Σαν σήμερα, 23 Ιουλίου 1833: Με βασιλικό διάταγμα, η Εκκλησία της Ελλάδος ανακηρύσσεται αυτοκέφαλη και υπάγεται στο κράτος

Μια κομβική στιγμή στην ιστορία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και της Ορθοδοξίας έλαβε χώρα το 1833, όταν με ένα βασιλικό διάταγμα, η Εκκλησία της Ελλάδος ανακηρύχθηκε μονομερώς αυτοκέφαλη, δηλαδή ανεξάρτητη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, και τέθηκε υπό τον άμεσο έλεγχο του κράτους. Η κίνηση αυτή, αν και θεωρήθηκε αναγκαία από την αντιβασιλεία του Όθωνα, προκάλεσε σοβαρή κρίση στις σχέσεις με το Πατριαρχείο και άνοιξε ένα κεφάλαιο εκκλησιαστικών ζητημάτων που θα χρειαζόταν δεκαετίες για να επιλυθεί πλήρως.
Το πλαίσιο της απόφασης: Πολιτική αναγκαιότητα ή διπλωματική πράξη;
Η απόφαση για την ανακήρυξη του αυτοκεφάλου δεν ήταν αυθόρμητη. Πίσω από αυτή κρύβονταν σύνθετα πολιτικά, διπλωματικά και οικονομικά συμφέροντα της εποχής. Το ελληνικό κράτος, μόλις είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία του από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, υπό την οποία βρισκόταν και το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Οι βασικοί λόγοι που οδήγησαν στην ενέργεια αυτή ήταν:
- Πολιτική ανεξαρτησία: Η κυβέρνηση του Όθωνα, με κύριο εκφραστή τον αντιβασιλέα Γεώργιο Λουδοβίκο φον Μάουρερ, επιθυμούσε την πλήρη ανεξαρτησία του κράτους σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένου του εκκλησιαστικού. Η συνέχιση της υπαγωγής στο Πατριαρχείο, το οποίο βρισκόταν υπό την επικυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θεωρούνταν ότι διακινδύνευε την εθνική κυριαρχία και παρείχε ένα πρόσχημα για οθωμανικές παρεμβάσεις.
- Διαχείριση εκκλησιαστικής περιουσίας: Η Εκκλησία στην Ελλάδα διέθετε τεράστια περιουσία, κυρίως μοναστηριακή. Το νεοσύστατο κράτος χρειαζόταν οικονομικούς πόρους για την οργάνωση και τη λειτουργία του. Η δήμευση μέρους της εκκλησιαστικής περιουσίας και η διάλυση πολλών μοναστηριών, που ακολούθησε την ανακήρυξη του αυτοκεφάλου, ήταν ένα κεντρικό στοιχείο της κυβερνητικής πολιτικής.
- Εκκλησιαστικός έλεγχος: Η βαυαρική αντιβασιλεία, επηρεασμένη από τα πρότυπα των προτεσταντικών κρατών της Ευρώπης, επεδίωκε έναν ισχυρό κρατικό έλεγχο επί της Εκκλησίας. Ο Βασιλέας ορίστηκε ως η «ανωτάτη κεφαλή» της Εκκλησίας, και η διοίκησή της ανατέθηκε σε κυβερνητικά όργανα, ουσιαστικά μετατρέποντάς την σε ένα κρατικό τμήμα.
Διαβάστε επίσης
Η αντίδραση του Πατριαρχείου: Ένας σχίσμα
Η μονομερής αυτή ενέργεια δεν αναγνωρίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Ο Πατριάρχης Κωνστάντιος Α’, και οι διάδοχοί του, θεώρησαν την πράξη αυτή αντικανονική και επέβαλαν στην Ελλαδική Εκκλησία ένα άτυπο σχίσμα. Οι σχέσεις ψυχράνθηκαν δραματικά, και οι ιερείς που χειροτονούνταν στην Ελλάδα δεν αναγνωρίζονταν από το Πατριαρχείο. Η ελληνική Εκκλησία βρέθηκε σε μια ιδιότυπη απομόνωση από τον υπόλοιπο ορθόδοξο κόσμο.
Το σχίσμα αυτό διήρκεσε για σχεδόν 17 χρόνια. Μόλις το 1850, μετά από διπλωματικές διαβουλεύσεις και πιέσεις, το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο, με τον οποίο αναγνώριζε επίσημα το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος, θέτοντας όμως συγκεκριμένους όρους για τη διατήρηση της κανονικής τάξης και της πνευματικής σχέσης με τη Μητέρα Εκκλησία.
Η κληρονομιά του αυτοκεφάλου
Η ανακήρυξη του αυτοκεφάλου το 1833 υπήρξε ένα γεγονός με τεράστιες συνέπειες για την Εκκλησία και το ελληνικόκράτος. Παρόλο που αρχικά δημιούργησε εντάσεις και σχίσμα, μακροπρόθεσμα οδήγησε στην εδραίωση της Εκκλησίας ως θεσμού εντός του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Η σχέση Εκκλησίας-Κράτους στην Ελλάδα, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, με την αναγνώριση της Ορθοδοξίας ως «επικρατούσας θρησκείας», αλλά και την αυτονομία της Εκκλησίας στη διοίκησή της, έχει τις ρίζες της σε εκείνες τις πρώτες, κρίσιμες αποφάσεις του 19ου αιώνα.
Η πράξη του 1833 αποτελεί ένα σημαντικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο τα νεοσύστατα κράτη της εποχής προσπάθησαν να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση τους με τους θρησκευτικούς θεσμούς, στην πορεία προς την εδραίωση της εθνικής τους ταυτότητας.






0 ΣΧΟΛΙΑ