ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Σαν σήμερα, 10 Ιουλίου 1984: Αυτοκτονεί στις φυλακές ο «ληστής με τις γλαδιόλες» – «Τρέξτε, ο Βενάρδος κρεμάστηκε»

Σαν σήμερα, 10 Ιουλίου 1984: Αυτοκτονεί στις φυλακές ο «ληστής με τις γλαδιόλες» – «Τρέξτε, ο Βενάρδος κρεμάστηκε»
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Σαν σήμερα, το πρωινό της 10ης Ιουλίου 1984 έμελλε να γραφτεί ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια στην ιστορία των ελληνικών φυλακών. Ο Θόδωρος Βενάρδος, μια από τις πιο γνωστές προσωπικότητες της ελληνικής εγκληματικής ιστορίας, βρέθηκε νεκρός μέσα στο κελί όπου κρατούνταν στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού. Η επίσημη εκδοχή έκανε λόγο για αυτοκτονία, ωστόσο από την πρώτη κιόλας στιγμή δεν έλειψαν οι αμφιβολίες και οι καταγγελίες που άφησαν ανοιχτά πολλά ερωτήματα.

Το μυστήριο γύρω από τον θάνατο του «ληστή με τις γλαδιόλες»

Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά τότε, ο φύλακας υπηρεσίας που πραγματοποίησε τον πρωινό έλεγχο αντίκρισε τον κρατούμενο απαγχονισμένο μέσα στο μικρό κελί όπου διέμενε μόνος του. Μπροστά στο σοκαριστικό θέαμα ειδοποίησε αμέσως τους συναδέλφους του φωνάζοντας: «Τρέξτε, ο Βενάρδος κρεμάστηκε». Η αναστάτωση εξαπλώθηκε γρήγορα σε ολόκληρη τη φυλακή. Σωφρονιστικοί υπάλληλοι, κρατούμενοι και ιατρικό προσωπικό κινητοποιήθηκαν άμεσα, ενώ έγιναν προσπάθειες ανάνηψης. Παρά τις προσπάθειες του γιατρού των φυλακών να τον επαναφέρει, ο 35χρονος είχε ήδη καταλήξει.

Ο Βενάρδος δεν ήταν ένας συνηθισμένος κρατούμενος. Το όνομά του είχε γίνει γνωστό σε ολόκληρη την Ελλάδα από τις κινηματογραφικές ληστείες τραπεζών που είχε πραγματοποιήσει τη δεκαετία του 1970, με πιο χαρακτηριστική εκείνη που του χάρισε το προσωνύμιο «ο ληστής με τις γλαδιόλες». Η εικόνα του άνδρα που εισέβαλε σε τράπεζες κρατώντας μια ανθοδέσμη, πίσω από την οποία έκρυβε το όπλο του, είχε μείνει χαραγμένη στη συλλογική μνήμη. Παρά τη δημοσιότητα που είχε αποκτήσει, η καθημερινότητά του μέσα στη φυλακή ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Είχε ήδη εκτίσει περισσότερα από δέκα χρόνια εγκλεισμού, ενώ οι συνεχείς αποδράσεις και οι επαναλαμβανόμενες συλλήψεις είχαν αυξήσει σημαντικά τη συνολική ποινή του. Λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατό του, το δικαστήριο είχε απορρίψει ακόμη μία αίτηση διακοπής της έκτισης της ποινής του, εξέλιξη που φαίνεται πως επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την ήδη εύθραυστη ψυχολογική του κατάσταση.

Ο ίδιος είχε περιγράψει δημόσια την απόγνωσή του, δηλώνοντας: «Δεν αντέχω άλλο. Δεν είμαι άνθρωπος πια. Κάθε μέρα με πεθαίνουν όλο και πιο πολύ. Με θάβουν ζωντανό. Είμαι ήδη νεκρός. Απλά κάποια μέρα θα βρουν το σώμα μου». Τα λόγια αυτά, μετά τον θάνατό του, απέκτησαν ιδιαίτερη βαρύτητα και πολλοί τα θεώρησαν προμήνυμα της τραγικής κατάληξης.

Οι πληροφορίες της εποχής ανέφεραν ότι ο Βενάρδος είχε παρουσιάσει επανειλημμένα αυτοκαταστροφική συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της κράτησής του. Είχε επιχειρήσει πολλές φορές να βάλει τέλος στη ζωή του, χρησιμοποιώντας διαφορετικούς τρόπους, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις χρειάστηκε να μεταφερθεί σε νοσοκομεία ή να τεθεί υπό αυξημένη επιτήρηση. Η συμπεριφορά αυτή είχε οδηγήσει τις αρχές στη μετακίνησή του σε διάφορα σωφρονιστικά καταστήματα υψίστης ασφαλείας. Ωστόσο, η οικογένειά του δεν αποδέχθηκε ποτέ χωρίς επιφυλάξεις την επίσημη εκδοχή των γεγονότων. Κατά την αναγνώριση της σορού, συγγενείς υποστήριξαν ότι εντόπισαν σημάδια στο σώμα και στο πρόσωπό του, τα οποία, σύμφωνα με τους ίδιους, δημιουργούσαν ερωτήματα για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασε τη ζωή του.

Η μητέρα του προχώρησε σε επίσημη αναφορά προς τις εισαγγελικές αρχές, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι ο γιος της δεν είχε λόγο να αυτοκτονήσει εκείνη τη χρονική περίοδο. Υποστήριξε ακόμη ότι, παρά τα σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε, δεν είχε μεταφερθεί σε κατάλληλη ψυχιατρική δομή για θεραπεία και παρακολούθηση. Παράλληλα, έκανε λόγο για ψυχολογική πίεση που, όπως πίστευε, δεχόταν κατά τη διάρκεια της κράτησής του. Στο ίδιο κλίμα κινήθηκαν και δηλώσεις ανθρώπων του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος. Ο γαμπρός του ανέφερε χαρακτηριστικά ότι ο Βενάρδος του είχε εκμυστηρευτεί πως φοβόταν για τη ζωή του, λέγοντας: «Μου είχε πει ότι η ζωή του κινδυνεύει». Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ επίσημα, ωστόσο συνέβαλαν στη δημιουργία ενός πέπλου μυστηρίου που εξακολουθεί να συνοδεύει την υπόθεση μέχρι σήμερα.

Η προσωπική διαδρομή του Βενάρδου ήταν γεμάτη δυσκολίες ήδη από την παιδική του ηλικία. Μεγάλωσε μέσα σε οικογενειακές αναταράξεις, έζησε για ένα διάστημα στη Βραζιλία, ενώ μετά την επιστροφή στην Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπος με προβλήματα στις οικογενειακές του σχέσεις. Αργότερα ακολούθησε το επάγγελμα του μηχανικού εμπορικού ναυτικού, ταξιδεύοντας για χρόνια στη θάλασσα.Παρότι εργαζόταν και δεν αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, οδηγήθηκε σταδιακά στην παρανομία. Οι ληστείες τραπεζών τον κατέστησαν έναν από τους πιο γνωστούς κακοποιούς της εποχής, όχι μόνο για τη δράση του αλλά και για τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούσε τις επιθέσεις του.

Ο θάνατός του, ωστόσο, επισκίασε ολόκληρη τη διαδρομή του. Μέχρι σήμερα εξακολουθούν να υπάρχουν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις γύρω από την υπόθεση. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η επίσημη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία η μακροχρόνια κράτηση, οι επανειλημμένες απορρίψεις των αιτημάτων του και η επιβαρυμένη ψυχική του κατάσταση τον οδήγησαν στην αυτοκτονία. Από την άλλη, η οικογένεια και ορισμένοι υποστηρικτές του θεωρούν ότι δεν δόθηκαν ποτέ πειστικές απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που προέκυψαν μετά τον θάνατό του.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου