα νωρίτερα χωρίς όμως να διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία στο κοινοβούλιο, ο βαν ντερ Λούμπε ήταν το «δώρο» που περίμεναν. Ο Χίτλερ, ο οποίος έφτασε στη σκηνή συνοδευόμενος από τον Χέρμαν Γκέρινγκ και τον Γιόζεφ Γκέμπελς, δεν έχασε δευτερόλεπτο. Χωρίς καμία απόδειξη, κήρυξε αμέσως ότι η πυρκαγιά ήταν το σύνθημα για μια γενικευμένη κομμουνιστική εξέγερση. «Δεν υπάρχει πια έλεος», φώναζε ο Χίτλερ μέσα στον καπνό, «όποιος βρεθεί στον δρόμο μας θα εξοντωθεί».

Το διάταγμα του Ράιχσταγκ: Το τέλος των πολιτικών ελευθεριών

Η ταχύτητα με την οποία αντέδρασε ο ναζιστικός μηχανισμός ήταν παροιμιώδης. Πριν καν σβήσει η τελευταία σπίθα, η αστυνομία είχε ήδη ξεκινήσει μαζικές συλλήψεις κομμουνιστών ηγετών και διανοουμένων. Την επόμενη κιόλας ημέρα, στις 28 Φεβρουαρίου, ο Χίτλερ έπεισε τον ηλικιωμένο και καταβεβλημένο πρόεδρο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ να υπογράψει το «Διάταγμα για την Προστασία του Λαού και του Κράτους», γνωστό και ως Διάταγμα της Πυρκαγιάς του Ράιχσταγκ.

Αυτό το νομικό κείμενο αποτέλεσε την ταφόπλακα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Με μια μονοκοντυλιά, ανεστάλησαν επ’ αόριστον όλα τα θεμελιώδη πολιτικά δικαιώματα που κατοχυρώνονταν από το Σύνταγμα. Η ελευθερία του λόγου, η ελευθερία του Τύπου, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και το απόρρητο των επικοινωνιών καταργήθηκαν. Η κυβέρνηση απέκτησε το δικαίωμα να συλλαμβάνει οποιονδήποτε χωρίς ένταλμα και να τον κρατά επ’ αόριστον. Το κράτος δικαίου αντικαταστάθηκε από την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», η οποία, αν και θεωρητικά προσωρινή, παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το τέλος του Τρίτου Ράιχ το 1945.

Ποιος έβαλε τελικά τη φωτιά; Το ιστορικό ντιμπέιτ

Το ερώτημα που απασχολεί τους ιστορικούς εδώ και σχεδόν έναν αιώνα παραμένει: Λειτούργησε ο βαν ντερ Λούμπε πράγματι μόνος του ή ήταν ένα πιόνι σε μια καλοστημένη ναζιστική προβοκάτσια; Η επίσημη ναζιστική εκδοχή περί κομμουνιστικής συνωμοσίας κατέρρευσε στη δίκη της Λειψίας που ακολούθησε, καθώς οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, ανάμεσά τους και ο Βούλγαρος Γκεόργκι Δημητρόφ, αθωώθηκαν λόγω έλλειψης στοιχείων. Μόνο ο βαν ντερ Λούμπε καταδικάστηκε και εκτελέστηκε με καρατόμηση.

Ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ το 1933
Η καμένη αίθουσα των Oλομελειών του Ράιχσταγκ, Βερολίνο 1933

Πολλές ενδείξεις δείχνουν προς την κατεύθυνση των ίδιων των Ναζί. Υπήρχαν φήμες ότι μια ομάδα των Ταγμάτων Εφόδου (SA), υπό τις οδηγίες του Γκέρινγκ, είχε εισέλθει στο κτίριο μέσω μιας μυστικής υπόγειας σήραγγας που συνέδεε το Ράιχσταγκ με το γραφείο του, τοποθετώντας εύφλεκτα υλικά. Από την άλλη, ορισμένοι σύγχρονοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο βαν ντερ Λούμπε μπορεί όντως να έδρασε μόνος του και οι Ναζί απλώς εκμεταλλεύτηκαν με τρομακτική αποτελεσματικότητα μια ευκαιρία που τους παρουσιάστηκε «ουρανοκατέβατη». Όποια κι αν είναι η αλήθεια, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: η πυρκαγιά έδωσε στον Χίτλερ το νομικό πρόσχημα να συντρίψει τους αντιπάλους του και να εδραιώσει την εξουσία του ενόψει των εκλογών της 5ης Μαρτίου.

Η κληρονομιά μιας στάχτης

Ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ παραμένει το απόλυτο παράδειγμα του πώς ένας αυταρχικός ηγέτης μπορεί να χρησιμοποιήσει μια κρίση για να καταλύσει τους δημοκρατικούς θεσμούς εκ των έσω. Μέσα σε λίγες ώρες, η Γερμανία πέρασε από τον πολυφωνικό κοινοβουλευτισμό στον απόλυτο έλεγχο. Το κτίριο του Ράιχσταγκ παρέμεινε ερειπωμένο και αχρησιμοποίητο για δεκαετίες, ως ένας βουβός μάρτυρας της νύχτας που η λογική και η ελευθερία κάηκαν μαζί με τα ξύλινα έδρανα της Βουλής.

Σήμερα, το ανακαινισμένο Ράιχσταγκ με τον γυάλινο θόλο του αποτελεί σύμβολο της σύγχρονης, διάφανης γερμανικής δημοκρατίας. Όμως, η επέτειος της 27ης Φεβρουαρίου λειτουργεί πάντα ως μια οδυνηρή υπενθύμιση: η δημοκρατία δεν είναι ποτέ δεδομένη και οι «καταστάσεις έκτακτης ανάγκης» είναι συχνά ο δούρειος ίππος του ολοκληρωτισμού. Η ιστορία της πυρκαγιάς του 1933 μας διδάσκει ότι όταν ο φόβος χρησιμοποιείται ως εργαλείο διακυβέρνησης, το πρώτο πράγμα που καίγεται είναι η αλήθεια.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου