Πλήρωσε την καλοσύνη της με τη ζωή της: Η δολοφονία της Μπρίτανι από έναν άστεγο που βοηθούσε

Η ιστορία της Μπρίτανι Ταβάρ δεν είναι απλώς μια καταγραφή ενός αποτρόπαιου εγκλήματος, αλλά μια βαθιά διδακτική και τραγική μελέτη πάνω στην ανθρώπινη φύση, την εμπιστοσύνη και τα όρια της κοινωνικής αλληλεγγύης. Στην καρδιά της Φλόριντα, έξω από το ιστορικό Σεντ Ογκουστίν —την παλαιότερη πόλη των Ηνωμένων Πολιτειών— η Μπρίτανι ζούσε μια ζωή που πολλοί θα ζήλευαν, σε μια πλούσια παραθαλάσσια κοινότητα όπου η ασφάλεια θεωρούνταν δεδομένη και η γειτονιά λειτουργούσε σαν μια μεγάλη οικογένεια. Όμως, πίσω από τους φοίνικες και την αλμύρα του Ατλαντικού, υφαινόταν ένας εφιάλτης που θα κατέληγε σε μια από τις πιο συζητημένες υποθέσεις δολοφονίας στην αμερικανική τηλεόραση.
Η φιλάνθρωπος της διπλανής πόρτας
Η 45χρονη Μπρίτανι Ταβάρ ήταν μια γυναίκα με έντονη προσωπικότητα και ακόμα πιο έντονη ενσυναίσθηση. Ζώντας μόνη της στο ευρύχωρο παραθαλάσσιο σπίτι της, είχε υιοθετήσει μια στάση ζωής που πολλοί χαρακτήριζαν ριψοκίνδυνη: συχνά άνοιγε την πόρτα της σε ανθρώπους που η κοινωνία είχε αφήσει στο περιθώριο. Δεν ήταν σπάνιο για εκείνη να φιλοξενεί άστεγους ή ανθρώπους σε ανάγκη, προσφέροντάς τους στέγη και τροφή με αντάλλαγμα μικρές εργασίες συντήρησης στο σπίτι. Για την Μπρίτανι, αυτή η ανταλλακτική οικονομία της καλοσύνης ήταν ένας τρόπος να δίνει ευκαιρίες σε ανθρώπους που πίστευε ότι απλώς στάθηκαν άτυχοι.
Ένας από αυτούς τους ανθρώπους ήταν ο Τζόζεφ Ρόμπερτς. Τον γνώρισε σε ένα τοπικό βιβλιοπωλείο, έναν χώρο που η ίδια αγαπούσε. Ο Τζόζεφ δεν έμοιαζε με την εικόνα που έχουν οι περισσότεροι για έναν άστεγο. Ήταν ένας όμορφος, νέος άνδρας, με ευγενικούς τρόπους και μια αύρα μελαγχολίας που ενεργοποίησε τα μητρικά και προστατευτικά ένστικτα της Μπρίτανι. Όταν της εκμυστηρεύτηκε ότι έχασε τη δουλειά του σε ένα βενζινάδικο και ότι δεν είχε πού να μείνει μετά τον θάνατο των γονιών του, εκείνη δεν δίστασε. Του προσέφερε το δωμάτιο των ξένων, ελπίζοντας ότι θα τον βοηθούσε να σταθεί ξανά στα πόδια του.
Το τελευταίο πάρτι και η σιωπή που ακολούθησε
Η 6η Ιουλίου 2010 ήταν μια ημέρα γιορτής για την κοινότητα. Λόγω του εορτασμού της Ημέρας της Ανεξαρτησίας, οι γείτονες είχαν οργανώσει μια μεγάλη συγκέντρωση με φαγητό και ποτό. Η Μπρίτανι εμφανίστηκε στο πάρτι γεμάτη ενέργεια, έχοντας στο πλευρό της τον «προστατευόμενό» της, τον Τζόζεφ. Οι φίλοι της θυμούνται έναν νεαρό που έδειχνε απόλυτα φυσιολογικός, αν και κάπως απόμακρος. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι εκείνες ήταν οι τελευταίες ώρες που η Μπρίτανι θα απολάμβανε τη συντροφιά των αγαπημένων της προσώπων.
Γύρω στις 9 το βράδυ, η Μπρίτανι σταμάτησε σε ένα κοντινό βενζινάδικο για να γεμίσει το ρεζερβουάρ του Toyota Rav4 της. Οι κάμερες ασφαλείας κατέγραψαν μια γυναίκα που δεν έδειχνε να βρίσκεται υπό πίεση. Όμως, μετά από αυτό το σημείο, το σκοτάδι κάλυψε τα πάντα. Τις επόμενες ημέρες, το τηλέφωνό της παρέμενε κλειστό και το σπίτι της έμοιαζε βυθισμένο σε μια παράξενη ηρεμία. Όταν οι φίλοι της αποφάσισαν να ερευνήσουν, η πρώτη εικόνα δεν παρέπεμπε σε έγκλημα. Το αυτοκίνητο έλειπε, οδηγώντας κάποιους στο συμπέρασμα ότι ίσως είχε φύγει για ένα αυθόρμητο ταξίδι. Η οικογένειά της, όμως, γνώριζε καλά ότι η Μπρίτανι δεν θα άφηνε ποτέ τις γάτες της και τα δύο αγαπημένα της σκυλάκια μπισόν φριζέ χωρίς να ενημερώσει κανέναν.
Η οσμή της χλωρίνης και το σπίτι-φάντασμα
Η αστυνομία, αρχικά διστακτική να ξεκινήσει έρευνα για μια ενήλικη γυναίκα χωρίς ενδείξεις βίας, πείστηκε τελικά από την επιμονή των φίλων της. Όταν μπήκαν στο εσωτερικό του σπιτιού με τη βοήθεια κλειδαρά, η πρώτη αίσθηση που τους χτύπησε ήταν η αποπνικτική μυρωδιά της χλωρίνης. Το σπίτι ήταν «χειρουργικά» καθαρό, κάτι που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τη ζωντανή και κάπως ακατάστατη φύση της ιδιοκτήτριας. Τα σκυλιά έλειπαν, αλλά οι γάτες περιφέρονταν πεινασμένες. Ένα άλλο στοιχείο που προκάλεσε ρίγη ήταν ο κλιματισμός: δούλευε στο μέγιστο, μια σπατάλη ενέργειας που η Μπρίτανι δεν θα επέτρεπε ποτέ αν έλειπε για ταξίδι.
Η αστυνομία άρχισε να ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής της. Ανακάλυψαν ότι η Μπρίτανι βρισκόταν σε μια σφοδρή δικαστική διαμάχη με μια γειτόνισσα, με την οποία κάποτε ήταν φίλες. Τη μέρα που εξαφανίστηκε, έπρεπε να εμφανιστεί στο δικαστήριο για να ζητήσει περιοριστικά μέτρα. Αρχικά, οι υποψίες έπεσαν στη γειτόνισσα, αλλά το άλλοθί της ήταν ακλόνητο. Το ενδιαφέρον των αρχών μετατοπίστηκε τότε στον μυστηριώδη νεαρό που φιλοξενούσε. Πού ήταν ο Τζόζεφ Ρόμπερτς και γιατί κανείς δεν τον είχε δει μετά το βράδυ της 6ης Ιουλίου;
Το ανθρωποκυνηγητό και η προδοσία των πιστωτικών καρτών
Στις 10 Ιουλίου, ένα παράξενο εύρημα στη Νότια Καρολίνα, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, επιβεβαίωσε τους χειρότερους φόβους. Τα δύο σκυλάκια της Μπρίτανι βρέθηκαν να περιφέρονται μόνα τους στους δρόμους. Ήταν σαφές ότι όποιος τα είχε πάρει, προσπαθούσε να καλύψει τα ίχνη του, αλλά δεν είχε την καρδιά —ή την ψυχραιμία— να τα σκοτώσει. Την επόμενη μέρα, ένας αστυνομικός στο Γουαϊόμινγκ σταμάτησε το Toyota της Μπρίτανι για υπερβολική ταχύτητα. Οδηγός ήταν ο Τζόζεφ Ρόμπερτς. Δυστυχώς, λόγω έλλειψης συντονισμού στα συστήματα πληροφοριών εκείνη τη στιγμή, ο αστυνομικός τον άφησε να φύγει με μια απλή κλήση, αγνοώντας ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο μιας αγνοούμενης.
Ο Ρόμπερτς, όμως, έκανε το κλασικό λάθος των ερασιτεχνών εγκληματιών: άρχισε να χρησιμοποιεί την πιστωτική κάρτα της Μπρίτανι για να χρηματοδοτήσει τη φυγή του. Από τη Βόρεια Καρολίνα μέχρι το Άινταχο και το Όρεγκον, οι αρχές ακολουθούσαν τα ίχνη των συναλλαγών του. Το ανθρωποκυνηγητό κατέληξε στο Σιάτλ στις 12 Οκτωβρίου, όταν ο Τζόζεφ συνελήφθη για μια ασήμαντη κλοπή σε κατάστημα. Όταν οι ντετέκτιβ από τη Φλόριντα έφτασαν για να τον ανακρίνουν, ο νεαρός με το «αγγελικό» πρόσωπο κατέρρευσε και ομολόγησε την αποτρόπαιη πράξη του.
Η ομολογία: Ένα σφυρί και μια παράλογη οργή
Η ομολογία του Ρόμπερτς ήταν σοκαριστική για την έλλειψη ενσυναίσθησης που παρουσίαζε. Εξήγησε ότι η Μπρίτανι τον πίεζε να τελειώσει ένα DVD με στοιχεία για τη δίκη της, το οποίο εκείνος είχε υποσχεθεί να φτιάξει στον υπολογιστή που εκείνη του είχε αγοράσει. Το πρωί της 7ης Ιουλίου, η Μπρίτανι, θυμωμένη με την αναβλητικότητά του, του ούρλιαξε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Σε μια έκρηξη τυφλής οργής, ο Τζόζεφ πήρε ένα σφυρί από την κουζίνα και τη χτύπησε στο κεφάλι. Όταν συνειδητοποίησε ότι ήταν ακόμα ζωντανή, πήρε ένα μαχαίρι και ολοκλήρωσε το έγκλημα κόβοντάς της τον λαιμό.
Διαβάστε επίσης
Μετά τη δολοφονία, ο Ρόμπερτς λειτούργησε με μια παγωμένη ψυχραιμία. Καθάρισε το σπίτι με χλωρίνη, τύλιξε το πτώμα σε σεντόνια και σακούλες και το μετέφερε στο αυτοκίνητο. Πήρε μαζί του τα σκυλιά, πιστεύοντας ότι αν τα άφηνε πίσω, οι γείτονες θα υποψιάζονταν αμέσως ότι κάτι κακό συνέβη. Οδήγησε μέχρι ένα δάσος, όπου άφησε το πτώμα της ευεργέτιδάς του εκτεθειμένο, ανίκανος να σκάψει τον σκληρό τάφο που αρχικά είχε σχεδιάσει.
Το προφίλ ενός κοινωνικού παρασίτου
Η έρευνα που ακολούθησε αποκάλυψε ότι ο Τζόζεφ Ρόμπερτς ήταν ένας «επαγγελματίας» φιλοξενούμενος. Είχε αναπτύξει την ικανότητα να γοητεύει γυναίκες που ένιωθαν μοναξιά ή είχαν έντονη την ανάγκη να προσφέρουν, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως θύμα των περιστάσεων. Όλες οι προηγούμενες γυναίκες που τον είχαν φιλοξενήσει περιέγραψαν το ίδιο μοτίβο: στην αρχή ήταν ευχάριστος και βοηθητικός, αλλά σύντομα βυθιζόταν στην κατάθλιψη, τα ναρκωτικά και την επιθετικότητα. Η Μπρίτανι Ταβάρ δεν ήταν η πρώτη του στάση, ήταν όμως η τελευταία, γιατί εκείνη δεν πρόλαβε να τον διώξει εγκαίρως.
Ο Τζόζεφ Ρόμπερτς καταδικάστηκε τελικά σε 30 χρόνια κάθειρξη, αφού οι εισαγγελείς δέχθηκαν μια συμφωνία για φόνο δεύτερου βαθμού λόγω της ψυχικής του κατάστασης. Η υπόθεση της Μπρίτανι Ταβάρ παραμένει μια σκοτεινή υπενθύμιση ότι η καλοσύνη, αν και είναι η υψηλότερη των αρετών, μπορεί μερικές φορές να γίνει το τρωτό σημείο που εκμεταλλεύεται το απόλυτο κακό. Η Μπρίτανι πέθανε επειδή πίστεψε στη δυνατότητα ενός ανθρώπου να αλλάξει, αγνοώντας ότι μερικές φορές, το σκοτάδι που κουβαλάει κάποιος είναι πολύ βαθύτερο από όσο μπορεί να φωτίσει οποιαδήποτε πράξη γενναιοδωρίας.






0 ΣΧΟΛΙΑ