Σαν σήμερα, 15 Ιανουαρίου 1820: Το μεγάλο «όχι» της Αγίας Πετρούπολης – Όταν ο Καποδίστριας αρνήθηκε το στέμμα της επανάστασης

Στις 15 Ιανουαρίου του 1820, μέσα στην παγωμένη και αυστηρή ατμόσφαιρα της Αγίας Πετρούπολης, εκτυλίχθηκε μια από τις πιο κρίσιμες, αλλά και συχνά παρεξηγημένες συναντήσεις της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Εκείνη την ημέρα, ο Εμμανουήλ Ξάνθος, ένας εκ των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας, πέρασε το κατώφλι του γραφείου του Ιωάννη Καποδίστρια, του ανθρώπου που κατείχε τότε την περίοπτη θέση του Υπουργού Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Η αποστολή του Ξάνθου ήταν ιστορική και το βάρος της ασήκωτο: να προσφέρει στον Κερκυραίο διπλωμάτη την ηγεσία της επικείμενης Ελληνικής Επανάστασης. Η άρνηση που ακολούθησε εκείνη τη συνάντηση δεν ήταν μια απλή πράξη δειλίας ή αδιαφορίας, αλλά μια απόφαση βασισμένη σε έναν ακλόνητο διπλωματικό ρεαλισμό που θα καθόριζε το μέλλον του έθνους.
Το παγωμένο ραντεβού και η σύγκρουση δύο κόσμων
Η σκηνή της συνάντησης αποτυπώνει ανάγλυφα τη σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για την ελευθερία. Από τη μία πλευρά βρισκόταν ο Ξάνθος, εκπρόσωπος μιας μυστικής οργάνωσης που τρεφόταν από τον ενθουσιασμό και την ορμή για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού. Από την άλλη, ο Καποδίστριας, ένας πολιτικός που βρισκόταν στην καρδιά της ευρωπαϊκής διπλωματικής σκακιέρας και γνώριζε όσο κανείς άλλος την εχθρότητα της Ιερής Συμμαχίας απέναντι σε κάθε επαναστατικό κίνημα της εποχής. Ο Ξάνθος έβλεπε την ευκαιρία της στιγμής, ενώ ο Καποδίστριας έβλεπε τους κινδύνους μιας πρόωρης και απροετοίμαστης σύγκρουσης που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια νέα εθνική τραγωδία, παρόμοια με εκείνη των Ορλοφικών.
Ο Καποδίστριας, με τη διορατικότητα που τον διέκρινε, εξέφρασε αμέσως τις επιφυλάξεις του για τη δομή και τις δυνατότητες της Φιλικής Εταιρείας. Δεν πείστηκε από τις διαβεβαιώσεις του Ξάνθου για την ετοιμότητα των Ελλήνων, ούτε από την ασάφεια των σχεδίων της οργάνωσης. Για τον ίδιο, η Επανάσταση δεν ήταν ένα ρομαντικό ξέσπασμα, αλλά μια σύνθετη γεωπολιτική επιχείρηση που απαιτούσε στιβαρά θεμέλια, οικονομική ισχύ και, κυρίως, τη διασφάλιση της στήριξης μιας Μεγάλης Δυνάμης. Η άρνησή του να αναλάβει την αρχηγία δεν πήγαζε από έλλειψη πατριωτισμού, αλλά από την πεποίθηση ότι η Φιλική Εταιρεία δεν ήταν ακόμη το όχημα που θα μπορούσε να οδηγήσει με ασφάλεια τους Έλληνες στην ανεξαρτησία.
Ο διπλωμάτης ως «εσωτερικός πράκτορας» του ελληνισμού
Πίσω από το «όχι» του Καποδίστρια κρυβόταν μια βαθιά στρατηγική επιλογή: η πεποίθηση ότι μπορούσε να προσφέρει πολύ περισσότερα στον Αγώνα παραμένοντας στο τιμόνι της ρωσικής διπλωματίας. Γνώριζε καλά ότι η θέση του δίπλα στον Τσάρο Αλέξανδρο Α’ του έδινε τη δυνατότητα να επηρεάζει τις εξελίξεις υπέρ της Ελλάδας από μέσα. Αν αποδεχόταν την ηγεσία μιας παράνομης οργάνωσης, θα έχανε ακαριαία την αξιοπιστία του στα μάτια της Ευρώπης και θα έδινε το τέλειο πρόσχημα στον Μέττερνιχ να παρουσιάσει την ελληνική εξέγερση ως μια αναρχική συνωμοσία που απειλούσε τη σταθερότητα της ηπείρου.
Για τον Καποδίστρια, η ελευθερία έπρεπε να είναι το αποτέλεσμα μιας σταδιακής ωρίμανσης του έθνους. Πίστευε ακράδαντα ότι οι Έλληνες έπρεπε πρώτα να επενδύσουν στην παιδεία και στην ηθική ανάπλαση, ώστε να είναι έτοιμοι να διαχειριστούν το δικό τους κράτος όταν αυτό θα γεννιόταν. Η φράση του ότι «όποιος θέλει να αρχίσει επανάσταση στην Ελλάδα, πρέπει να έχει στο τσεπάπι του το κλειδί της Ρωσίας» αντικατόπτριζε την πολιτική του φιλοσοφία. Χωρίς το «κλειδί» της επίσημης ρωσικής παρέμβασης, θεωρούσε ότι κάθε προσπάθεια θα ήταν καταδικασμένη να πνιγεί στο αίμα. Έτσι, επέλεξε να θυσιάσει την προσωπική του αίγλη ως αρχηγός της Επανάστασης, προκειμένου να παραμείνει ο διπλωματικός προστάτης των Ελλήνων στην Αγία Πετρούπολη.
Η άρνηση που άλλαξε την πορεία της ιστορίας
Η αποχώρηση του Εμμανουήλ Ξάνθου από το γραφείο του Καποδίστρια σήμανε το τέλος μιας ελπίδας, αλλά και την αρχή μιας νέας διαδρομής. Η απογοήτευση των Φιλικών ήταν μεγάλη, καθώς στο πρόσωπο του Καποδίστρια έβλεπαν τον ηγέτη που θα ένωνε όλες τις δυνάμεις του ελληνισμού. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η άρνηση ήταν που ανάγκασε την Εταιρεία να στραφεί στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, αλλάζοντας τον χαρακτήρα της Επανάστασης και δίνοντάς της μια πιο στρατιωτική και λιγότερο διπλωματική κατεύθυνση, τουλάχιστον στα πρώτα της βήματα.
Διαβάστε επίσης
Η ιστορική δικαίωση του Καποδίστρια ήρθε χρόνια αργότερα. Παρά την αρχική του άρνηση, ποτέ δεν έπαψε να αγωνίζεται για την Ελλάδα, ακόμη και όταν οι συνθήκες τον ανάγκασαν να παραιτηθεί από τη ρωσική υπηρεσία. Η μετέπειτα πορεία του ως ο πρώτος Κυβερνήτης της χώρας απέδειξε ότι η αγάπη του για την πατρίδα ήταν το μοναδικό του κίνητρο. Εκείνη η 15η Ιανουαρίου του 1820 δεν ήταν μια στιγμή λιποταξίας, αλλά μια στιγμή απόλυτης πολιτικής ευθύνης. Ο Καποδίστριας αρνήθηκε να γίνει ο αρχηγός μιας εξέγερσης για να μπορέσει αργότερα να γίνει ο θεμελιωτής ενός κράτους. Το «όχι» του στην Αγία Πετρούπολη ήταν, σε τελική ανάλυση, μια πράξη πίστης στη δύναμη της λογικής και της διπλωματίας, υπενθυμίζοντάς μας ότι στην ιστορία, μερικές φορές, η σύνεση είναι η πιο γενναία μορφή ηρωισμού.





0 ΣΧΟΛΙΑ