ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Σαν σήμερα, 22 Ιουλίου 1997: Η Γιαννακοπούλου σκοτώνει τον αρχιμανδρίτη Ελευθεριάδη – «Τον αγαπούσα ακόμα και την ώρα που τον σκότωνα»

Η ερωμένη, ο αρχιμανδρίτης και οι οκτώ σφαίρες: Η υπόθεση που δεν ξεχάστηκε ποτέ
Έρωτας, εκβιασμοί και φόνος: Το χρονικό μιας σχέσης που κατέληξε σε τραγωδία
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Η 22α Ιουλίου του 1997, μια ημέρα σαν σήμερα, έμελλε να καταγραφεί ως μία από τις πιο σοκαριστικές ημέρες της σύγχρονης ελληνικής εγκληματολογικής ιστορίας. Ένας αρχιμανδρίτης έπεφτε νεκρός από τις σφαίρες της γυναίκας με την οποία διατηρούσε επί χρόνια παράνομη ερωτική σχέση, σε μια υπόθεση που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και δίχασε την κοινή γνώμη. Το θύμα ήταν ο αρχιμανδρίτης Άνθιμος Ελευθεριάδης και δράστιδα η Κάτια Γιαννακοπούλου, μια παντρεμένη γυναίκα και μητέρα, της οποίας η ζωή άλλαξε δραματικά όταν αναζήτησε παρηγοριά στην Εκκλησία και βρέθηκε μπλεγμένη σε έναν δεσμό που ξεπέρασε κάθε όριο.

Από την εξομολόγηση στον παράφορο έρωτα

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990, η Κάτια Γιαννακοπούλου ζούσε μια φαινομενικά συνηθισμένη οικογενειακή ζωή. Εργαζόταν ως πλασιέ ειδών δώρου, είχε σύζυγο και παιδί και προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στις επαγγελματικές και οικογενειακές της υποχρεώσεις. Αναζητώντας, όπως φέρεται, διέξοδο από την ψυχολογική πίεση που ένιωθε, επισκέφθηκε την εκκλησία της Παναγίτσας στο Παλαιό Φάληρο, όπου λειτουργούσε ο αρχιμανδρίτης Άνθιμος Ελευθεριάδης. Οι πρώτες συναντήσεις είχαν καθαρά πνευματικό χαρακτήρα, όμως η σχέση τους δεν άργησε να πάρει διαφορετική τροπή.

Σύμφωνα με όσα η ίδια περιέγραψε αργότερα στις Αρχές, ο ιερέας την κάλεσε κάποια στιγμή στο σπίτι του και εκεί η μεταξύ τους σχέση έγινε ερωτική. Όπως είχε δηλώσει: «Μια μέρα με κάλεσε σπίτι του, όπου μιλήσαμε για πολλά, κυρίως γύρω από τη θρησκεία και την Εκκλησία. Αμέσως μετά άρχισε να μου μιλάει για τον έρωτα. Εκείνη την ώρα με φίλησε για πρώτη φορά και μάλιστα αυτό το φιλί στο στόμα κράτησε για πολλή ώρα». Από εκείνο το σημείο και μετά οι δυο τους διατηρούσαν έναν δεσμό, ενώ συνέχιζαν να συναντιούνται υπό άκρα μυστικότητα.

Μια σχέση γεμάτη εξάρτηση

Η Γιαννακοπούλου περιέγραψε αργότερα ότι είχε αναπτύξει έντονη συναισθηματική εξάρτηση από τον αρχιμανδρίτη, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Με τράβαγε κοντά του σαν μαγνήτης. Συνέβαινε κάτι το ανεξήγητο». Κατά τους ισχυρισμούς της, ο Άνθιμος εκμεταλλεύτηκε αυτή την αφοσίωση ζητώντας της μεγάλα χρηματικά ποσά, τα οποία -όπως υποστήριξε- προορίζονταν για εκκλησιαστικά έργα και άλλες ανάγκες. Η ίδια ανέφερε ότι του είχε παραδώσει συνολικά περισσότερα από 27 εκατομμύρια δραχμές, χρήματα που αφαιρούσε σταδιακά από τον οικογενειακό προϋπολογισμό χωρίς να το γνωρίζει ο σύζυγός της. Μάλιστα, είχε υποστηρίξει πως ο ιερέας της είχε παραδώσει ένα ιδιόχειρο έγγραφο, με το οποίο φερόταν να της αφήνει το διαμέρισμά του στη Νέα Σμύρνη, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί επίσημη διαθήκη.

Το πιο πολύκροτο έγκλημα πάθους: Η γυναίκα που σκότωσε τον αρχιμανδρίτη εραστή της

Το 1994 ο Άνθιμος απομακρύνθηκε από την ενορία του στο Παλαιό Φάληρο και αργότερα μετατέθηκε στο Λονδίνο. Παρά τη μεγάλη απόσταση, η Γιαννακοπούλου συνέχισε να τον επισκέπτεται συχνά, πραγματοποιώντας αυθημερόν ταξίδια στη βρετανική πρωτεύουσα, αποκρύπτοντας από την οικογένειά της τον πραγματικό λόγο των απουσιών της. Με το πέρασμα του χρόνου, όμως, ο αρχιμανδρίτης φέρεται να επιθυμούσε τον τερματισμό της σχέσης. Εκείνη, αντίθετα, αδυνατούσε να αποδεχθεί την απομάκρυνσή του. Οι μεταξύ τους εντάσεις αυξάνονταν, ενώ, σύμφωνα με πληροφορίες της εποχής, η γυναίκα είχε φτάσει στο σημείο να ηχογραφεί προσωπικές τους στιγμές, επιχειρώντας να τον πιέσει να μη διακόψει οριστικά κάθε επαφή.

Η κατάσταση κορυφώθηκε το 1996, όταν ο Άνθιμος επέστρεψε προσωρινά στην Αθήνα χωρίς να επικοινωνήσει μαζί της. Η Γιαννακοπούλου αντιλήφθηκε τότε ότι η σχέση τους είχε ουσιαστικά τελειώσει. Σε μία από τις τελευταίες τους συναντήσεις στο διαμέρισμα της Νέας Σμύρνης ξέσπασε έντονος καβγάς, κατά τη διάρκεια του οποίου τον τραυμάτισε ελαφρά με μαχαίρι στον λαιμό. Μετά το περιστατικό εκείνος διέκοψε κάθε επαφή και αρνούνταν ακόμη και να της μιλήσει τηλεφωνικά.

Η ενέδρα και οι οκτώ πυροβολισμοί

Η απόρριψη φαίνεται πως μετατράπηκε σε εμμονή. Η Γιαννακοπούλου προμηθεύτηκε παράνομα ένα πιστόλι και περίμενε την κατάλληλη στιγμή. Την αυγή της 22ας Ιουλίου 1997 έστησε καρτέρι έξω από την πολυκατοικία όπου διέμενε ο αρχιμανδρίτης στη Νέα Σμύρνη. Μόλις εκείνος βγήκε από το σπίτι, τον πλησίασε και άρχισε να πυροβολεί. Συνολικά δέχθηκε οκτώ σφαίρες, δύο από τις οποίες στο κεφάλι, με αποτέλεσμα να πέσει νεκρός στο οδόστρωμα. Η δράστιδα εγκατέλειψε αμέσως το σημείο με αυτοκίνητο, όμως αυτόπτες μάρτυρες συγκράτησαν τον αριθμό κυκλοφορίας, γεγονός που βοήθησε αποφασιστικά την Αστυνομία να την ταυτοποιήσει.

Για τρεις ημέρες η Γιαννακοπούλου περιπλανήθηκε προσπαθώντας να αποφύγει τη σύλληψη. Τελικά κατέφυγε στη Μονή Παναγίας Γοργοεπηκόου στη Μάνδρα, όπου εξομολογήθηκε όσα είχαν συμβεί σε μοναχή. Λίγο αργότερα ενημερώθηκε η Αστυνομία και συνελήφθη. Στους αστυνομικούς δήλωσε: «Τον αγαπούσα ακόμα και την ώρα που τον σκότωνα. Ακόμη τον αγαπώ. Έκανα ότι έκανα για την τιμή τη δική μου και της οικογένειάς μου, που την είχα καταρρακώσει. Μακάρι να μην περάσει καμιά γυναίκα αυτό που πέρασα εγώ. Να μη βρεθεί στο σημείο να αγαπήσει όπως εγώ, τόσο απόλυτα, τόσο ολοκληρωτικά, τόσο τρελά».

Η ερωμένη, ο αρχιμανδρίτης και οι οκτώ σφαίρες: Η υπόθεση που δεν ξεχάστηκε ποτέ

Ενώ ενώπιον του ανακριτή ανέφερε: «Αν ήταν δυνατόν να τον αναστήσω με πέντε φιλιά ποτισμένα από το αίμα της μετανιωμένης μου καρδιάς θα το είχα ήδη κάνει. Θα αισθάνομαι πάντα τύψεις. Το μόνο που ελπίζω είναι να με καταλάβει ο Θεός. Όσο και αν ζήσω, δεν είναι δυνατό να ξεχάσω ότι αφαίρεσα τη ζωή ενός παιδιού του Θεού. Ελπίζω να με συγχωρέσει. Δεν μπορώ όμως και να ξεχάσω τι μου πρόσφεραν ο άνδρας και το παιδί μου. Ό,τι και αν κάνω, θα είναι ελάχιστο μπροστά σε αυτό που μου έδωσαν εκείνοι».

Στην πρώτη δίκη η Κάτια Γιαννακοπούλου καταδικάστηκε σε κάθειρξη 20 ετών, καθώς της αναγνωρίστηκαν ελαφρυντικά, μεταξύ αυτών ο πρότερος σύννομος βίος και η ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος. Ωστόσο, στο Εφετείο η απόφαση ανατράπηκε. Τα ελαφρυντικά δεν έγιναν δεκτά και της επιβλήθηκε ποινή ισόβιας κάθειρξης, με το δικαστήριο να κρίνει ότι ενήργησε με ψυχραιμία και από εγωιστικά κίνητρα. Όταν άκουσε την τελική ετυμηγορία, ξέσπασε σε λυγμούς και είπε: «Πείτε στον Γιώργο, τον άνδρα μου, να συνεχίσει με ή χωρίς εμένα. Για τον γιο μας». Ύστερα από 16 χρόνια εγκλεισμού, αποφυλακίστηκε τον Αύγουστο του 2013, έχοντας εκτίσει το απαιτούμενο χρονικό διάστημα της ποινής της.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου