Σαν σήμερα, 03 Ιουνίου 1789: Ο Λάμπρος Κατσώνης νικά τον τουρκικό στόλο έξω από την Τήνο

Λάμπρος Κατσώνης: Θρυλικός Έλληνας θαλασσομάχος, ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του στην προσπάθεια να ξεσηκώσει το υπόδουλο Γένος, αν και χωρίς επιτυχία. Γεννημένος στη Λιβαδειά το 1752, αναγκάστηκε σε ηλικία μόλις 16 ετών να εγκαταλείψει την πατρίδα του και να καταφύγει στη βενετοκρατούμενη Ζάκυνθο, αφού κατηγορήθηκε για τη δολοφονία Τούρκου αξιωματικού.
Κατά την περίοδο των Ορλοφικών (1770-1774), κατατάχθηκε στον ρωσικό στόλο, όπου συμμετείχε σε ναυτικές επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων. Μετά τη Συνθήκη του Κιουτσούκ–Καϊναρτζή (1774), εγκαταστάθηκε στην Κριμαία. Εκεί, συνέχισε την πορεία του στον ρωσικό στρατό, όπου διακρίθηκε κατά την εκστρατεία στην Περσία, γεγονός που τον οδήγησε στην προαγωγή του στον βαθμό του λοχαγού.
Με την έναρξη του Ρωσοτουρκικού Πολέμου (1787-1792), ο Λάμπρος Κατσώνης ζήτησε και έλαβε άδεια από τον διοικητή Γκριγκόρι Ποτέμκιν να οργανώσει επαναστατικό αγώνα στην Ελλάδα. Αρχικά μετέβη στην Τεργέστη, όπου με τη βοήθεια χρηματικών εισφορών από Έλληνες της διασποράς απέκτησε μια φρεγάτα, την οποία ονόμασε «Αθηνά της Άρκτου», τιμώντας τη Μεγάλη Αικατερίνη. Τον Φεβρουάριο του 1788, κατέπλευσε στη Ζάκυνθο, έχοντας ενισχύσει τον στόλο του καθ’ οδόν με την αιχμαλώτιση 14 τουρκικών πλοίων.
Ο Γάλλος πρόξενος στα Ιόνια Νησιά, Σεν Σοβέ, που γνώριζε τον Κατσώνη προσωπικά, τον περιέγραψε ως εξής: «Δεν ήξερε ούτε να διαβάζει ούτε να γράφει… Ωστόσο, αυτές οι ελλείψεις καλύπτονταν από τη σταθερότητα, τη δραστηριότητα και την επαγρύπνησή του για κάθε τι που συνέβαινε γύρω του».
Το καλοκαίρι του 1788, ο Κατσώνης ξεκίνησε τις πολεμικές του επιχειρήσεις στο Αιγαίο. Η πρώτη του σημαντική νίκη κατά των Τούρκων σημειώθηκε στις 31 Αυγούστου, κοντά στην Κάρπαθο. Τον Σεπτέμβριο επέστρεψε στη Ζάκυνθο για να ξεχειμωνιάσει και εκεί πληροφορήθηκε ότι η αυτοκράτειρα Μεγάλη Αικατερίνη τον είχε προάγει στον βαθμό του ταγματάρχη.
Την άνοιξη του 1789, επανέλαβε τις ναυτικές του επιχειρήσεις στις ελληνικές θάλασσες. Στις 15 Απριλίου, αντιμετώπισε πλοία Τουρκαλβανών στο Δυρράχιο, ενώ στη συνέχεια ταξίδεψε στην Ιθάκη. Εκεί, ανέλαβε το ρόλο του νονού, βαφτίζοντας τον γιο του αρματολού και συμπατριώτη του, Ανδρούτσου—τον μετέπειτα θρυλικό ήρωα του ’21, Οδυσσέα.
Τον Ιούνιο του 1789, ο Λάμπρος Κατσώνης είχε θέσει υπό τον έλεγχό του όλες τις Κυκλάδες. Στις 27 Ιουλίου, μέσω επιστολής του προς τους προύχοντες των νησιών, τους προέτρεψε να σταματήσουν να καταβάλλουν φόρους στην Οθωμανική Πύλη και να ενεργούν με πλήρη ελευθερία. Στις 4 Ιουλίου, ο Κατσώνης συγκρούστηκε με ισχυρή τουρκική δύναμη μεταξύ Σύρου και Μυκόνου, την οποία διασκόρπισε αποφασιστικά. Ο αρχηγός των Τούρκων, Σερεμέτ Μπέης, τραυματίστηκε, ενώ οι απώλειες της τουρκικής πλευράς ήταν μεγάλες.
Σε ένα διάλειμμα από τις στρατιωτικές του επιχειρήσεις, ο Κατσώνης βρήκε την ευκαιρία να παντρευτεί στην Κέα την αγαπημένη του, κόρη του προκρίτου του νησιού, Πέτρου Σοφιανού.
Η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στο Αιγαίο εξόργισε τον Σουλτάνο, ο οποίος αποφάσισε να λάβει μέτρα κατά του Κατσώνη. Αρχικά, ανάγκασε τον Πατριάρχη Νεόφυτο να εκδώσει επιστολή προς τους νησιώτες, ζητώντας τους να καταδικάσουν τις ενέργειες του επαναστάτη. Στη συνέχεια, προσπάθησε να προσεταιριστεί τον Κατσώνη, προσφέροντάς του -μέσω του δραγουμάνου του στόλου, Στέφανου Μαυρογένη– την παραχώρηση ενός νησιού, υπό την προϋπόθεση ότι θα σταματούσε τη δράση του.
Ο Κατσώνης συνέχισε ακάθεκτος την καταδίωξη των τουρκικών πλοίων. Στις 3 Αυγούστου, εντόπισε έναν τουρκοαλγερινό στολίσκο στο στενό της Μακρονήσου. Με αποφασιστικότητα, τον καταδίωξε και τον ανάγκασε να καταφύγει στο Ναύπλιο. Ωστόσο, λίγες μέρες αργότερα, κινδύνεψε να συλληφθεί στην Κέα, όταν ο τουρκικός στόλος, αποτελούμενος από 26 πλοία, εξαπέλυσε επίθεση. Κατάφερε, όμως, να διαφύγει κυνηγημένος προς τη Μήλο, ενώ οι Τούρκοι εκδικήθηκαν πυρπολώντας το λιμάνι της Κέας.
Τον χειμώνα του 1789, ο Κατσώνης αφιερώθηκε στην επισκευή του στόλου του και στην προετοιμασία της στρατηγικής του για το 1790. Τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους, αφού πήρε μαζί του από την Ιθάκη τον Ανδρούτσο και 500 παλληκάρια, κατέπλευσε στην Κέα. Εκεί φρόντισε να οχυρώσει το νησί, καθώς είχε λάβει πληροφορίες ότι οι Τούρκοι ετοιμάζονταν για εκστρατεία εναντίον του, έχοντας ήδη αγκυροβολήσει στη Σκύρο.
Διαβάστε επίσης
Ο Κατσώνης έσπευσε να τους συναντήσει στα ανοιχτά, ελπίζοντας να τους αιφνιδιάσει με τα πυρπολικά του. Στις 17 Μαΐου 1790, στη θαλάσσια περιοχή του Καβοντόρο, μεταξύ Ευβοίας και Άνδρου, δέχθηκε επίθεση από 16 τουρκικά πλοία υπό τον Μουσταφά Πασά. Ο Κατσώνης αγωνίσθηκε ηρωικά και απέκρουσε την επίθεση χωρίς σημαντικές απώλειες.
Κι ενώ ήταν έτοιμος να περάσει στην αντεπίθεση την επομένη μέρα το πρωί εμφανίσθηκαν 13 αλγερινά πλοία, που ενώθηκαν με τα τουρκικά, συγκροτώντας ένα πανίσχυρο στόλο 29 πλοίων.
Οι Τούρκοι κυρίευσαν τα περισσότερα πλοία του και στο τέλος της ναυμαχίας ο Κατσώνης έμεινε να αγωνίζεται σχεδόν μόνος με τη ναυαρχίδα του «Η Αθηνά της Άρκτου». Όταν είδε το μάταιο του αγώνα την πυρπόλησε κι έφυγε με δύο μικρά πλοία για τα Κύθηρα. Από τους άνδρες του, 565 έχασαν τη ζωή τους και 53 αιχμαλωτίστηκαν. Οι απώλειες των Τούρκων έφθασαν τους 3.000 άνδρες. Από τον επόμενο μήνα κιόλας άρχισε την ανασυγκρότηση του στόλου του και περιορίσθηκε σε μικροεπιδρομές στο Αιγαίο.
Το Μάρτιο του 1791, ο Κατσώνης ήλθε σε συνεννόηση με τους Μανιάτες για γενικότερη εξέγερση, αλλά χρειάζονταν πολλά χρήματα για ένα τέτοιο εγχείρημα. Έγραψε, λοιπόν, στον πρεσβευτή της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη, ζητώντας βοήθεια, όμως οι συνθήκες είχαν αλλάξει. Η λήξη του ρωσσοτουρκικού πολέμου και η υπογραφή της Συνθήκης του Ιασίου ανάγκασε τα ρωσικά πλοία να αφήσουν το Αιγαίο και τον Κατσώνη να χάσει την υποστήριξη των Ρώσων.
Ο Κατσώνης συνέχισε τον αγώνα μόνος του («Εάν η αυτοκράτειρα συνωμολόγησεν ειρήνη, ο Κατσώνης δεν συνομώλογησεν ακόμη την ιδική του » διαμήνυσε στον ρώσο στρατηγό Ταμάρα) και το Μάιο του 1792 έγραψε την περίφημη επιστολή διαμαρτυρίας για την εγκατάλειψη της ελληνικής υπόθεσης από τη Ρωσία, με τον τίτλο «Φανέρωσις του Εξοχωτάτου Χιλιάρχου και Ιππέως Λάμπρου Κατσώνη», η οποία καταλήγει: «Όθεν οι Ρωμαίοι, οπού με το ίδιόν τους το αίμα κατεχρωμάτισαν τα ρωσσικά σήματα, τότε θέλουν παύσει να εχθρεύονται τους εχθρούς με τους οποίους συνεφιλιώθη η Ρωσία, όταν λάβουν τα δίκαια όπου τους ανήκουν.»
Ο Κατσώνης αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Μάνη κι έκανε ορμητήριό του το Πόρτο Κάγιο. Ο στολίσκος του δέχθηκε επίθεση στις 28 Ιουνίου από τουρκικό στόλο που αριθμούσε 30 πλοία. Μαζί του κι ένα γαλλικό πλοίο με μεγάλη δύναμη πυρός. Η ναυμαχία γρήγορα μετατράπηκε σε μάχη στην ξηρά, όπου ο Κατσώνης προξένησε σημαντικές απώλειες στους επιτιθέμενους. Όμως, ο στόλος του είχε καταστραφεί. Οι Τούρκοι διαμήνυσαν στον μπέη της Μάνης Τζανέτο Γρηγοράκη να έλθει προς βοήθειά τους. Ο Γρηγοράκης, κρίνοντας ότι δεν μπορούσε να μην συμμορφωθεί, κινητοποίησε μεγάλο αριθμό Μανιατών, αλλά παράλληλα ειδοποίησε τον Κατσώνη, ο οποίος αναχώρησε κρυφά από τη Μάνη και μετέβη στην Ιθάκη. Οι ενετικές αρχές του νησιού τον υποδέχθηκαν θερμά, αλλά στη συνέχεια αναγκάστηκαν να τον απελάσουν, κατόπιν διαμαρτυρίας του Σουλτάνου.
Στο τέλος Σεπτεμβρίου 1794 έφθασε με την οικογένειά του στην Πετρούπολη και παρουσιάστηκε στην τσαρική αυλή. Η Αικατερίνη υποδέχθηκε με ψυχρότητα τον Κατσώνη, τον οποίον χρησιμοποίησε για τα σχέδιά της και αδιαφόρησε για την τύχη του. Ο διάδοχός της Παύλος Α’ αναγνώρισε τις υπηρεσίες του προς τη Ρωσία και του δώρισε 470.000 ρούβλια.
Ο Κατσώνης υπέβαλε την παραίτησή του από αξιωματικός και μαζί με αρκετούς έλληνες συναγωνιστές του εγκαταστάθηκε στο χωριό Καράσοϊ της Κριμαίας, το οποίο μετονόμασε σε Λεβάδεια (σημερινό Livadia Palace), σε ανάμνηση της γενέτειράς του. Πέθανε το 1804, σε ηλικία 52 ετών.
Ο Λάμπρος Κατσώνης με τη δράση του στις ελληνικές θάλασσες την τετραετία 1788-1792 προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στη Ρωσία κατά τη διάρκεια του πολέμου της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εξανάγκασε του Τούρκους να διασπάσουν το στόλο τους, διατηρώντας ισχυρή μοίρα στο Αιγαίο, που θα στελλόταν διαφορετικά στον Εύξεινο Πόντο, κύριο θέατρο των ναυτικών επιχειρήσεων. Παράλληλα, ο Κατσώνης πρόσφερε μοναδικές υπηρεσίες στο Γένος. εξυψώνοντας στα μάτια των Ευρωπαίων το όνομα των Ελλήνων και αναπτερώνοντας το εθνικό τους φρόνημα. Τα κατορθώματά του ενέπνευσαν την επόμενη γενιά, που πραγματοποίησε την Επανάσταση του ’21.






0 ΣΧΟΛΙΑ