ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Σαν σήμερα, 16 Δεκεμβρίου 1974: Πεθαίνει ο Κώστας Βάρναλης, ο ποιητής της επανάστασης και της αλήθειας

Σαν σήμερα, 16 Δεκεμβρίου 1974: Πεθαίνει ο Κώστας Βάρναλης, ο ποιητής της επανάστασης και της αλήθειας
Ο Κώστας Βάρναλης
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Σαν σήμερα, 16 Δεκεμβρίου του 1974, η Ελλάδα αποχαιρέτησε έναν από τους σημαντικότερους πνευματικούς της στυλοβάτες του 20ού αιώνα, τον ποιητή, συγγραφέα, κριτικό και διανοούμενο της Αριστεράς, Κώστα Βάρναλη. Ο θάνατός του, λίγους μήνες μετά την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας, έκλεισε τον κύκλο μιας πολυτάραχης ζωής, απόλυτα συνυφασμένης με τους μεγάλους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες του ελληνικού έθνους. Ο Βάρναλης, μέσα από ένα έργο που υπήρξε βαθιά κριτικό, ριζοσπαστικό και επαναστατικά στρατευμένο, άφησε πίσω του έναν ανεκτίμητο πνευματικό θησαυρό, που φωτίζει ακόμη τις πτυχές της ελληνικής κοινωνίας και λογοτεχνίας.

Από τον Πύργο του Εύξεινου Πόντου στο Πάνθεον της Λογοτεχνίας

Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 1884 στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας (σημερινό Μπουργκάς της Βουλγαρίας). Την εποχή εκείνη, η περιοχή, με πολυπληθή ελληνική κοινότητα, αποτελούσε αυτόνομη επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η καταγωγή του πατέρα του, Γιάννη Βάρναλη, από τη Βάρνα της Βουλγαρίας, υπήρξε η πηγή του επωνύμου που υιοθέτησε ο ποιητής, καθώς απέφευγε το πραγματικό του, το οποίο ήταν Μπουμπούς.

Ο Κώστας ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας και περιγράφεται ως το πιο ατίθασο. Η απώλεια του πατέρα του το 1887 έφερε στη θέση της κύριας παιδαγωγού τη μητέρα του, Αλισάφα Μαυρομάτη, μια αγράμματη αλλά εξαιρετικά έξυπνη γυναίκα, την οποία ο ποιητής υπεραγαπούσε. Η ανατροφή του συμπληρώθηκε από τον μεγαλύτερο αδελφό του, Παναγιώτη.

Οι πρώτες του γνώσεις αποκτήθηκαν στο ελληνικό σχολείο της γενέτειράς του, ενώ αργότερα, μέσω εξετάσεων, εισήχθη στο ονομαστό Ζαρίφειο Διδασκαλείο της Φιλιππούπολης. Αποφοίτησε με άριστα το 1902 και, ενώ αρχικά διορίστηκε δάσκαλος στον Πύργο, με την υποστήριξη του μητροπολίτη Αγχιάλου και της κοινότητας της Βάρνας, βρέθηκε στην Αθήνα.

Η στροφή στον δημοτικισμό και οι πρώτες πνευματικές μάχες

Οι σπουδές του στη Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ολοκληρώθηκαν το 1908. Η περίοδος των φοιτητικών του χρόνων ήταν καθοριστική, καθώς τον βρήκε εντεταγμένο στις γραμμές των δημοτικιστών, συμμετέχοντας ενεργά στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα. Το 1907 ήταν ένας από τους ιδρυτές του ποιητικού περιοδικού «Ηγησώ», το οποίο είχε ως φιλοδοξία την ανανέωση της ελληνικής ποίησης και την απαλλαγή της από την «παλαμική ευκολογραφία», επιχειρώντας να εισάγει νέα πρότυπα.

Μετά την αποφοίτησή του, η επαγγελματική του πορεία σημαδεύτηκε από συνεχείς μετακινήσεις και υπηρεσίες στη Μέση Εκπαίδευση (Αμαλιάδα, Αργαλαστή, Μέγαρα, Κερατέα). Η εμπλοκή του στην υπόθεση των «Αθεϊκών» του Βόλου, όπου κυνηγήθηκαν οι μεταρρυθμιστές εκπαιδευτικοί, σηματοδότησε τις πρώτες του ιδεολογικές συγκρούσεις με το συντηρητικό κατεστημένο. Επιστρατεύτηκε δύο φορές, κατά τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο (1913) και στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1916), υπηρετώντας στη Λήμνο.

Η Παρισινή καθοριστική στροφή στον Μαρξισμό

Η χρονιά-σταθμός στη ζωή και το έργο του Βάρναλη υπήρξε το 1919, όταν με υποτροφία βρέθηκε στο Παρίσι για να παρακολουθήσει μαθήματα φιλοσοφίας, φιλολογίας και κοινωνιολογίας. Εκεί, η επαφή του με τα νέα φιλοσοφικά ρεύματα, οι μεγάλες ιδεολογικές ζυμώσεις που ακολούθησαν την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 και η λήξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, λειτούργησαν ως καταλύτης.

Ο Βάρναλης ενστερνίστηκε πλήρως τη ριζοσπαστική μαρξιστική (κομμουνιστική) ιδεολογία, μια στροφή που θα καθόριζε το σύνολο του μετέπειτα έργου του. Η στροφή αυτή αχνοφαίνεται ήδη στο ποίημα «Προσκυνητής» (1919), το οποίο αποτελεί τομή στην ποιητική του εξέλιξη.

Η ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920 είχε ως συνέπεια τη διακοπή της υποτροφίας του. Επέστρεψε στην Αθήνα, όπου διορίστηκε καθηγητής στο Γ’ Γυμνάσιο Πειραιά και, αργότερα (1924), δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία, υπό τη διεύθυνση του Δημήτρη Γληνού.

Η διώξη, η δημοσιογραφία και ο «πολιορκημένος σκλάβος»

Η ιδεολογική του στράτευση επέφερε σύντομα τις συνέπειες. Το 1926, ο Βάρναλης παύτηκε από τη θέση του στην Παιδαγωγική Ακαδημία, αρχικά προσωρινά και εν συνεχεία οριστικά, με αφορμή δημοσίευμα της εφημερίδας Εστία που κατηγορούσε για αντεθνική δράση τους μεταρρυθμιστές Παιδαγωγούς.

Αυτή η εξέλιξη τον απέκλεισε από κάθε δημόσια θέση και τον ανάγκασε να στραφεί ολοκληρωτικά στη δημοσιογραφία ως κύριο βιοποριστικό του μέσο. Τον ίδιο χρόνο έφυγε για τη Γαλλία ως ανταποκριτής της εφημερίδας Πρόοδος.

Το 1927 επέστρεψε και δύο χρόνια αργότερα (1929) παντρεύτηκε την ποιήτρια και φιλόλογο Δώρα Μοάτσου (1895-1979), μια σχέση που τον συνόδευσε σε όλη του τη ζωή. Η πολιτική του δράση, ωστόσο, δεν σταμάτησε. Το 1935, ως αντιπρόσωπος των Ελλήνων συγγραφέων, πήρε μέρος στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα, μαζί με τον Δημήτρη Γληνό. Η συμμετοχή αυτή είχε ως άμεση συνέπεια την εξορία του στη Μυτιλήνη και τον Άγιο Ευστράτιο, μετά από εντολή του Γεωργίου Κονδύλη.

Παρέμεινε πιστός στην κομμουνιστική του ιδεολογία, συμμετέχοντας στην Αντίσταση κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου, βιώνοντας την περιθωριοποίηση και τις διώξεις που βίωσε συνολικά η πνευματική Αριστερά. Το 1959, τιμήθηκε με το Βραβείο Λένιν, επισφραγίζοντας τη διεθνή αναγνώριση του έργου του ως «λογοτέχνη του προλεταριάτου».

Το λογοτεχνικό του έργο: Από τον Παρνασσισμό στον διαλεκτικό υλισμό

Το λογοτεχνικό έργο του Κώστα Βάρναλη είναι ένα πολύπλευρο μωσαϊκό, που αντικατοπτρίζει τη δεκτικότητά του στις νέες ιδέες και την ιδεολογική του εξέλιξη.

Η πρώτη του συλλογή, «Κηρήθρες» (1905), τον βρίσκει επηρεασμένο από τον Παρνασσισμό και τις διονυσιακές-ανθρωπιστικές ιδέες, συμπορευόμενο με τους συγχρόνους του, Άγγελο Σικελιανό και Νίκο Καζαντζάκη.

Η ιδεολογική του στροφή εκδηλώθηκε πλήρως το 1922 με την έκδοση της πρώτης μεγάλης ποιητικής του σύνθεσης, «Το φως που καίει». Εκδόθηκε στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας (ξανατυπώθηκε στην οριστική της μορφή το 1933) και αναγνωρίζεται από την κριτική ως το πρώτο χρονολογικά κοινωνικοφιλοσοφικό έργο της αριστερής λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Την ίδια χρονιά δημοσίευσε το γνωστό ποίημά του «Οι Μοιραίοι», το οποίο μελοποιήθηκε αργότερα από τον Μίκη Θεοδωράκη, αποκτώντας τεράστια λαϊκή απήχηση.

Το 1927 κυκλοφόρησαν οι «Σκλάβοι Πολιορκημένοι», η δεύτερη μεγάλη του σύνθεση, η οποία χαρακτηρίστηκε ως «στρατευμένης και προλεταριακής ποίησης».

Εκτός από την ποίηση, ο Βάρναλης μας κληροδότησε ένα εκτενέστερο αφηγηματικό και κριτικό έργο:

  • «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη» (1931): Ένα πολύκροτο αφηγηματικό έργο, στο οποίο ασκεί σατιρική και ριζοσπαστική κριτική στην κυρίαρχη ιδεολογία, όπως αυτή εκφράζεται στην πολιτική, τη θρησκεία, την κοινωνία και τη φιλοσοφία.
  • «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική» (1925): Η ριζοσπαστική του μελέτη, η οποία προσεγγίζει το έργο του εθνικού μας ποιητή, Διονυσίου Σολωμού, μέσα από το πρίσμα του διαλεκτικού υλισμού, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στους ακαδημαϊκούς κύκλους της εποχής.

Το έργο του Βάρναλη είναι μοναδικό λόγω της συνύπαρξης αντιθετικών στοιχείων: της κοινωνικά και πολιτικά στρατευμένης λογοτεχνίας με την παρουσία σατιρικών, λυρικών, δραματικών και συμβολιστικών στοιχείων. Αυτή η πολυπλοκότητα είναι που του χαρίζει την ιδιαίτερη γοητεία και την διαχρονικότητά του.

Ο Κώστας Βάρναλης υπήρξε επίσης σπουδαίος μεταφραστής, έχοντας μεταφράσει μεταξύ άλλων τους Ηρακλείδες του Ευριπίδη, τον Αίαντα του Σοφοκλή, τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα, και τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου του Γκιστάβ Φλομπέρ.

Η κληρονομιά του ζει και μέσα από τη μελοποιημένη του ποίηση, με κορυφαίους συνθέτες όπως οι Μίκης Θεοδωράκης, Νίκος Μαμαγκάκης, Σταύρος Κουγιουμτζής, Γιάννης Σπανός και Χρήστος Λεοντής, να έχουν ντύσει με νότες τους στίχους του, διασφαλίζοντας ότι το «Φως που Καίει» θα συνεχίσει να φωτίζει τις γενιές.

 

Ο Κώστας Βάρναλης πέθανε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 1974, αφήνοντας πίσω του το έργο ενός ανθρώπου που πάλεψε για την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την κοινωνική ανατροπή, χρησιμοποιώντας την ποίηση και την κριτική σκέψη ως τα πιο αιχμηρά του όπλα.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου