Σαν σήμερα, 16 Δεκεμβρίου 1991: Η ΕΕ αποδέχεται την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας – Νέα κράτη η Κροατία, η Σλοβενία και η ΠΓΔΜ

Σαν σήμερα, 16 Δεκεμβρίου 1991, γράφτηκε ένα από τα πιο καθοριστικά και ταυτόχρονα αμφιλεγόμενα κεφάλαια της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας. Το Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΚ), υπό την έντονη πίεση και την πολιτική πρωτοβουλία της Γερμανίας, έλαβε την απόφαση να αποδεχθεί τη διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας. Η απόφαση αυτή ουσιαστικά άνοιξε τον δρόμο για την αναγνώριση των κρατών που είχαν αποσχιστεί μονομερώς, συγκεκριμένα της Κροατίας, της Σλοβενίας και της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ).
Η κίνηση αυτή, η οποία έγινε ενώ η βία και ο πόλεμος είχαν ήδη ξεσπάσει στη Γιουγκοσλαβία, θεωρείται από πολλούς ιστορικούς και διπλωμάτες ως η μοχλευτική στιγμή που επισφράγισε τον κατακερματισμό των Βαλκανίων και επιδείνωσε τη διάρκεια των συγκρούσεων, θέτοντας παράλληλα σε δοκιμασία την ενότητα και την κοινή εξωτερική πολιτική της Ευρώπης.
Η πολιτική πίεση της Γερμανίας και ο ρόλος του Χανς-Ντίτριχ Γκένσερ
Η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1991 δεν ήταν αποτέλεσμα ομόφωνης συναίνεσης. Αντιθέτως, αποτέλεσε το επιστέγασμα μήνες έντονων διαβουλεύσεων και πιέσεων εντός της ΕΚ, με τη Γερμανία να ηγείται της «φιλοαναγνωριστικής» πτέρυγας.
Ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας, Χανς-Ντίτριχ Γκένσερ, υποστήριζε με σθένος την άμεση αναγνώριση της Κροατίας και της Σλοβενίας. Το επιχείρημα της Γερμανίας ήταν ότι η μονομερής αναγνώριση των κρατών που ζητούσαν την ανεξαρτησία τους θα αποτελούσε έναν αποτρεπτικό παράγοντα για τον έλεγχο των περιοχών αυτών από τη Σερβία και τον Γιουγκοσλαβικό Λαϊκό Στρατό (ΓΛΣ). Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι η γερμανική βούληση καθοδηγούνταν εν μέρει από ιστορικούς και θρησκευτικούς δεσμούς με την Κροατία (ως καθολική χώρα), καθώς και από την επιθυμία της ενωμένης Γερμανίας να αναδειχθεί σε ηγετική δύναμη στη μετα-ψυχροπολεμική Ευρώπη.
Από την άλλη πλευρά, χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία και, αρχικά, η Γαλλία και η Ελλάδα, εξέφραζαν σοβαρές επιφυλάξεις. Υποστήριζαν ότι η βεβιασμένη αναγνώριση, χωρίς προηγούμενη συμφωνία μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, θα νομιμοποιούσε τη μονομερή απόσχιση, θα υπονόμευε την αρχή της εδαφικής ακεραιότητας και θα επιδείνωνε τις ήδη εκτεταμένες ένοπλες συγκρούσεις, ειδικά στην Κροατία και τη Βοσνία–Ερζεγοβίνη. Η Ελλάδα, ειδικότερα, ανησυχούσε έντονα για την αναγνώριση της ΠΓΔΜ λόγω του ζητήματος της ονομασίας.
Τελικά, η πίεση του Βερολίνου επικράτησε. Το Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών συμφώνησε σε ένα κοινό πλαίσιο αρχών για την αναγνώριση, το οποίο προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τον σεβασμό των συνόρων, την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των μειονοτήτων. Ωστόσο, η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου, έδινε ουσιαστικά το πολιτικό πράσινο φως για την έναρξη της επίσημης αναγνώρισης, η οποία ξεκίνησε αμέσως μετά την εκπνοή της προθεσμίας που έθεσε η ΕΚ.
Η άμεση αναγνώριση και η έναρξη της σφαγής
Μετά την απόφαση, η Γερμανία προχώρησε μονομερώς στην αναγνώριση της Κροατίας και της Σλοβενίας στις 19 Δεκεμβρίου 1991, τρεις ημέρες μετά τη λήψη της απόφασης. Οι υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ακολούθησαν στις 15 Ιανουαρίου 1992, αναγνωρίζοντας επισήμως την Κροατία και τη Σλοβενία. Η αναγνώριση της Βοσνίας–Ερζεγοβίνης ακολούθησε λίγους μήνες αργότερα, τον Απρίλιο του 1992.
Οι συνέπειες ήταν άμεσες και καταστροφικές, επιβεβαιώνοντας τους φόβους των επιφυλακτικών κρατών:
- Κλιμάκωση του πολέμου: Η αναγνώριση έδωσε την αίσθηση ότι η διεθνής κοινότητα είχε πάρει θέση, ενθαρρύνοντας τους αποσχισθέντες και σκληραίνοντας τη στάση της Σερβίας και του ΓΛΣ. Ο πόλεμος στην Κροατία κλιμακώθηκε, ενώ η αναγνώριση της πολυεθνικής Βοσνίας-Ερζεγοβίνης τον Απρίλιο του 1992 οδήγησε στο ξέσπασμα του πιο αιματηρού πολέμου της Γιουγκοσλαβικής κρίσης, με τραγικά αποτελέσματα για τον άμαχο πληθυσμό.
- Το ζήτημα της ΠΓΔΜ: Η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου αφορούσε και την ΠΓΔΜ. Η Ελλάδα, όμως, χρησιμοποίησε το δικαίωμα της αντίρρησης για να μπλοκάρει την αναγνώρισή της λόγω του ζητήματος της ονομασίας, το οποίο θεωρούσε ύψιστης εθνικής σημασίας. Η ΠΓΔΜ αναγνωρίστηκε τελικά από την ΕΚ (πλην Ελλάδας) υπό την προσωρινή ονομασία «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» (FYROM) το 1993, μετά από παρέμβαση του ΟΗΕ.
Διαβάστε επίσης
Κριτική και ιστορική αποτίμηση
Η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1991 παραμένει αντικείμενο δριμείας κριτικής. Πολλοί ακαδημαϊκοί και διπλωμάτες υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη απέτυχε να διαχειριστεί την κρίση με ενιαίο και ψύχραιμο τρόπο. Η επιλογή της βεβιασμένης αναγνώρισης, κυρίως λόγω της επιμονής της Γερμανίας, θεωρείται από πολλούς ως η «μοιραία επιλογή» που έδωσε την ευκαιρία στη στρατιωτική λύση έναντι της διπλωματικής.
Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, αντί να δράσει ως εγγυητής της ειρηνικής μετάβασης, βρέθηκε να παίρνει θέση υπέρ της διάλυσης. Η κληρονομιά αυτής της απόφασης είναι η εγκαθίδρυση των βίαιων αποσχίσεων ως προηγούμενου στα Βαλκάνια, με τις τραγικές συνέπειες των εμφυλίων πολέμων, των εθνοκαθάρσεων και της αδυναμίας των κρατών της περιοχής να εδραιώσουν πλήρως τη σταθερότητα και την ομαλή τους ένταξη στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Σαράντα χρόνια μετά, η 16η Δεκεμβρίου 1991 υπενθυμίζει τον κίνδυνο των μονομερών ενεργειών εντός μιας διεθνούς συμμαχίας και τη βαρύτητα των αποφάσεων που λαμβάνονται σε κρίσιμες γεωπολιτικές στιγμές, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να πληρώνει ακόμα το τίμημα της αποτυχίας της κοινής εξωτερικής πολιτικής κατά την τραγική διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας.






0 ΣΧΟΛΙΑ