Σαν σήμερα, 22 Δεκεμβρίου 1808: Ο Μπετόβεν παρουσιάζει στη Βιέννη, σε μία και μόνο κολοσσιαία συναυλία 4 ωρών, την 5η και την 6η Συμφωνία

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία της ανθρωπότητας που ο χρόνος μοιάζει να πυκνώνει, δημιουργώντας ένα πριν και ένα μετά. Για τον κόσμο της μουσικής, αυτή η στιγμή ήταν η 22α Δεκεμβρίου του 1808. Στο εμβληματικό Theater an der Wien της Βιέννης, ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν διοργάνωσε μια συναυλία που σήμερα θα φάνταζε εξωπραγματική: μια «Akademie» τεσσάρων ωρών, όπου παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά μερικά από τα πιο ρηξικέλευθα έργα του. Σε μια βραδιά που ξεκίνησε υπό το κράτος του πολικού ψύχους και κατέληξε σε οργανωτικό χάος, ο κόσμος άκουσε για πρώτη φορά τους ήχους που θα καθόριζαν τον 19ο αιώνα και θα άλλαζαν για πάντα τη δομή της συμφωνικής ορχήστρας.
Ένας μαραθώνιος τέχνης σε συνθήκες πολικού ψύχους
Η ατμόσφαιρα εκείνης της Πέμπτης απείχε παρασάγγας από την πολυτέλεια που συνοδεύει σήμερα τις πρεμιέρες τέτοιου βεληνεκούς. Η Βιέννη βρισκόταν στη δίνη ενός δριμύτατου χειμώνα και το θέατρο δεν διέθετε κανένα σύστημα θέρμανσης. Οι θεατές παρέμεναν καθηλωμένοι στις θέσεις τους από τις 6:30 το απόγευμα έως μετά τις 10:30 το βράδυ, τυλιγμένοι σε βαριά παλτό και γούνες, προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν το κρύο που έκανε την ανάσα να παγώνει στον αέρα.
Η διάρκεια της συναυλίας ήταν εξαντλητική. Το πρόγραμμα περιελάμβανε την 6η Συμφωνία («Ποιμενική»), την άρια “Ah! perfido“, το τμήμα Gloria της Λειτουργίας σε Ντο μείζονα, το 4ο Κοντσέρτο για Πιάνο —με τον ίδιο τον Μπετόβεν ως σολίστ— και, μετά το διάλειμμα, την 5η Συμφωνία, το Sanctus της Λειτουργίας και, τέλος, τη μεγαλειώδη Χορωδιακή Φαντασία. Ήταν ένας καταιγισμός νέας μουσικής που ο εγκέφαλος του μέσου ακροατή της εποχής δυσκολευόταν να επεξεργαστεί, ειδικά υπό το βάρος της σωματικής καταπόνησης από το ψύχος.
Η ορχήστρα στα πρόθυρα της κατάρρευσης
Αν το κοινό υπέφερε από το κρύο, οι μουσικοί επί σκηνής αντιμετώπιζαν έναν πραγματικό εφιάλτη. Ο Μπετόβεν, λόγω της εκρηκτικής του προσωπικότητας και των συνεχών διενέξεων με τους τοπικούς μουσικούς φορείς, δεν είχε καταφέρει να εξασφαλίσει επαρκή χρόνο για πρόβες. Το υλικό ήταν τρομακτικά δύσκολο και πρωτόγνωρο. Τα όργανα ξεκούρδιζαν από τη θερμοκρασία και οι μουσικοί ήταν εξουθενωμένοι.
Η κορύφωση του δράματος ήρθε κατά την εκτέλεση της Χορωδιακής Φαντασίας. Λόγω ενός λάθους στη μέτρηση από την πλευρά της ορχήστρας, το έργο άρχισε να καταρρέει ρυθμικά. Σε μια κίνηση που έμεινε στην ιστορία, ο Μπετόβεν σταμάτησε απότομα την ορχήστρα, σηκώθηκε από το πιάνο και απαίτησε από τους μουσικούς να ξεκινήσουν πάλι από την αρχή. Ήταν μια ταπεινωτική στιγμή για τους επαγγελματίες εκτελεστές, που επιέτεινε την ένταση σε μια ήδη ηλεκτρισμένη αίθουσα.
Ο Μπετόβεν ως απόλυτος πρωταγωνιστής και η ήττα της ακοής
Στο κέντρο αυτού του δημιουργικού τυφώνα στεκόταν ένας άνθρωπος που πάλευε με τους δαίμονές του. Ο Μπετόβεν, σε ηλικία 38 ετών, έβλεπε την ακοή του να τον εγκαταλείπει σταθερά. Εκείνο το βράδυ ήταν η τελευταία του εμφάνιση ως σολίστ σε κοντσέρτο για πιάνο. Η ερμηνεία του στο 4ο Κοντσέρτο περιγράφηκε ως μαγική, γεμάτη αυθορμητισμό και λυρισμό, παρά το γεγονός ότι δυσκολευόταν να ακούσει την ορχήστρα.
Η παρουσίαση της 5ης Συμφωνίας αποτέλεσε το σημείο καμπής της βραδιάς. Το περίφημο μοτίβο των τεσσάρων νοτών, που ο ίδιος περιέγραψε ως «τον ήχο της Μοίρας που χτυπά την πόρτα», εισήγαγε μια νέα γλώσσα έντασης και πάθους. Ταυτόχρονα, η 6η Συμφωνία αποκάλυπτε την ικανότητά του να ζωγραφίζει εικόνες της φύσης μέσω του ήχου. Το κοινό εκείνο το βράδυ, αν και παγωμένο και κουρασμένο, έγινε μάρτυρας της γέννησης του Ρομαντισμού. Ο Μπετόβεν δεν έγραφε απλώς μουσική· εξέφραζε την ανθρώπινη υπέρβαση απέναντι στο πεπρωμένο.
Διαβάστε επίσης
Η κληρονομιά μιας αμφιλεγόμενης πρεμιέρας
Οι κριτικές της επόμενης ημέρας ήταν διχασμένες. Πολλοί στάθηκαν στην κακή εκτέλεση και τη χαοτική διάρκεια, αδυνατώντας να συλλάβουν το μέγεθος της καινοτομίας. Ωστόσο, μέσα σε λίγα χρόνια, η 5η Συμφωνία αναγνωρίστηκε ως το απόλυτο αριστούργημα της δυτικής μουσικής. Η συναυλία του 1808 παραμένει μέχρι σήμερα ένα σύμβολο καλλιτεχνικής επιμονής και θάρρους.
Σήμερα, 217 χρόνια μετά, η 22α Δεκεμβρίου μας υπενθυμίζει ότι η αληθινή τέχνη δεν γεννιέται πάντα μέσα σε ιδανικές συνθήκες. Γεννιέται μέσα από τον αγώνα, το κρύο και την ανθρώπινη ατέλεια. Ο Μπετόβεν μετέτρεψε μια παγωμένη αίθουσα της Βιέννης σε έναν ναό της παγκόσμιας κληρονομιάς, αποδεικνύοντας ότι η εσωτερική φωνή ενός δημιουργού μπορεί να ακουστεί ακόμα και όταν η φυσική του ακοή σιωπά.






0 ΣΧΟΛΙΑ