ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Παντελής Καζάκος: Ο φύλακας της ΕΡΤ που έγινε μακελάρης της Αθήνας – Η τυφλή μανία του ρατσισμού που άφησε δύο νεκρούς και επτά παράλυτους

Παντελής Καζάκος: Ο φύλακας της ΕΡΤ που έγινε μακελάρης της Αθήνας – Η τυφλή μανία του ρατσισμού που άφησε δύο νεκρούς και επτά παράλυτους
Ο μακελάρης
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Η Αθήνα του Οκτωβρίου 1999 έζησε μέρες τρόμου, όταν ένας αόρατος δολοφόνος περιφερόταν στο σκοτάδι, στοχεύοντας αποκλειστικά μετανάστες. Ο 23χρονος Παντελής Καζάκος, ένας φύλακας της ΕΡΤ, μετέτρεψε τους δρόμους του κέντρου σε πεδίο μάχης. Μέσα σε λίγα 24ωρα, δύο άνθρωποι δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ και επτά τραυματίστηκαν σοβαρά, σε ένα φονικό ξέσπασμα που συγκλόνισε την Ελλάδα και αποκάλυψε με βίαιο τρόπο τον κίνδυνο του ρατσισμού. Η ιστορία του Καζάκου, η ψυχρή ομολογία του και η δίκη του, αποτελούν μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες του ελληνικού True Crime.

ΜΕΡΟΣ Α: Το προφίλ του δράστη και η προετοιμασία

Ο Παντελής Καζάκος γεννήθηκε το 1976. Μεγάλωσε στην Αθήνα και από νεαρή ηλικία φαίνεται να υιοθέτησε ακροδεξιές και ρατσιστικές πεποιθήσεις. Καθηγητές του στο 34ο Λύκειο κατέθεσαν αργότερα ότι ήδη από τα σχολικά χρόνια εξέφραζε ανοιχτά ακραίες εθνικιστικές ιδέες. Συμμαθητές του τον θυμόντουσαν να συμμετέχει σε δραστηριότητες της Χρυσής Αυγής και να διακηρύττει μίσος για τους αλλοδαπούς. Μετά τη στρατιωτική του θητεία, ο Καζάκος προσλήφθηκε ως υπάλληλος ασφαλείας στην κρατική τηλεόραση (ΕΡΤ), μια δουλειά που την ήθελε πολύ.

Παρόλο που δεν υπήρχε κανένα προηγούμενο στοιχείο ψυχολογικών προβλημάτων, ο ίδιος ο Καζάκος είχε περάσει μια ταραχώδη φάση: είχε κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών και χρειάστηκε να ενταχθεί σε πρόγραμμα αποτοξίνωσης στη θεραπευτική κοινότητα «Στροφή». Σύμφωνα με τον πατέρα του, ο Παντελής είχε αναπτύξει ανησυχητικές εμμονές. Καθόταν μόνος του παραμιλώντας, φαντασιωνόταν σενάρια πολέμου και κυκλοφορούσε στο σπίτι φορώντας νέα στρατιωτική στολή παραλλαγής, σαν να βρισκόταν σε διαρκή πολεμική ετοιμότητα. Κανείς από τον περίγυρό του δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα έφτανε στο σημείο να γίνει αδίστακτος δολοφόνος.

ΜΕΡΟΣ Β: Η φρίκη του Οκτωβρίου 1999 – Δύο νύχτες τρόμου

Τα ξημερώματα της 20ής Οκτωβρίου του 1999, ο Παντελής Καζάκος βγαίνει από το σπίτι του στην περιοχή Μπραχάμι, οπλισμένος με ένα μη αυτόματο πιστόλι τύπου Browning των 7,65 mm. Ομολόγησε αργότερα με κυνισμό: «Έφυγα από το σπίτι μου με το πιστόλι. Αποφασισμένος να σκοτώσω όποιον αλλοδαπό έβλεπα στο δρόμο. Γιατί το κακό αυτό έχει παραγίνει».

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ο Καζάκος εντοπίζει στο Μεταξουργείο μια παρέα τριών Κούρδων προσφύγων, που είχαν φτάσει στην Ελλάδα μόλις ενάμιση μήνα πριν. Τους ρωτάει αν είναι Κούρδοι. Μόλις εκείνοι απαντούν καταφατικά, ο Καζάκος υψώνει το όπλο του και αδειάζει τη γεμιστήρα πάνω τους, ρίχνοντας οχτώ πυροβολισμούς εν ψυχρώ. Από τις σφαίρες, πέφτει νεκρός επί τόπου ο 22χρονος Κούρδος Χοσεβή. Ο ένας τραυματίας, ο Σεφάν, έμεινε καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο λόγω σφαίρας στη σπονδυλική στήλη. Ο Καζάκος, την ώρα της επίθεσης, φώναζε με μανία: «Εγώ είμαι ορθόδοξος», μια κραυγή που φανέρωνε ότι στα μάτια του οι μουσουλμάνοι πρόσφυγες ήταν άπιστοι εχθροί.

Την επόμενη μέρα, πήγε κανονικά στη δουλειά του ως φύλακας στην ΕΡΤ, χωρίς κανένα σημάδι ανησυχίας.

Η νύχτα της 21ης προς 22α Οκτωβρίου 1999 βρήκε τον Καζάκο να περιφέρεται ξανά στο κέντρο, επιζητώντας νέα θύματα. Στην πλατεία Κουμουνδούρου πυροβολεί δύο εργάτες από το Μπαγκλαντές και λίγο αργότερα άλλους τρεις άντρες από Αίγυπτο και Πακιστάν. Παρότι οι πέντε αυτοί άνδρες επιζούν, δύο από αυτούς μένουν παράλυτοι σε αναπηρικό καροτσάκι εφ’ όρου ζωής.

Στην πλατεία Ομονοίας, ο δρόμος του Καζάκου διασταυρώνεται με τον 22χρονο ναυτικό Απόστολο Αποστόλη, έναν γνωστό του. Ο Καζάκος, μέσα στον παρανοϊκό του ενθουσιασμό, του λέει: «Ακολούθησέ με για να δεις πώς εκτελούνται οι μυστικές αποστολές του Αποστόλου». Ο Αποστόλης τον ακολουθεί. Ο Καζάκος πυροβολεί τρεις φορές εξ επαφής έναν 43χρονο από τη Γεωργία, ο οποίος εκπνέει λίγα λεπτά αργότερα, κοντά στη συμβολή των οδών Πειραιώς και Υπείρου.

ΜΕΡΟΣ Γ: Η δίκη και η κατάρριψη του ισχυρισμού της «τρέλας»

Ο απολογισμός των τριών ημερών ήταν τρομακτικός: Δύο άνθρωποι δολοφονημένοι και εφτά τραυματίες, όλοι τους αλλοδαποί. Η Αθήνα του 1999 θα ξημερώσει κουβαλώντας το βάρος αυτών των φονικών.

Ο Παντελής Καζάκος συνελήφθη λίγο μετά τις 4:30 τα ξημερώματα της 22ας Οκτωβρίου. Στη Γενική Ασφάλεια, ο 23χρονος ομολόγησε τα πάντα με κυνισμό: «Εγώ τα έκανα όλα γιατί δεν γουστάρω τους ξένους».

Η δίκη ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2001. Η υπεράσπιση (με επικεφαλής εξέχοντες δικηγόρους) προσπάθησε να πείσει το δικαστήριο ότι ο Καζάκος ήταν ψυχικά διαταραγμένος και ενεργούσε υπό την επήρεια παράνοιας. Ο ίδιος ο Καζάκος αυτοχαρακτηρίστηκε ψυχασθενής, ενώ ο πατέρας του κατέθεσε για τους φόβους του γιου του ότι ο Παντελής στο μυαλό του «έβλεπε πολέμους» και «είχε εντολές από την κυβέρνηση να κάνει αυτά τα εγκλήματα».

Ωστόσο, οι συγκλονιστικές μαρτυρίες των επιζώντων θυμάτων διέλυσαν τον ισχυρισμό της υπεράσπισης. Ένας τραυματίας από τη Νιγηρία ρώτησε τους δικαστές: «Τρελός; Μα οι τρελοί δεν ξέρουν να επιλέγουν. Αν ήταν πράγματι τρελός, είναι περισσότερο από σίγουρο πως θα είχε πάρει στο λαιμό του και Έλληνες, όχι μόνο μαύρους. Είναι το λιγότερο αστείο να το λέει κανείς αυτός. Τυφλός ναι, τρελός σε καμία περίπτωση.»

Το δικαστήριο έκρινε ομόφωνα τον Παντελή Καζάκο ένοχο για δύο ανθρωποκτονίες από πρόθεση και επτά απόπειρες ανθρωποκτονίας. Του επιβλήθηκε ποινή δύο φορές ισόβια κάθειρξη και 25 χρόνια κάθειρξη επιπλέον. Η απόφαση επικυρώθηκε στο εφετείο το 2002.

Ο Παντελής Καζάκος εξακολουθεί να βρίσκεται στη φυλακή μέχρι και σήμερα, έχοντας διανύσει πάνω από 24 χρόνια πίσω από τα σίδερα.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου