ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Σαν σήμερα, 17 Οκτωβρίου 1931: Ο μαφιόζος Αλ Καπόνε καταδικάζεται για φοροδιαφυγή σηματοδοτώντας το τέλος της εγκληματικής του καριέρας

Σαν σήμερα, 17 Οκτωβρίου 1931: Ο μαφιόζος Αλ Καπόνε καταδικάζεται για φοροδιαφυγή σηματοδοτώντας το τέλος της εγκληματικής του καριέρας
Πηγή φωτογραφίας: shutterstock
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Σαν σήμερα, στις 17 Οκτωβρίου του 1931, ο κόσμος είδε έναν από τους πιο διαβόητους και ισχυρούς εγκληματίες της Αμερικής να πέφτει. Ο Αλφόνσο «Άλ» Καπόνε, ο αδίστακτος «βασιλιάς» του υποκόσμου του Σικάγο κατά την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης, καταδικάστηκε από το ομοσπονδιακό δικαστήριο για ένα έγκλημα που, παραδόξως, δεν ήταν φόνος, εκβιασμός ή λαθρεμπόριο. Καταδικάστηκε για φοροδιαφυγή, σηματοδοτώντας το οριστικό τέλος της εγκληματικής του καριέρας και αποδεικνύοντας ότι, τελικά, κανείς δεν είναι πάνω από τον νόμο – ούτε καν ο «Σημαδεμένος».

Ο θρύλος της ατιμωρησίας

Ο Άλ Καπόνε, γνωστός με το παρατσούκλι «Scarface», έφτασε στο Σικάγο το 1919 και γρήγορα ανέλαβε τα ηνία του οργανωμένου εγκλήματος από τον Τζόνι Τόριο. Ελέγχοντας το λαθρεμπόριο αλκοόλ, τον τζόγο και τους οίκους ανοχής, έχτισε μια αυτοκρατορία που του απέφερε εκατομμύρια δολάρια.

Για χρόνια, ο Καπόνε φαινόταν να είναι άτρωτος. Οι αρχές δεν μπορούσαν να τον ενοχοποιήσουν για τις δολοφονίες και τη βία, με αποκορύφωμα τη διαβόητη Σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου το 1929. Ο Καπόνε είχε στην τσέπη του την αστυνομία, τους πολιτικούς και τους δικαστές. Όλοι γνώριζαν τι έκανε, αλλά κανείς δεν μπορούσε να τον αγγίξει.

Η «εκδίκηση» του Υπουργείου Οικονομικών

Μπροστά στην αποτυχία των παραδοσιακών νομικών μέσων, η αμερικανική κυβέρνηση αποφάσισε να αλλάξει τακτική. Το Τμήμα Ειδικών Πληροφοριών του Υπουργείου Οικονομικών (T-Men), με επικεφαλής τον Έλμερ Άιρι, στόχευσε τον Καπόνε για μη πληρωμή φόρων. Η ιδέα ήταν απλή αλλά επαναστατική: αν ένας κερδοφόρος επιχειρηματίας, ανεξάρτητα από το πώς κερδίζει τα χρήματά του, δεν πληρώνει τους φόρους του, είναι ένοχος.

Η υπόθεση ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Ο Καπόνε δεν διατηρούσε τραπεζικούς λογαριασμούς, δεν υπέγραφε επιταγές και δεν είχε ακίνητη περιουσία στο όνομά του. Ωστόσο, οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Φρανκ Γουίλσον, δούλεψαν ακούραστα. Κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα «χάρτινο μονοπάτι» που αποδείκνυε τις τεράστιες δαπάνες του Καπόνε: λογαριασμοί ξενοδοχείων, κοσμηματοπωλείων και καταστημάτων ρούχων. Βρήκαν στοιχεία ότι ο Καπόνε είχε δαπανήσει 39.000 δολάρια σε τηλεφωνικούς λογαριασμούς και χιλιάδες δολάρια για πολυτελή πάρτι.

Το «κλειδί» της επιτυχίας ήταν η ανεύρεση ενός γράμματος (του «Mattingly letter») στο οποίο ο δικηγόρος του Καπόνε παραδεχόταν εμμέσως φορολογητέο εισόδημα για τα έτη 1925-1929.

Το κελί του Αλ Καπόνε

Η «έκπληξη» του δικαστή και η καταδίκη

Η δίκη ξεκίνησε στις 6 Οκτωβρίου 1931, με τον Καπόνε να πιστεύει ότι θα κερδίσει, καθώς είχε φροντίσει να δωροδοκήσει μέλη του δικαστηρίου. Όμως, ο Δικαστής Τζέιμς Γουίλκερσον είχε άλλα σχέδια. Την πρώτη ημέρα, άλλαξε αιφνιδιαστικά την ομάδα των ενόρκων, ματαιώνοντας το σχέδιο του Καπόνε.

Στις 17 Οκτωβρίου 1931, το δικαστήριο έκρινε τον Καπόνε ένοχο για πέντε κατηγορίες φοροδιαφυγής. Η ποινή που του επιβλήθηκε στις 24 Νοεμβρίου ήταν μια από τις πιο αυστηρές που είχαν δοθεί ποτέ για φοροδιαφυγή: έντεκα χρόνια κάθειρξη, πρόστιμο 50.000 δολαρίων, επιπλέον 7.692 δολάρια για δικαστικά έξοδα και διαταγή να πληρώσει 215.000 δολάρια για οφειλόμενους φόρους.

Ο Καπόνε εξέτισε το μεγαλύτερο μέρος της ποινής του στην περιβόητη φυλακή του Αλκατράζ. Η καταδίκη του για φοροδιαφυγή αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές στιγμές στην αμερικανική νομική ιστορία, καθώς καθιέρωσε το δικαίωμα της κυβέρνησης να χρησιμοποιεί τους φορολογικούς νόμους ως εργαλείο κατά του οργανωμένου εγκλήματος.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου