ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Όταν η Ελλάδα ξεσηκώθηκε: Οι απεργίες που έγραψαν ιστορία στην χώρα μας

Όταν η Ελλάδα ξεσηκώθηκε: Οι απεργίες που έγραψαν ιστορία στην χώρα μας
Οι απεργίες στην Ελλάδα από το Athensmagazine.gr
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Μια ακόμη 24ωρη απεργία πραγματοποιείται την Τετάρτη (9/4), με την χώρα να «παραλύει» από τον ξεσηκωμό των επαγγελματιών και των συνδικαλιστών, που ζητούν τη δικαίωση των δικών τους αιτημάτων.

Οι απεργιακές κινητοποιήσεις έχουν γίνει ακόμη περισσότερες το τελευταίο χρονικό διάστημα, με τον χειρισμό της τραγωδίας των Τεμπών να έχει παίξει το δικό του ρόλο. Η χώρα μας, άλλωστε, έχει παράδοση σε απεργίες, που συντάραξαν στην Ελλάδα, με δράση άνω του αιώνα, που δε θα σταματήσει.

Τα πρώτα δείγματα από το 1888 και η πρώτη μεγάλη πανεπαγγελματική απεργία

Στην Ελλάδα, η ιστορία των εργατικών κινημάτων έχει μια ιδιαίτερη πορεία. Τα πρώτα σημάδια εμφανίστηκαν με την ανάπτυξη της καπνοκαλλιέργειας κατά τον 19ο αιώνα. Η πρώτη καταγεγραμμένη απεργία στον υπό οθωμανική διοίκηση ελλαδικό χώρο σημειώθηκε την Πρωτομαγιά του 1888 στη Δράμα, όταν οι καπνεργάτες διεκδίκησαν δεκάωρη εργασία. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1892, πραγματοποιήθηκε η πρώτη συγκέντρωση για την Πρωτομαγιά στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, ενώ το 1893 περίπου 2.000 εργάτες απαίτησαν οκτάωρο, κυριακάτικη αργία και κρατική προστασία για τα θύματα εργατικών ατυχημάτων. Στην ογκώδη πορεία του 1894, με τα ίδια αιτήματα, σημειώθηκαν 10 συλλήψεις.

Από τη δεκαετία του 1930, έναν χρόνο μετά το παγκόσμιο οικονομικό κραχ του 1929, έως τη Χούντα το 1967, οι συνθήκες εργασίας για τους εργαζόμενους ήταν τραγικές. Η εργασία ήταν ανασφάλιστη, ενώ το οκτάωρο φαινόταν σαν μακρινό όνειρο. Οι αμοιβές ήταν ελάχιστες, σχεδόν συμβολικές, και η εισροή χιλιάδων προσφύγων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή οδήγησε σε περαιτέρω πτώση των μισθών λόγω της υπερπροσφοράς εργατικών χεριών. Παράλληλα, η πολιτική δραστηριότητα κορυφώθηκε, ιδίως μετά την εφαρμογή του περιβόητου «ιδιώνυμου» νόμου του Βενιζέλου το 1929 (Ν. 4229/24 Ιουλίου 1929), ο οποίος περιόριζε τις ελευθερίες των πολιτών και οδήγησε στη φυλάκιση χιλιάδων.

Η Ελλάδα, προσπαθώντας να συνέλθει από τις επιπτώσεις της Μικρασιατικής Καταστροφής, βρέθηκε αντιμέτωπη με σοβαρές κοινωνικές προκλήσεις. Οι πρόσφυγες, καθ’ όλη τη δεκαετία του 1920, στοχοποιούνταν, καθώς θεωρούνταν φθηνό εργατικό δυναμικό που πίεζε προς τα κάτω την αξία της εργασίας, εντείνοντας φαινόμενα κοινωνικού αυτοματισμού. Ταυτόχρονα, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα δύο φύλα γινόταν πιο έντονος, με τις γυναίκες να πληρώνονται λιγότερο από τους άντρες—a μισθολογικό χάσμα που παραμένει έως και σήμερα—ενώ η ανεργία αυξανόταν ραγδαία.

«Η χθεσινή όψις των Αθηνών υπενθύμισε μίαν ολίγον παλαιάν εποχήν: Την εποχήν του αποκλεισμού, ότε οι Αθηναίοι εσχημάτιζον “ουρές” έξωθι των καταστημάτων, αναμένοντες καρτερικώς την διανομήν ολίγων γευστικών ξυλοκεράτων. Χθες επανελήφθη η ιδία ιστορία: Εις κάθε δρόμον, έξωθι εκάστου καταστήματος, διέκρινε κανείς πυκνούς ομίλους πολιτών οι οποίοι ανέμενον να συγκινηθή ο μπακάλης, ο μανάβης, ο χασάπης, ο φούρναρης και να τους ελεήσουν με ολίγον τυρί, με μερικές ντομάτες, με καμμιά τρακοσαριά δράμια μοσχάρι, με δυο-τρεις κουλούρες ψωμί […] Απεργία επαγγελματιών… Ιδού μία πρωτότυπος απεργία, της οποίας δεν είχαμεν λάβει έως τώρα την πικράν πείραν», γράφει στο πρωτοσέλιδο της 10ης Μαρτίου 1927 η «Καθημερινή». Πράγματι, ο κόσμος σχημάτιζε ουρές στα καταστήματα περιμένοντας να προμηθευτεί μερικά απαραίτητα είδη πριν τη μεγάλη απεργία και το οργανωμένο συλλαλητήριο. Γιατί όμως είχε οργανωθεί αυτή η πρωτόγνωρη απεργία;

Η οικουμενική κυβέρνηση Ζαΐμη είχε ανακοινώσει αύξηση του ενοικιοστασίου, νέα φορολογικά μέτρα καθώς και σύσταση αισχροδικείων τα οποία επιβάρυναν τους μικρομεσαίους. Τα σωματεία των επαγγελματιών και των βιοτεχνών καθώς και η ΓΣΕΒΕ ασκούσαν έντονες πιέσεις προκειμένου να διαχωριστούν στη νομοθεσία οι μικρομεσαίες από τις μεγάλες επιχειρήσεις, καθώς οι διάφορες φορολογικές πολιτικές θα έπρεπε να εφαρμόζονται σε διαφορετική κλίμακα, ενώ ζητούσαν την αναθεώρηση των ληστρικών σχεδόν συμβάσεων του ελληνικού δημοσίου με τις Ούλεν και Πάουερ. Έτσι, στο Α΄ Πανεπαγγελματικό Συνέδριο της ΓΣΕΒΕ στις 8 Μαρτίου, προκηρύσσεται γενική απεργία των επαγγελματοβιοτεχνών.

Ο ιδρυτής της «Καθημερινής», Γεώργιος Α. Βλάχος, έγραφε στις 9 Μαρτίου, μία ημέρα πριν την πραγματοποίηση της απεργίας: «Μέχρι της ώρας, καθ’ ην η απεργία πρόκειται να εκραγή, δεν μεσολαβεί ειμή μία μόνον ημέρα. Μία όμως ημέρα είνε αρκετή διά να συνεννοηθή η Κυβέρνησις με μίαν τάξιν, η οποίαν ομιλεί την ιδίαν με αυτήν γλώσσαν, και έχει τα ίδια συμφέροντα με τα συμφέροντα της μεγάλης ολότητος, τα οποία η Κυβέρνησις είναι εντεταλμένη να κηδεμονεύη». Όμως, η κυβέρνηση παρέμεινε ανυποχώρητη και η απεργία δεν αποσοβήθηκε – όπως και τα σοβαρά επεισόδια.

Άμα τη ανακοινώσει της απεργίας, ο στρατός, η χωροφυλακή και η αστυνομία πόλεων βρίσκονταν σε επιφυλακή. Η «Καθημερινή» αναφέρει στο ρεπορτάζ της: «Κατόπιν διαταγής του Υπουργείου των Εσωτερικών οι μαθηταί του σχολείου Χωροφυλακής, οι άνδρες του Αρχηγείου και της ανωτέρας διοικήσεως και της διοικήσεως χωροφυλακής ετέθησαν εις την διάθεσιν της διευθύνσεως δημοσίας ασφαλείας. Επίσης η διεύθυνσις της δημοσίας ασφαλείας ενισχύθη δι’ ενός πλήρους τάγματος πεζικού, μετά πολυβόλων υπό τον ταγματάρχην κ. Μπουρδάκην και μίας ίλης ιππικού. Εις το προαύλιον της διευθύνσεως εστάθμευσαν δύο αντλίαι του πυροσβεστικού λόχου και μία εις την πλατείαν της Ομονοίας με σκοπόν να διαλύσουν πάσαν ενδεχομένην συγκέντρωσιν πολιτών. Των αντλιών επέβαινον ένοπλοι στρατιώται».

Δεν άργησαν να εκδηλωθούν επεισόδια: «Ο υπολοχαγός Χριστοδούλου άνευ ουδενός λόγου και αιτίας έδωκε το παράγγελμα “επί σκοπόν” και αμέσως κατόπιν “πυρ”. Ευθύς ηκούσθησαν εκατόν περίπου πυροβολισμοί. Τα ριφθέντα βλήματα εύρον μεταξύ των πρώτων τον σημαιοφόρον όστις και έπεσεν άπνους, ως και ένα άλλον ο οποίος εβοήθει αυτόν. […] Ο σημαιοφόρος πεσών εσκεπάσθη υπό του λαβάρου ο δε έτερος των φονευθέντων, αφού επροχώρησε μερικά βήματα κλονιζόμενος, κατέπεσεν άπνους. […] Το πλήθος μετά τους πρώτους πυροβολισμούς, ήρχισε να τρέχη πανικόβλητον προς όλας τας διευθύνσεις, ίνα σωθή. Κυρίως όμως ετράπη προς τας παρόδους της λεωφόρου Πανεπιστημίου, Σανταρόζα και Αρσάκη. Κατά την φυγήν πολλοί εκ των διαδηλωτών πεσόντες ετραυματίσθησαν διά μωλώπων ελαφρώς».

Τα επεισόδια αυτά, που έμειναν γνωστά ως «Ματωμένη Πέμπτη», στοίχισαν τη ζωή στους υποδηματοποιούς Γεώργιο Γεράλδη και Μιχάλη Κοντό, καθώς και στον υδραυλικό Κόδρο Μπενούκα. Το ίδιο βράδυ της ίδιας ημέρας ανακοινώθηκε η λύση της απεργίας.

Ο ξεσηκωμός μέχρι την 4η Αυγούστου

Το 1932, η ελληνική οικονομία κατέρρευσε, προκαλώντας ανεξέλεγκτες απολύσεις και δυσβάσταχτες αυξήσεις στις τιμές του νερού και του ηλεκτρικού ρεύματος. Αυτές οι εξελίξεις ενέτειναν την πείνα σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας, πυροδοτώντας δυναμικές κινητοποιήσεις, κυρίως στην Αθήνα και τον Πειραιά. Οι διαδηλώσεις συνοδεύτηκαν από αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομικών δυνάμεων.

Η πίεση προς την πολιτική ηγεσία κλιμακώθηκε όταν οι εργαζόμενοι στα μέσα μαζικής μεταφοράς προχώρησαν σε απεργία, παραλύοντας την καθημερινή ζωή στην πρωτεύουσα. Το 1933, οι καπνέμποροι της Καβάλας απέλυσαν τους άνδρες εργαζομένους, αντικαθιστώντας τους με γυναίκες που πληρώνονταν τον κατώτατο μισθό. Αυτό προκάλεσε γενικό ξεσηκωμό, με 400 εργαζομένους να κλείνονται στις καπναποθήκες. Για μέρες, οι απεργοί πολιορκούνταν από τη Χωροφυλακή και τον Στρατό, μέχρι που η κυβέρνηση απέσυρε τις ένοπλες δυνάμεις και έκανε δεκτά τα αιτήματά τους για ίσες προσλήψεις ανδρών και γυναικών με ίσους μισθούς. Ωστόσο, έναν μήνα αργότερα, οι υποσχέσεις της κυβέρνησης αποδείχθηκαν κενές.

Το 1934, στον Πειραιά, οι ναυτεργάτες και τα πληρώματα κατέλαβαν λιμάνια και πλοία, διεκδικώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας. Σύντομα, απεργία κήρυξαν και οι σιδηροδρομικοί, οι οποίοι θεωρούνταν «εργατική αριστοκρατία», καθώς είχαν κατακτήσει πρωτοφανή δικαιώματα για την εποχή. Ο Στρατός επενέβη για να σπάσει την απεργία και να αποκαταστήσει τη λειτουργία των τρένων, όμως οι εργαζόμενοι κατάφεραν να αποτρέψουν τη συγχώνευση του ταμείου τους με αυτό των κοινωνικών ασφαλίσεων, ένα πάγιο αίτημά τους.

Η κατάσταση κλιμακώθηκε τον Μάιο του 1936 στη Θεσσαλονίκη, όταν οι καπνεργάτες, ένα από τα πιο οργανωμένα και μαχητικά συνδικάτα της χώρας, βρέθηκαν αντιμέτωποι με την Αστυνομία, διεκδικώντας οκτάωρη εργασία και αυξήσεις μισθών. Περίπου 12.000 καπνεργάτες, το 70% των οποίων ήταν γυναίκες, κατέβηκαν στους δρόμους. Η Αστυνομία και ο Στρατός τέθηκαν σε πλήρη επιφυλακή. Η βίαιη καταστολή από την κυβέρνηση Μεταξά οδήγησε στον θάνατο 12 διαδηλωτών, ανάμεσά τους ο 25χρονος αυτοκινητιστής, Τάσος Τούσης, που δολοφονήθηκε στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου. Η συγκλονιστική φωτογραφία της μητέρας του, που τον θρηνούσε στο μέσο του δρόμου, δημοσιεύθηκε στον Τύπο και ενέπνευσε τον Γιάννη Ρίτσο να γράψει την ποιητική συλλογή «Επιτάφιος».

Η βία προκάλεσε κλιμάκωση των απεργιών, με σιδηροδρομικούς και ταχυδρομικούς να συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις. Στις 7 Μαΐου, ο Ιωάννης Μεταξάς υποσχέθηκε να ικανοποιήσει τα αιτήματά τους, όμως την ίδια στιγμή ενίσχυε την αστυνομική παρουσία και έστελνε αντιτορπιλικά για να αντιμετωπίσει τους απεργούς. Στις 9 Μαΐου, οι δυνάμεις ασφαλείας άνοιξαν πυρ κατά του πλήθους, δολοφονώντας διαδηλωτές αδιακρίτως.

Λίγους μήνες αργότερα, με τον φόβο μιας ακόμα γενικής απεργίας και υπό την απειλή του κομμουνισμού, ο βασιλιάς Γεώργιος και ο Ιωάννης Μεταξάς εκμεταλλεύτηκαν την κοινωνική αναταραχή για να επιβάλουν τη Δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Απαγόρευσαν τις απεργίες, εγκαθίδρυσαν «σφραγιστικά» σωματεία και προώθησαν τους πρώτους «εργατοπατέρες», καταστέλλοντας μακροπρόθεσμα το εργατικό κίνημα.

Η απεργία μες στην καρδιά της Κατοχής

Μέσα στην καρδιά της κατοχής, το 1942 μόλις είχε περάσει ο θανατηφόρος χειμώνας του 1941 – 1942, που η πείνα στέρησε τη ζωή σε αρκετούς Έλληνες, οι Τριατατικοί, όπως ονομάζονταν οι εργαζόμενοι των Ταχυδρομείων, των Τηλεγραφημάτων και της Τηλεφωνίας, αψηφούν τους κατακτητές και απεργούν. Αφορμή ήταν η πείνα.

Όπως είχε αναφερθεί: «Οι εργαζόμενοι στα Ελληνικά Ταχυδρομεία τιμούμε, για ακόμη μια φορά, τους αγωνιστές Τριατατικούς, που ύψωσαν το ανάστημα τους ενάντια στο φασισμό και έδωσαν με το παράδειγμα τους ελπίδα στους σκλαβωμένους λαούς της Ευρώπης.

14 Απριλίου 1942, η πρώτη μεγάλη απεργία της υπόδουλης από τους Γερμανούς κατακτητές Ευρώπης, οχτώ μέρες και οχτώ νύχτες στο δρόμο οι απεργοί Τριατατικοί αψηφώντας το θάνατο, μια μεγάλη νίκη, η νίκη της λευτεριάς που «θα τη μνημονεύουν τα χρόνια που θα διαβαίνουν…».

«Ήταν απόγευμα της 14ης Απριλίου, σημειώνουν οι εφημερίδες της εποχής, γύρω στις 4 η ώρα, όταν λιποθύμησε από την πείνα ένας διανομέας στη μεγάλη σάλα του Κεντρικού. Γύρω από το λιπόθυμο συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου, όπως και όλοι οι υπάλληλοι. Ήταν όλοι τους αγανακτισμένοι, αναστατωμένοι και στο στόμα τους προφέρονταν συνεχώς η λέξη απεργία — με αποφασιστικότητα και οργή.

Το ίδιο εκείνο βράδυ, αφού γίνανε και οι σχετικές συνεννοήσεις με την επαρχία αποφασίστηκε να κατέβουν σε Παντριατατική απεργία.

Οι υπάλληλοι του Ταχυδρομείου, της Τηλεφωνίας και της Τηλεγραφίας, όλο το Τριατατικό προσωπικό, αψηφώντας τις απειλές κατεβαίνουν σε απεργία για τη επιβίωση τους.

Ο υπουργός Συγκοινωνιών Μουτούσης θα σπεύσει να καταδικάσει την απεργία χαρακτηρίζοντάς την αντιπολιτευτική κίνηση. Στις 15 Απριλίου μαζί με τον υπουργό Οικονομικών προβαίνουν στην έκδοση διατάγματος σύμφωνα με το οποίο:

«επιστρατεύονται πολιτικώς και επιτάσσονται αι υπηρεσίαι του προσωπικού ΤΤΤ….»

Δύο μέρες αργότερα το Υπουργείο Συγκοινωνιών θα επιστρατεύσει τους αδιόριστους αποφοίτους των προπαρασκευαστικών σχολών ΤΤΤ των ετών 1939-1941, για να αναλάβουν άμεσα υπηρεσία και να λειτουργήσουν έτσι ως απεργοσπαστικός μηχανισμός.

«…..από την πρώτη μέρα – αναφέρει ένας απεργός – η απεργία μας σημείωσε καταπληκτική επιτυχία, παρά το γεγονός ότι οι τριατατικοί ήμασταν επιστρατευμένοι από τους Γερμανούς και κάθε απεργιακή κίνηση πρόβλεπε την ποινή του θανάτου.

Όμως η απεργία μας παρουσιάστηκε τόσο καθολική, που οι κατακτητές δεν τολμήσανε να προβούνε σε εκτελέσεις, αλλά μονάχα στη σύλληψη καμιά τριανταριά συναδέλφων τριατατικών, που τους κλείσανε στο Σταθμό Λαρίσης.

Στο μεταξύ οργανωθήκανε ομάδες επαγρύπνησης και συμπαράστασης και η απεργία τράβηξε τον δρόμο της.

Η πρώτη προκήρυξη και μέχρι να οργανωθεί ο παράνομος μηχανισμός των τριατατικών, δακτυλογραφήθηκε στο σπίτι ενός γιατρού μικροβιολόγου στην οδό Βερανζέρου, που διέθετε γραφομηχανή.

Η Κυβέρνηση χρησιμοποιεί μεθόδους βίας και τρομοκρατίας, προκειμένου να πείσει τους απεργούς να επιστρέψουν στις θέσεις τους.

Οι περισσότερες εφημερίδες της περιόδου συμμετέχουν ενεργά στην προσπάθεια εκφοβισμού των υπαλλήλων. Η παροχή συσσιτίου θα είναι το δέλεαρ, με το οποίο η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να σπάσει την απεργία.

Η κατοχική Κυβέρνηση Τσολάκογλου για να προλάβει την κήρυξη γενικής απεργίας εκδίδει στις 16 Απρίλη, ύστερα από εντολή των δυνάμεων κατοχής, νόμο με τον οποίο «όταν η απεργία δημοσίων λειτουργών διενεργείται υπό εξαιρετικάς συνθήκας και περιστάσεις αποτελεί ιδιώνυμον έγκλημα τιμωρούμενον και δια ποινής του θανάτου».

Οι υπάλληλοι βρέθηκαν μπροστά σε μια τρομερή απειλή και όμως δεν φοβήθηκαν. Δεν υπέκυψαν στις απειλές, αψήφησαν το θάνατο και έδειξαν το δρόμο του αγώνα και της νίκης.

Τις επόμενες μέρες κατεβαίνουν σε απεργία μαζί με τους Τριατατικούς και άλλοι κλάδοι, τόσο στην Αθήνα, όσο και στην επαρχία, με αποτέλεσμα στις 22 Απρίλη να κηρυχθεί η πρώτη καθολική απεργία των δημοσίων υπαλλήλων και να νεκρώσει ο κρατικός μηχανισμός.

Η διανομή φαγητού συνδυαζόμενη με τις συλλήψεις Τριατατικών, με τα έκτακτα Στρατοδικεία που συγκάλεσε και με την επαπειλούμενη ποινή του θανάτου που θα επιβαλλόταν σε όποιον εξακολουθούσε να απεργεί, αποδείχτηκαν αδύναμα να κάμψουν την αποφασιστική στάση των απεργών.

Η Κυβέρνηση αναγκάζεται να κάνει πολλές υποχωρήσεις καθώς, όλοι οι συλληφθέντες απελευθερώνονται, οι διώξεις σταματούν και οι υπάλληλοι επιστρέφουν στις εργασίες τους. Μάλιστα με νομοθετικό διάταγμα θα τους χορηγήσει επίδομα με κλιμακωτή αύξηση μέχρι 300 %.

Η απεργία της 14ης του Απρίλη του 1942, η πρώτη μεγάλη απεργία στη σκλαβωμένη Ευρώπη, θα σηματοδοτήσει ουσιαστικά το ξεκίνημα της αντίστασης των εργαζομένων, θα επιφέρει ένα ισχυρό ράπισμα στους Γερμανούς κατακτητές και θα αποτελέσει πρότυπο για τις κινητοποιήσεις και τις διεκδικήσεις σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής.

Ο συγγραφέας Α. Κ. Δημητρίου, αποτύπωσε την μεγάλη αυτή απεργιακή κινητοποίηση σ’ ένα βιβλιαράκι που παράνομα κυκλοφόρησε το 1945 με τίτλο «Η πρώτη απεργία της σκλαβωμένης Ευρώπης» .

Ο Γεώργιος Βαλκανάς θα γράψει στην εφημερίδα Παντριατατική, 3 χρόνια αργότερα, ένα άρθρο-ύμνο στις κατακτήσεις της μεγάλης απεργίας:

«…..Μπορούν και οι σκλάβοι να αγωνίζονται. Και να νικούν. Δύο νίκες. Τη μία της ψυχής, της λευτεριάς. Και την άλλη υλική. Και το σπουδαιότερο: απολύθηκαν όλοι οι κρατούμενοι και ανακλήθηκαν όλες οι απολύσεις. Επτά μέρες και επτά νύχτες στο δρόμο. Μια νίκη, η πρώτη νίκη κατά του κατακτητού και των οργάνων του, που θα τη σεβαστούν και θα τη μνημονεύουν τα χρόνια που θα διαβαίνουν….».

«Έρχονται οι οικοδόμοι»

Η οργανωμένη αντίδραση απέναντι στον ελεγχόμενο συνδικαλισμό και τους εργατοπατέρες που διόριζαν οι εκάστοτε κυβερνήσεις εκδηλώθηκε στα τέλη της μετεμφυλιακής δεκαετίας του 1950. Όσοι επιδίωκαν να καταργήσουν τον ρόλο του κατευθυνόμενου συνδικαλισμού ίδρυσαν τις Συνεργαζόμενες Εργατοϋπαλληλικές Οργανώσεις, γνωστές ως «115 ΣΕΟ». Στο ίδιο κλίμα αντίστασης, τον Δεκέμβριο του 1960, εμφανίστηκε ένα από τα πιο δυναμικά εργατικά σωματεία της Ελλάδας, αυτό των οικοδόμων, που διεκδικούσαν καλύτερες αμοιβές και ασφαλιστική κάλυψη.

Καθώς η Ελλάδα προσπαθούσε να μπει σε τροχιά ανάπτυξης, οι οικοδόμοι έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι του νέου εργασιακού τοπίου. Ως «εισβολείς της υπαίθρου», όπως χαρακτηρίζονταν στη μεταπολεμική περίοδο εκσυγχρονισμού, κατέκλυζαν τα μεγάλα αστικά κέντρα, προερχόμενοι κυρίως από την επαρχία. Στην εποχή της αντιπαροχής, όπου η οικοδομική δραστηριότητα εκτοξεύθηκε, ο κλάδος αυτός πρόσφερε εργασία χωρίς να απαιτείται πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, κάτι που έδινε διέξοδο σε πολλούς που επέστρεφαν από εξορίες και φυλακές. Οι συνθήκες εργασίας, ωστόσο, ήταν εξαιρετικά σκληρές: χωρίς εφαρμογή οκταώρου, με εξαντλητικά ωράρια, δουλειά από νύχτα σε νύχτα, και ελάχιστη ασφαλιστική κάλυψη – λιγότερο από το 10% των ενσήμων. Επιπλέον, κάθε δεύτερη μέρα σημειωνόταν σοβαρός τραυματισμός εργάτη.

Στις 1 Δεκεμβρίου 1960, η διαδήλωση των οικοδόμων κατέληξε σε πρωτοφανή βία από την πλευρά των αρχών. Η Αθήνα μετατράπηκε σε πεδίο μάχης, με την αστυνομία να χρησιμοποιεί εκτεταμένα χημικά και να ανοίγει πυρ εναντίον των διαδηλωτών. Παρά την αστυνομική καταστολή, οι οικοδόμοι, αιμόφυρτοι και τραυματισμένοι, αντέδρασαν δυναμικά, ξηλώνοντας πεζοδρόμια και εκτοξεύοντας πέτρες εναντίον των αστυνομικών. Η αποφασιστική τους στάση διέψευσε για πρώτη φορά τον μύθο περί της «παντοδυναμίας» της ΕΛΑΣ. Στα επεισόδια τραυματίστηκαν 120 άτομα – 64 εργάτες και 55 αστυνομικοί – ενώ συνελήφθησαν 173 διαδηλωτές. Οι προσαγωγές γίνονταν κατά την καταγγελία βάσει των χεριών τους: αν είχαν κάλους ή ίχνη ασβέστη.

Πριν από την απεργία, «όλα τα σκίαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά». Όμως, μετά την απεργία, όπως έγραψε ο «Νέος Κόσμος», «οι οικοδόμοι έσπασαν τη φοβία που κυριαρχούσε και έγιναν το αγωνιστικό πρότυπο για όλους τους άλλους κλάδους, αναδεικνυόμενοι στην πρωτοπορία των ταξικών αγώνων».

Η «θύελλα» της πενταετίας 1975-1980

Από το 1975 έως το 1980, η Ελλάδα ζει σε ρυθμούς έντονων απεργιακών κινητοποιήσεων. Οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες οδηγούν τους εργαζομένους στους δρόμους, διεκδικώντας συνδικαλιστικές ελευθερίες. Η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνεται, ενώ οι πραγματικοί μισθοί συμπιέζονται.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, πριν το 1975, οι απεργίες των δημοσίων υπαλλήλων θεωρούνταν αυθαίρετες και παράνομες. Το δικαίωμα στην απεργία αναγνωρίστηκε το 1977, ωστόσο παρέμεινε απαγορευμένο για ορισμένες κατηγορίες, όπως οι δικαστικοί, οι ένστολοι, οι λιμενικοί, οι αγροφύλακες και οι εργαζόμενοι στην ΚΥΠ (σημερινή ΕΥΠ).

Σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, το 1980 καταγράφηκαν 20.494.944 χαμένες ώρες εργασίας λόγω απεργιών, με τη συμμετοχή 1.407.821 απεργών. Η τριετία 1977-1980 χαρακτηρίστηκε από έντονη κοινωνική αναταραχή, με την πολιτική σκηνή να κυριαρχείται από τη Νέα Δημοκρατία.

Το 1981, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ανέλαβε την εξουσία, και η συχνότητα των απεργιών υποχώρησε προσωρινά. Όμως, τα επόμενα χρόνια η κατάσταση άλλαξε. Μετά το 1985, σημειώνεται νέο ισχυρό κύμα απεργιών, πυροδοτούμενο από πράξη νομοθετικού περιεχομένου που περιόριζε τις αυξήσεις μισθών πέραν της εισοδηματικής πολιτικής της κυβέρνησης.

Την περίοδο 1986-1987, καταγράφονται 8.839.369 και 16.537.686 χαμένες ώρες εργασίας αντίστοιχα, με τους απεργούς να φτάνουν τους 1.106.420 το 1986 και τους 1.609.175 το 1987.

Η κατάσταση ηρεμεί προσωρινά, αλλά εντείνεται ξανά όταν η Νέα Δημοκρατία επανέρχεται στην εξουσία το 1990. Εκείνη τη χρονιά σημειώθηκαν 234 απεργίες και χάθηκαν 20.335.313 ώρες εργασίας. Οι κινητοποιήσεις προκλήθηκαν από την κατάργηση της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής (ΑΤΑ) και την κατάθεση ασφαλιστικού νομοσχεδίου που αύξανε τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης και τις ασφαλιστικές εισφορές. Επίσης, οι ιδιωτικοποιήσεις εταιρειών όπως η Πειραϊκή Πατραϊκή, η Ολύμπικ Κέτερινγκ και τα Μεταλλεία Εύβοιας προκάλεσαν μαζικές αντιδράσεις.

Το 1992, οι εργαζόμενοι στις αστικές συγκοινωνίες (ΕΑΣ), τις τράπεζες και τη ΔΕΗ πρωταγωνιστούν στις σημαντικότερες απεργίες της μεταπολίτευσης, αντιδρώντας στην ιδιωτικοποίηση και στις αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα. Η ένταση κορυφώνεται με την προώθηση ενός δεύτερου ασφαλιστικού νομοσχεδίου από τη Νέα Δημοκρατία, τροφοδοτώντας νέο κύμα διαδηλώσεων.

Στα επόμενα χρόνια, παρατηρείται σχετική εργασιακή «ειρήνη», εν μέρει λόγω της υπογραφής των Γενικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, που συμβάλλουν στην εξισορρόπηση των εργασιακών σχέσεων.

Το ασφαλιστικό Γιαννίτση

Την εκτίμηση πως εάν πέρναγε η μεταρρύθμιση στο Ασφαλιστικό το 2001 η χώρα δεν θα περνούσε μετά από μια δεκαετία σε μνημόνιο, εξέφρασε ο ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην υπουργός, Τάσος Γιαννίτσης, ο οποίος μίλησε στο Πρώτο Πρόγραμμα 91,6 και 105,8 και στην εκπομπή «Καθρέφτης» με τον Χρήστο Μιχαηλίδη, εξηγώντας ότι τα ελλείμματα του ασφαλιστικού από το 2000-2001 μέχρι το 2010 που περάσαμε σε μνημόνιο, αντιπροσώπευαν το 80% της αύξησης του δημόσιου χρέους της Ελλάδας.

«Αν η χώρα είχε το 2010 ένα χρέος που αντί να αυξηθεί κατά 140 δισεκατομμύρια είχε αυξηθεί κατά 35 δισεκατομμύρια, δεν θα είχαμε φτάσει στην κατάσταση που ήμασταν τότε», τόνισε, σημειώνοντας ότι το ασφαλιστικό είναι από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα που ζούμε. Πρόσθεσε ότι «κανείς δεν μιλάει για αυτό, επειδή έχει γίνει τόσο ακραία προβληματικό, ώστε όποιος και να μιλήσει ξέρει ότι “καίει τα δάκτυλα”, και τη ψυχή».

«Όλοι ξέρουμε την ιστορία του Σίσυφου που προσπαθεί να σηκώσει ένα βράχο και όταν φτάνει στην κορυφή πέφτει πίσω, αλλά αν αυτός ο βράχος γίνεται όλο και πιο βαρύς, έρχεται κάποια στιγμή που ο Σίσυφος δεν μπορεί να καν τον ανεβάσει στην κορυφή. Καλό θα ήταν να μην φτάσουμε σε μια τέτοια κατάσταση, είπε χαρακτηριστικά, λέγοντας πως τα «το σήμερα, με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, είναι απλώς το αύριο του χθες», ενώ «σήμερα διαμορφώνουμε τα προβλήματα του αύριο», αλλά επειδή οι άνθρωποι δεν έχουν χρόνο ζωής 30, 40, 50 έτη όπως παλιά, «το αύριο το ζούμε κι εμείς οι ίδιοι, δεν το σπρώχνουμε σε κάποιους άλλους».

Η μεγάλη απεργία των δασκάλων

Στις 18 Σεπτέμβρη 2006 οι δάσκαλοι ξεκινούν εβδομαδιαίες επαναλαμβανόμενες απεργίες με βασικά αιτήματα: αύξηση των δαπανών για την παιδεία στο 5% του ΑΕΠ ή στο 15% του προϋπολογισμού, ενιαία 12χρονη δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση, ουσιαστική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, αναλυτικά προγράμματα που να εξυπηρετούν τις μορφωτικές ανάγκες των μαθητών και την κριτική τους σκέψη, παιδαγωγική ελευθερία και δημοκρατία στα σχολεία, πραγματική αύξηση των αποδοχών τους, ούτως ώστε να ζούνε αξιοπρεπώς. Κατά τη διάρκεια της απεργίας πραγματοποιήθηκαν τέσσερα μεγάλα συλλαλητήρια με περισσότερους από 40.000 διαδηλωτές.

Η απεργία διαρκεί έξι εβδομάδες. Δεν υλοποιούνται τα αιτήματα. Η σκυτάλη δίνεται σε νέες κινητοποιήσεις στον Μάιο του 2006.

Η ιδιωτικοποίηση της Ολυμπιακής

Στις 12 Δεκεμβρίου 2007, η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ προκήρυξαν 24ωρη πανελλαδική πανεργατική απεργία, αντιδρώντας στα σχέδια της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας για αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα και την ιδιωτικοποίηση της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Υπολογίζεται ότι πάνω από 120.000 άτομα συμμετείχαν στις δύο μαζικές πορείες που πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα, ενώ σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας χιλιάδες διαδηλωτές έδωσαν δυναμικό παρών.

Στις 19 Μαρτίου 2008, ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ προχώρησαν σε ακόμη μία 24ωρη πανελλαδική απεργία, διαμαρτυρόμενες ενάντια στο ασφαλιστικό νομοσχέδιο της Νέας Δημοκρατίας. Οι πορείες της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ και του ΠΑΜΕ στην Αθήνα, καθώς και σε άλλες πόλεις, συγκέντρωσαν περισσότερους από 150.000 συμμετέχοντες. Πολλοί σχολίασαν ότι αυτή η κινητοποίηση ήταν η μεγαλύτερη μετά την αντίστοιχη του 2001 ενάντια στα μέτρα Γιαννίτση για το ασφαλιστικό.

Τον Σεπτέμβριο του 2008, οι εργαζόμενοι στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας ξεκίνησαν έναν δυναμικό αγώνα κατά της επικείμενης διάλυσης της Ολυμπιακής Αεροπορίας από την κυβέρνηση. Με τρεις 24ωρες απεργίες (στις 9, 11 και 25 Σεπτεμβρίου), οι 8.000 εργαζόμενοι πραγματοποίησαν πορείες και καταλήψεις γραφείων, διεκδικώντας την προστασία των θέσεων εργασίας τους και της εταιρείας.

Οι ταραχές του 2008 και η δολοφονία Γρηγορόπουλου

Οι ταραχές του Δεκεμβρίου 2008 στην Ελλάδα ξέσπασαν μετά τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από τον ειδικό φρουρό της Ελληνικής Αστυνομίας Επαμεινώνδα Κορκονέα στα Εξάρχεια, στις 6 Δεκεμβρίου 2008. Μετά τη δολοφονία, διαδηλώσεις και ταραχές έλαβαν μεγάλη έκταση. Ο πραγματικός χαρακτήρας των γεγονότων έγινε αντικείμενο πολιτικής και κοινωνικής τριβής και διχογνωμιών σχετικά με τη φύση και τα αίτιά τους.

Η δολοφονία του νεαρού μαθητή το βράδυ του Σαββάτου της 6ης Δεκεμβρίου 2008 στο κέντρο της Αθήνας προκάλεσε αντιδράσεις από πολίτες σε όλες τις μεγάλες ελληνικές πόλεις, όπως την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τον Πειραιά, την Πάτρα, το Ηράκλειο, τη Λάρισα, τα Ιωάννινα, τα Χανιά, την Κομοτηνή, τον Βόλο, τη Ρόδο, τη Μυτιλήνη, τη Χίο, την Κέρκυρα και το Αγρίνιο. Πορείες διαμαρτυρίας, που διοργανώθηκαν το ίδιο βράδυ του περιστατικού και την επομένη, οδήγησαν σε μεγάλες υλικές καταστροφές γραφείων, καταστημάτων, δημοσίων και ιδιωτικών κτηρίων. Οι μεγαλύτερες καταστροφές σημειώθηκαν στην Αθήνα.

Την επομένη ημέρα από το περιστατικό, διοργανώθηκαν πορείες πολιτών, οι οποίοι επιθυμούσαν να εκδηλώσουν τη δυσαρέσκειά τους απέναντι στη γενικότερη στάση του κρατικού μηχανισμού και στον τρόπο λειτουργίας της Ελληνικής Αστυνομίας, έπειτα από συσσώρευση παρόμοιων περιστατικών και καταγγελιών αστυνομικής βίας. Οι πορείες έλαβαν χώρα, παράλληλα με τις επιθέσεις διαφόρων ομάδων, οι οποίες συνέχισαν τις εκδηλώσεις βίας με αυξανόμενη ένταση. Στο κέντρο της Αθήνας σημειώθηκαν καταστροφές σε πολυκαταστήματα, αυτοκίνητα και τράπεζες.

Λόγω της δολοφονίας του νεαρού πραγματοποιήθηκαν καταλήψεις σε πολλά γυμνάσια και λύκεια της Θεσσαλονίκης, του Βόλου και της Αθήνας, ενώ κλειστό παρέμεινε και το σχολείο στη Σταμάτα όπου φοιτούσε ο μαθητής. Ο υπουργός Παιδείας, Ευριπίδης Στυλιανίδης, κήρυξε την επομένη των ταραχών ημέρα πένθους, ενώ κλειστές παρέμειναν και πανεπιστημιακές σχολές. Πορείες μαθητών πραγματοποιήθηκαν σε όλες τις μικρές και μεγάλες πόλεις της χώρας, εκδηλώνοντας οι μαθητές την αντίδρασή τους στο περιστατικό σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Τρίπολη, Κέρκυρα, Τρίκαλα και Ηράκλειο. Η ΟΛΜΕ, η Ομοσπονδία Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών και οι δάσκαλοι κήρυξαν 24ωρη απεργία, ενώ τριήμερη απεργία κήρυξε και η Ομοσπονδία των Πανεπιστημιακών.

Μαθητές προέβησαν σε συμβολικές εκδηλώσεις, προσφέροντας λουλούδια σε αστυνομικούς και ξαπλώνοντας γυμνοί στα σκαλοπάτια της ΓΑΔΑ ωσάν να ήταν πτώματα. Επιθέσεις με πέτρες, ξύλα, φρούτα και βόμβες μολότοφ δέχθηκαν σχεδόν όλα τα τοπικά αστυνομικά τμήματα της χώρας. Ταυτόχρονα τμήματα στα περισσότερα πανεπιστήμια και ΤΕΙ της χώρας άρχισαν να κλείνουν από τους φοιτητές τους με αποφάσεις κατάληψης, οι οποίες στρέφονταν τόσο κατά της κρατικής καταστολής όσο και κατά της εκπαιδευτικής πολιτικής της κυβέρνησης.

Εκτός Ελλάδας, επεισόδια έγιναν και στη Λευκωσία, όπως επίσης και την Πάφο στις 8 Δεκεμβρίου. Συμβολικές καταλήψεις πραγματοποιήθηκαν από νεαρούς επίσης στην ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο και διαμαρτυρίες στα προξενεία του Βερολίνου, της Φλωρεντίας της Μπολόνια και του Τορίνο, καθώς και στο Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών στη Βενετία, ενώ μικρές φθορές προκλήθηκαν στα προξενεία της Νέας Υόρκης και της Κωνσταντινούπολης.

Λόγω των επεισοδίων στην Ελλάδα, η Βρετανία και η Αυστραλία είχαν προειδοποιήσει τους πολίτες τους να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί σε περίπτωση που επιθυμούσαν να επισκεφτούν την Αθήνα. Μετά το μεσημέρι της Δευτέρας, 8ης Δεκεμβρίου, ο πρωθυπουργός σε δηλώσεις του ανακοίνωσε κρατική οικονομική βοήθεια σε όσους καταστηματάρχες είχαν πέσει θύματα των ταραχών.

Το ίδιο βράδυ διοργανώθηκε συγκέντρωση και πορεία διαμαρτυρίας από κόμματα της αντιπολίτευσης, αριστερές οργανώσεις και φοιτητικούς συλλόγους, στα Προπύλαια και την Ομόνοια. Η αστυνομία διατηρούσε ισχυρές δυνάμεις γύρω από τη Βουλή των Ελλήνων και το Μέγαρο Μαξίμου. Η πορεία δεν πέρασε μπροστά από τη Βουλή, και μέσω του κάτω μέρους της πλατείας Συντάγματος ακολούθησε τη Φιλελλήνων και ολοκληρώθηκε μπροστά στον Εθνικό Κήπο. παράλληλα με αυτή κινήθηκαν ομάδες που προξένησαν καταστροφές σε καταστήματα, τράπεζες, ξενοδοχεία, καθώς και στο υπουργείο Οικονομικών και το υπουργείο Εξωτερικών. Αργότερα οι καταστροφές επεκτάθηκαν κατά μήκος της λεωφόρου Συγγρού. Συγκρούσεις εκδηλώθηκαν επίσης στην Πανεπιστημιούπολη στην περιοχή του Ζωγράφου, γύρω από τα Εξάρχεια καθώς και στον Πειραιά.

Τις ίδιες ώρες διοργανώθηκαν παρόμοιες εκδηλώσεις και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, όπως στη Θεσσαλονίκη, τη Λάρισα, την Πάτρα, την Κρήτη και άλλες περιοχές της ελληνικής περιφέρειας, που σε αρκετές περιπτώσεις συνοδεύτηκαν από επεισόδια. Το βράδυ πυρπολήθηκε το Αστυνομικό Τμήμα Συκεών, ενώ τραυματίστηκε βαριά αστυνομικός φρουρός.

Επίσης υπέβαλε την παραίτησή του ο πρύτανης του Πανεπιστημίου των Αθηνών, Χρήστος Κίττας, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την πυρπόληση κτηρίων του πανεπιστημίου Αθηνών. Από τη φωτιά απειλήθηκε το κτήριο «Κωστής Παλαμάς», που βρίσκεται στην συμβολή των οδών Ακαδημίας και Σίνα και που φιλοξενούσε το εντευκτήριο των καθηγητών καθώς και σπάνιο αρχειακό υλικό, και το κτήριο της Βιβλιοθήκης Ευρωπαϊκού Δικαίου της Νομικής Σχολής που βρισκόταν απέναντι και το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς. Αντίθετα η φωτιά στο «Κωστής Παλαμάς» αντιμετωπίστηκε εγκαίρως χωρίς να προκληθούν σημαντικές ζημιές. Μετά από παρέμβαση του προέδρου της Δημοκρατίας ο πρύτανης ανακάλεσε την παραίτησή του.

Παράλληλα συγκροτήθηκε έκτακτη Κυβερνητική Επιτροπή, ενώ ο κυβερνητικός εκπρόσωπος διέψευσε τις φήμες για εφαρμογή του άρθρου 48 του Συντάγματος για κήρυξη της χώρας σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Λίγα λεπτά αργότερα, σε δηλώσεις του ο υπουργός Εσωτερικών δήλωσε πως οι πράξεις «τυφλής βίας» εξέφραζαν μια γενικότερη κατάσταση, που δεν οφειλόταν απαραιτήτως στο περιστατικό που τα πυροδότησε, και αναρωτήθηκε ποιους σκοπούς εξυπηρετούν, παρατηρώντας «απουσία ιδεολογίας».

Στη Θεσσαλονίκη πυρπολήθηκαν καταστήματα και τράπεζες, και υπήρξαν καταστροφές σε δεκάδες καταστήματα με κλοπή των εμπορευμάτων. Μικρότερες ζημιές σημειώθηκαν επίσης στην Κόρινθο και τη Ρόδο. Στην πλατεία Ομονοίας και το κέντρο της Αθήνας διάφοροι παρευρισκόμενοι, προέβησαν σε πλιάτσικο των κατεστραμμένων καταστημάτων με αποτέλεσμα να υπάρξουν 108 συλλήψεις (εκ των οποίων 58 αλλοδαποί) από την αστυνομία.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέμεινε στο φρουρούμενο προεδρικό μέγαρο για λόγους ασφαλείας μετά τα αλλεπάλληλα χτυπήματα της ιδιωτικής του κατοικίας στην Αθήνα. Δηλώσεις έκανε και ο δήμαρχος της Αθήνας Νικήτας Κακλαμάνης για το πλήγμα που δέχθηκε η χώρα στον πυρήνα του οικονομικού της βίου σε μια δύσκολη στιγμή.

Την επόμενη ημέρα πραγματοποιήθηκε η προγραμματισμένη από το προηγούμενο βράδυ συνάντηση του πρωθυπουργού με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο πρωθυπουργός δήλωσε την αντίθεσή του στην εκμετάλλευση του τραγικού συμβάντος για τη διάπραξη ενεργειών βίας και προέτρεψε την απομόνωσή τους, αναμένοντας ομόθυμη πολιτική καταδίκη των συμβάντων από τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, με της οποίας τους αρχηγούς συναντήθηκε αργότερα. Την ίδια περίπου ώρα διοργανώθηκε πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο από φοιτητικούς συλλόγους, μαθητές, την ΟΛΜΕ και τη ΔΟΕ. Την πορεία ακολούθησε πετροπόλεμος με τα ΜΑΤ μπροστά στο κτήριο της Βουλής και επίθεση των δυνάμεων καταστολής στον γενικό όγκο της πορείας.

Η Τρίτη 9 Δεκεμβρίου ήταν ημέρα της κηδείας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, η οποία πραγματοποιήθηκε στο κοιμητήριο Παλαιού Φαλήρου, όπου παρευρέθηκαν χιλιάδες κόσμου. Μετά την κηδεία σημειώθηκαν επεισόδια πετροπόλεμου στη γενικότερη περιοχή, κατά τα οποία τα ΜΑΤ έκαναν χρήση δακρυγόνων. Αστυνομικοί της Ομάδας Ζ πυροβόλησαν πολλές φορές στον αέρα.

Οι συγκρούσεις και τα επεισόδια συνεχίστηκαν το ίδιο βράδυ σε πολλές πόλεις, εκτός της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, στην Πάτρα, τη Λάρισα, την Κοζάνη, τη Μυτιλήνη καθώς και την Κρήτη. Το αστυνομικό τμήμα Ζεφυρίου, στην δυτική Αθήνα, δέχθηκε επίθεση από Ρομά. Στην Πάτρα πραγματοποιήθηκε πορεία με παραπάνω από 7000 άτομα, με την συμμετοχή φοιτητικών συλλόγων, της ΔΟΕ και της ΕΛΜΕ στο κέντρο της πόλης. Έσπασαν τις τζαμαρίες όλων των τραπεζών της διαδρομής -εκ των οποίων η μία πυρπολήθηκε-, τα ΑΤΜ, ενός ΚΕΠ και καταστήματος WIND (απ’ όπου είχαν προηγηθεί απολύσεις) και η πορεία κατέληξε σε πολύωρη περικύκλωση του αστυνομικού μεγάρου. Αυτόπτες μάρτυρες έκαναν λόγο για παρείσφρηση ακροδεξιών στοιχείων στις τάξεις των αστυνομικών δυνάμεων τα οποία πυροδότησαν συγκρούσεις, υποδαύλισαν πολίτες και κατεδίωξαν τους διαδηλωτές. Πραγματοποιήθηκαν 26 προσαγωγές και 9 συλλήψεις. Ο δήμαρχος Πατρών μίλησε κι αυτός για ισχυρή παρουσία ακροδεξιών στοιχείων στην πόλη αλλά οι δηλώσεις του πυροδότησαν αντιδράσεις από την πλευρά των πολιτών οι οποίοι συμμετείχαν στα συμβάντα. Ανάλογα περιστατικά με πολίτες να λειτουργούν ως ομάδες περιφρούρησης σημειώθηκαν και στη Λάρισα.

Η βρετανική εφημερίδα Guardian αναπαράγοντας τα σχόλια της Καθημερινής χαρακτήρισε τις ταραχές ως «τις χειρότερες στην Ελλάδα από το 1974, οπότε και αποκαταστάθηκε η δημοκρατία». Τα περισσότερα διεθνή μέσα ενημέρωσης αφιέρωσαν εκτενή ρεπορτάζ στο γεγονός που πυροδότησε τα περιστατικά της βίας. Το δε BBC χαρακτηρίζει τα γεγονότα ως εξέγερση. Ο Economist συσχετίζει τις ταραχές με την αδυναμία της τότε κυβέρνησης Καραμανλή να προωθήσει κοινωνικές αλλαγές, ειδικά στην εκπαίδευση, την υγεία και την αστυνόμευση. Ειδικότερα αναφέρει έλλειψη αστυνόμευσης στα Εξάρχεια και το συνταγματικό κενό που απαγορεύει στην αστυνομία να εισέλθει σε πανεπιστημιακούς χώρους.

Μέσα στο γενικότερο χάος και δημοσιογράφοι έπεσαν θύματα βίας από κουκουλοφόρους διαδηλωτές αλλά και από αστυνομικούς. Αντιδράσεις προκάλεσαν φωτογραφίες και βίντεο που δημοσιεύθηκαν με αστυνομικούς να προτάσσουν τα όπλα τους και ακόμη και να τα χρησιμοποιούν ρίχνοντας βολές στον αέρα, ενέργειες που είχαν ως αποτέλεσμα τον σχηματισμό δικογραφίας έναντι τουλάχιστον δύο αστυνομικών

Ερωτηματικά διατυπώθηκαν για την ταυτότητα των κουκουλοφόρων που συμμετέχουν στις διαδηλώσεις και προκαλούν φθορές, μετά από φωτογραφικό ντοκουμέντο που διακινήθηκε στο Διαδίκτυο. Σε ρεπορτάζ της εφημερίδας Τα Νέα στις 11/10/2008, δημοσιοποιήθηκαν φωτογραφίες που απεικονίζουν κουκουλοφόρους και άντρες με πολιτικά που κρατούν σιδηρολοστούς και άλλα επικίνδυνα αντικείμενα εντός του αστυνομικού κλοιού στο κέντρο της Αθήνας. Το ρεπορτάζ βασίσθηκε και στη μαρτυρία του Θεοδώρου Μαργαρίτη, μέλους της πολιτικής γραμματείας του Συνασπισμού, σύμφωνα με την οποία κατά τη συγκέντρωση της ΓΣΕΕ παρατήρησε ομάδα 5 ανθρώπων με κουκούλες και πέτρες στα χέρια, από τους οποίους ζήτησαν ταυτότητα και ετράπησαν σε φυγή.

Το αρχηγείο της αστυνομίας διέψευσε την παρουσία κουκουλοφόρων αστυνομικών στις διαδηλώσεις, καθώς κάτι τέτοιο το απαγορεύει ο κανονισμός. Αναγνώρισε την παρουσία ανδρών με πολιτικά με στόχο τις συλλήψεις και διατάχθηκε έρευνα για τους κουκουλοφόρους. Τα ντοκουμέντα ήρθαν να προστεθούν στις δηλώσεις του δημάρχου Πατρών για παρείσφρηση ακροδεξιών στοιχείων. Αποδοκιμασίες πολιτών έλαβαν δυνάμεις των ΜΑΤ στην Πλατεία Κοραή στην Αθήνα, όταν στην προσπάθειά τους να εμποδίσουν τους αστυνομικούς να επιτεθούν και να συλλάβουν νεαρούς μαθητές δέχθηκαν χημικά, ενώ συνελήφθη και δημοσιογράφος του ραδιοσταθμού «Στο Κόκκινο».

Την Παρασκευή 9 Ιανουαρίου κατά τη διάρκεια νέου συλλαλητηρίου που σήμανε έναν νέο κύκλο κινητοποιήσεων με κορύφωση την 18η Ιανουαρίου, την ημέρα μνημοσύνου του θανάτου του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, σημειώθηκαν συλλήψεις και καταγγελίες για αδικαιολόγητη χρήση βίας από την αστυνομία. Αγωγές και μηνύσεις κατά του ελληνικού δημοσίου πρόκειται να καταθέσουν 18 συλληφθέντες δικηγόροι, ενώ σε διάβημα διαμαρτυρίας προς τον αναπληρωτή υπουργό Δημόσιας Τάξης προέβη η Ένωση Συντακτών, καταγγέλλοντας την «άγρια επίθεση και ξυλοδαρμούς δημοσιογράφων και άλλων εργαζομένων στα Μέσα Ενημέρωσης».

Το ατιμώρητο έγκλημα της Marfin

Η ψηφοφορία στη Βουλή για το πρώτο μνημόνιο είχε οριστεί στις 6 Μαΐου του 2010. Η παραμονή της ψηφοφορίας είχε κηρυχθεί ημέρα γενικής απεργίας και πορείας προς τη Βουλή. Η διαδήλωση μάλιστα εκείνης της ημέρας ήταν μία από τις μεγαλύτερες που έχει καταγραφεί στην πρόσφατη ιστορία της χώρας.

Ομάδα αγνώστων ατόμων έριξε μολότοφ και ένα μπουκάλι με βενζίνη στην τράπεζα Marfin επί της οδού Σταδίου την ώρα που βρίσκονταν μέσα σε αυτήν περίπου 25-30 εργαζόμενοι. Οι περισσότεροι κατόρθωσαν να διαφύγουν, ωστόσο τρία άτομα πέθαναν από ασφυξία λόγω των τοξικών αναθυμιάσεων και του πυκνού καπνού. Η ταυτότητα των δραστών δεν έχει επιβεβαιωθεί μέχρι σήμερα. Το 2013 στελέχη της τράπεζας καταδικάστηκαν για φόνο εξ αμελείας τριών υπαλλήλων, για σωματικές βλάβες άλλων 21 υπαλλήλων και για πολλαπλές παραλείψεις στα μέτρα πυρασφάλειας και στην εκπαίδευση του προσωπικού.

Από την φωτιά που ξέσπασε στο υποκατάστημα της τράπεζας έχασαν τη ζωή τους ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης, 36 ετών, η Παρασκευή Ζούλια 35 ετών και η Αγγελική Παπαθανασοπούλου 32 ετών, η οποία ήταν τεσσάρων μηνών έγκυος.

Ενώ η κύρια πορεία των διαδηλωτών ανέβαινε την οδό Σταδίου κατευθυνόμενη προς τη πλατεία Συντάγματος, ομάδα κουκουλοφόρων επιτέθηκε στο κτίριο της Marfin. Πέταξε μέσα μολότοφ και ένα μπουκάλι με βενζίνη. Σύντομα βαρύς καπνός τύλιξε όλο το υποκατάστημα. Οι περισσότεροι υπάλληλοι στοιβάχτηκαν στον μικρό φωταγωγό που επικοινωνούσε μέσω πλέγματος με την ταράτσα, το οποίο πλέγμα ένας εξ αυτών κατάφερε και έσπασε. Στη συνέχεια αναρριχήθηκαν από τον φωταγωγό στη στέγη, απ’ όπου πήδηξαν σε διπλανό κτίριο σπάζοντας τη τζαμαρία του με καδρόνι ενώ κάποιοι είχαν βγει στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου.

Οι Επ. Τσάκαλης, Π. Ζούλια και Αγ. Παπαθανασοπούλου εγκλωβίστηκαν από τις φλόγες στον 3ο όροφο του κτιρίου, με αποτέλεσμα να πεθάνουν από ασφυξία. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή Φίλιππο Κουτσάφτη «Ο καπνός και τα τοξικά αέρια από την καύση των πλαστικών και χαρτικών τους σκότωσαν σχεδόν αμέσως. Απώλεσαν τις αισθήσεις τους και λίγο μετά πέθαναν». Όταν βρέθηκαν είχαν τα στόματά τους ανοιχτά και τα πρόσωπά τους ήταν μαύρα από τον καπνό. Φαίνεται πως είχαν προσπαθήσει να βγουν από το εσωτερικό του κτιρίου από την πόρτα της ταράτσας, η οποία όμως δεν άνοιγε.

Κάποιες ομάδες με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά, από αυτές που κινούνταν παράλληλα προς την πορεία, είχαν προσπαθήσει να πραγματοποιήσουν εμπρηστική επίθεση σε βιβλιοπωλείο της αλυσίδας Ιανός που βρισκόταν ακριβώς απέναντι από την τράπεζα και σε μίνι-μάρκετ, αλλά αποτράπηκαν εν μέσω αντιδράσεων.

Οι Αγανακτισμένοι

Μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008, ξέσπασε έντονη συζήτηση για την «εξέγερση». Άρθρα γράφτηκαν, συνέδρια οργανώθηκαν, και βιβλία εκδόθηκαν, όπως το «Δεκέμβρης ’08. Ιστορία ερχόμαστε κοίτα τον ουρανό» του Άρη Χατζηστεφάνου (εκδόσεις Α. Α. Λιβάνη) και το «Ανησυχία. Μια καταγραφή του αυθόρμητου τον Δεκέμβριο του 2008» των Αλέξανδρου Κυριακόπουλου και Ευθύμιου Γουργούρη (εκδόσεις Καστανιώτη). Ακόμη και λογοτεχνικά περιοδικά, όπως η «Νέα Εστία» (τεύχος 1819), αφιέρωσαν ειδικά θέματα στη διερεύνηση του φαινομένου, θέτοντας το ερώτημα: «Τι ήταν και γιατί συνέβη ο Δεκέμβριος του 2008;».

Αντίθετα, το «καλοκαίρι της αγανάκτησης» του 2011 πέρασε σχεδόν απαρατήρητο από την ακαδημαϊκή και δημόσια συζήτηση. Τον Μάιο εκείνης της χρονιάς, χιλιάδες άνθρωποι κατέκλυσαν τις πλατείες σε όλη τη χώρα, όμως μέχρι τα τέλη Ιουλίου η κινητοποίηση είχε σβήσει. Το κίνημα των Αγανακτισμένων, όσο απότομα ξεκίνησε, εξίσου απότομα εξαφανίστηκε. Μόνο ένα βιβλίο κυκλοφόρησε, «Η Μάχη του Συντάγματος» του Δήμου Βουτσινά (ιδιωτική έκδοση), το οποίο, ωστόσο, είναι περισσότερο μια συλλογή ανακοινώσεων και συνεντεύξεων παρά μια ουσιαστική καταγραφή των γεγονότων.

Η σιωπή γύρω από το φαινόμενο μπορεί να αποδοθεί στη δυσχερή οικονομική κατάσταση της εποχής. Το 2009, οι εκδοτικοί οίκοι και τα πανεπιστήμια διέθεταν τους πόρους για την έκδοση πολυσέλιδων λευκωμάτων και τη διοργάνωση συνεδρίων για τα γεγονότα του 2008. Το 2012, τέτοιες πρωτοβουλίες ήταν απλώς ανέφικτες.

Μια άλλη εξήγηση για τη σιωπή μπορεί να είναι η δυσκολία κατανόησης του ίδιου του φαινομένου. Το «καλοκαίρι των Αγανακτισμένων» αποτέλεσε την πρώτη μεταπολιτική λαϊκή εκδήλωση που δεν χωρά εύκολα στα παραδοσιακά αναλυτικά εργαλεία. Πρώτα απ’ όλα, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα πώς ξεκίνησε. Είναι γνωστό ότι το αρχικό κάλεσμα έγινε μέσω Facebook, αλλά, σε αντίθεση με άλλα μικρότερης σημασίας ζητήματα, κανείς δεν διεκδίκησε την «πατρότητα» της μεγαλύτερης κινητοποίησης των τελευταίων είκοσι χρόνων.

Σύμφωνα με όσα περιορισμένα γράφτηκαν σε blogs και στον Τύπο, δύο Θεσσαλονικείς, εμπνευσμένοι από το ισπανικό κίνημα των «Indignados», δημιούργησαν τη σελίδα «Αγανακτισμένοι στον Λευκό Πύργο». Ακολούθησε η σελίδα «Αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα, 25 Μαΐου», που φέρεται να δημιουργήθηκε από δύο ή τρεις 17χρονους ή 18χρονους. Στη σελίδα blog.gr εμφανίστηκαν μαθητές με τα ονόματα Νίκος Μ. και Γιώργος Χ., ενώ η εφημερίδα «Έθνος» ανέφερε κάποιον Άρη.

Ένα ιδιαίτερο κομμάτι του κινήματος των Αγανακτισμένων είναι ο ιδρυτικός του μύθος: ένα υποτιθέμενο ισπανικό πανό που έγραφε «Σσς! Οι Έλληνες κοιμούνται». Αυτή η φράση διαδόθηκε ευρέως στα social media, κινητοποιώντας τους πρώτους διαδηλωτές στις πλατείες. Παρότι το συγκεκριμένο πανό δεν εμφανίστηκε ποτέ σε φωτογραφίες ή μαρτυρίες, το θιγμένο ελληνικό φιλότιμο φαίνεται πως αποτέλεσε τον καταλύτη για το ξέσπασμα του κινήματος.

Το δεύτερο στοιχείο δεν ήταν μόνο η απουσία των κομμάτων από την οργάνωση και των σημαιών τους από τη συγκέντρωση. Ηταν και η πλήρης απολιτικοποίησή του κινήματος των Αγανακτισμένων. Το σύνθημα που έμεινε, «Η χούντα δεν τελείωσε το ’73, εμείς θα την κηδέψουμε σε τούτη την πλατεία», ήταν από κάθε άποψη λάθος. Ναι, η χούντα δεν τελείωσε το ’73, τελείωσε το ’74 και ήταν ειρωνικό να ακούει κάποιος ακόμη και νοσταλγούς της χούντας να κραυγάζουν «Ψωμί, παιδεία, ελευθερία». Ταυτόχρονα, υπήρξε συνύπαρξη ακροδεξιών και ακροαριστερών ομάδων μέσα στο μεγάλο πλήθος των Αγανακτισμένων. Είναι χαρακτηριστικό ότι μελετητές της ακροδεξιάς βίας στον Αγιο Παντελεήμονα και των σχεδόν καθημερινών συγκρούσεων με τους αριστεριστές διαπίστωσαν, τον Μάιο του 2011, ότι ξαφνικά η περιοχή είχε αδειάσει και από τους ακροδεξιούς και από τους ακροαριστερούς. Ολοι είχαν μετακινηθεί στο Σύνταγμα.

Προϊόντος του χρόνου, η πλατεία χωρίστηκε χοντρικά στα δύο. Στην πάνω κυριαρχούσαν τα πατριωτικοδεξιά συνθήματα και η κάτω είχε «αριστερό» άρωμα. Υπήρξε όμως ώσμωση: Δεν ήταν μόνο οι μούντζες στο Κοινοβούλιο από την πάνω και κάτω πλατεία. Υπήρχε το σύνθημα «Να καεί, να καεί, το μπ… η Βουλή», σύνθημα αναρχοαυτόνομης προέλευσης που το ενστερνίστηκαν και ακροδεξιοί, και στην πάνω πλατεία εμφανίστηκε το ανιστόρητο σύνθημα «Η χούντα δεν τελείωσε το ’73» που το ασπάστηκε και η αριστερά· υπήρχε, για παράδειγμα, στην τελευταία σελίδα της «Αυγής» (17.11.2012) και «κοσμούσε» άρθρο για το Πολυτεχνείο.

Κοινό τους χαρακτηριστικό ήταν ο ωμός αντικοινοβουλευτισμός. Από την πάνω πλατεία, πέρα από τα συνθήματα για κρεμάλες και Γουδή, επιχειρήθηκε εισβολή στο Κοινοβούλιο. Από την κάτω πλατεία και από μια οργάνωση «Αμεση Δημοκρατία» επιχειρήθηκε να παρεμποδιστεί η κοινοβουλευτική διαδικασία με μπλόκα στους δρόμους στις 28 και 29 Ιουνίου 2011. Οι απόπειρες εισβολής στο Κοινοβούλιο, οι προσπάθειες παρεμπόδισης βουλευτών να προσεγγίσουν το κτίριο για να ψηφίσουν, οι προπηλακισμοί των εκλεγμένων αντιπροσώπων μετά την ψηφοφορία ήταν αντικοινοβουλευτικές έκτροπες και ύβρεις στη Δημοκρατία, οι οποίες φυσικά ξεπλύθηκαν με συνθήματα για «δίκαιη οργή του λαού» ή «Αμεση Δημοκρατία Τώρα».

Το τρίτο στοιχείο που χαρακτήριζε τις συνάξεις των Αγανακτισμένων ήταν η διάρκεια, περίπου ενάμιση μήνα, το ειρηνικό των συναθροίσεων και η απουσία συγκεκριμένου αιτήματος, πέραν του γενικόλογου και αόριστου «να φύγουν όλοι». Φυσικά η αγανάκτηση προς το πολιτικό σύστημα, γενικώς, κατευθύνθηκε στην τότε κυβέρνηση ειδικώς. Τον Ιούνιο του Μεσοπρόθεσμου επανεμφανίστηκαν οι γνωστοί-άγνωστοι και είχαμε επεισόδια. Τον πρώτο καιρό, πάντως, που και κόμματα και αναρχοαυτόνομοι «μπαχαλάκηδες» ήταν αμήχανοι μπροστά σ’ αυτό το μαζικό φαινόμενο η συνάθροιση των Αγανακτισμένων έδειχνε περισσότερο την αμηχανία ενός λαού απέναντι σε μια κρίση που δεν περίμεναν και στα δεινά που δεν φανταζόταν. Υπήρξε ανεπεξέργαστη οργή προς το πολιτικό σύστημα, που εκφράστηκε με συνθήματα ποδοσφαιρικής υφής («έι ο, έι ο» συν μούντζα στη Βουλή), υπήρξαν πολλές δηλώσεις κατά των πολιτικών, αλλά ακόμη και η λαϊκή συνέλευση της κάτω πλατείας (που ήταν πιο αριστερή και οργανωμένη) δεν παρήγαγε κάποια πρόταση που να θυμόμαστε σήμερα.

Γενικώς, πάντως, η ιστορία των Αγανακτισμένων πρέπει κάποια στιγμή να μελετηθεί. Ηταν απλώς μια έκφραση αμηχανίας της ελληνικής κοινωνίας που δεν κατόρθωσε να πολιτικοποιηθεί, με την έννοια να καταλήξει σε συγκεκριμένες προτάσεις; Οι ίδιοι οι Αγανακτισμένοι, όπως φαίνεται στην παραπλεύρως πρώτη έρευνα, επ’ ουδενί ήθελαν την «κομματικοποίηση» της διαμαρτυρίας. Ομως, έτσι εξοστράκισαν και το «διά ταύτα» των εκδηλώσεων. Κι αυτό διότι τα κόμματα, πέρα από όλα τα στραβά τους, είναι κατ’ ουσίαν οργανωμένες απόψεις για τη διευθέτηση των προβλημάτων της κοινωνίας.

Η… πειθαρχία του ΚΚΕ εν μέσω κορωνοϊού

Το 2020, εν μέσω της πανδημίας, το ΚΚΕ, δια στόματος του Γενικού Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής, Δημήτρη Κουτσούμπα, κάλεσε τους εργαζόμενους να μην παραμείνουν σιωπηλοί. Τους παρότρυνε να συμμετάσχουν στις δράσεις που οργάνωναν τα συνδικάτα σε εννέα σημεία της Αττικής, καθώς και σε όλη την Ελλάδα, τηρώντας παράλληλα τα μέτρα προστασίας. Όπως τόνισε ο επικεφαλής του Περισσού, οι εργαζόμενοι δεν πρέπει μόνο να βρίσκονται σε εγρήγορση και ετοιμότητα, αλλά «να συμμετέχουμε τώρα στις κινητοποιήσεις και να συνεχίσουμε αύριο, στην Ημέρα Δράσης για τα εργασιακά θέματα, καθώς και την Πρωτομαγιά». Ακολούθησε μια άρτια οργανωμένη συγκέντρωση έξω από τη Βουλή και στην Πλατεία Συντάγματος, με τις αποστάσεις ασφαλείας να τηρούνται ευλαβικά.

Το 2021, οι κινητοποιήσεις πραγματοποιήθηκαν με μάσκες και περιορισμένα μέτρα προστασίας. Το 2022, με την άρση του Covid Pass και την επαναφορά της χωρητικότητας στο 100%, η κατάσταση άρχισε να επιστρέφει σταδιακά σε μια κανονικότητα. Τέλος, το 2023 σηματοδότησε την πλήρη επιστροφή στη μεταπανδημική καθημερινότητα.

Λαός ενωμένος σαν μια γροθιά για να βρει οξυγόνο: Η μεγαλειώδης συγκέντρωση για τα Τέμπη μέσα από τις εικόνες του Athensmagazine.gr

Ο λαός ψάχνει οξυγόνο, θέλει να δικαιωθούν οι 57 ψυχές που χάθηκαν στο δυστύχημα των Τεμπών, την εθνική τραγωδία που μας έχει στιγματίσει για πάντα, μαζί με όλες τις υπόλοιπες ψυχές, που χάθηκαν άδικα εξαιτίας της ανικανότητας όλων να διαφυλάξουν την ασφάλεια των πολιτών στην χώρα μας.

Μια ολόκληρη χώρα μίλησε, με απαίτηση για Δικαιοσύνη και η συγκέντρωση του Συντάγματος ήταν μεγαλειώδεις, με μητέρες, πατεράδες, παππούδες, γιαγιάδες, παιδιά, μωρά, πολίτες από κάθε καταβολή, ώστε να ζητήσουν τη δικαίωση για όλες τις ψυχές, που δε βρίσκονται πλέον μαζί μας εξαιτίας της εγκληματικής αμέλειας των πολιτικών και δημοσίων προϊσταμένων όλα αυτά τα χρόνια και για όλες τις εθνικές τραγωδίες.

Το Athensmagazine.gr βρέθηκε στο κέντρο της Αθήνας, που «βούλιαξε» από εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου, με τις Αναστασία Κολυβά και Μαρία Βέλμαχου να μεταφέρουν τον παλμό από το σημείο, όπως αυτός καταγράφηκε τόσο από την ιστοσελίδα μας όσο και από τα social media της, μην χάνοντας ούτε στιγμή από τη μεγαλειώδη δημοκρατική εκδήλωση ενός λαού, που εμφανίστηκε ενωμένος σαν μια γροθιά.

Δείτε χαρακτηριστικά όλα τα πλάνα που κατέγραψαν οι δύο δημοσιογράφοι του Athensmagazine.gr:

Στιγμές από το συλλαλητήριο για τα Τέμπη στο Σύνταγμα / Αναστασία Κολυβά και Μαρία Βέλμαχου για το Athensmagazine.gr
Στιγμές από το συλλαλητήριο για τα Τέμπη στο Σύνταγμα / Αναστασία Κολυβά και Μαρία Βέλμαχου για το Athensmagazine.gr
Στιγμές από το συλλαλητήριο για τα Τέμπη στο Σύνταγμα / Αναστασία Κολυβά και Μαρία Βέλμαχου για το Athensmagazine.gr
Στιγμές από το συλλαλητήριο για τα Τέμπη στο Σύνταγμα / Αναστασία Κολυβά και Μαρία Βέλμαχου για το Athensmagazine.gr
Στιγμές από το συλλαλητήριο για τα Τέμπη στο Σύνταγμα / Αναστασία Κολυβά και Μαρία Βέλμαχου για το Athensmagazine.gr
Στιγμές από το συλλαλητήριο για τα Τέμπη στο Σύνταγμα / Αναστασία Κολυβά και Μαρία Βέλμαχου για το Athensmagazine.gr
Στιγμές από το συλλαλητήριο για τα Τέμπη στο Σύνταγμα / Αναστασία Κολυβά και Μαρία Βέλμαχου για το Athensmagazine.gr
Στιγμές από το συλλαλητήριο για τα Τέμπη στο Σύνταγμα / Αναστασία Κολυβά και Μαρία Βέλμαχου για το Athensmagazine.gr
Στιγμές από το συλλαλητήριο για τα Τέμπη στο Σύνταγμα / Αναστασία Κολυβά και Μαρία Βέλμαχου για το Athensmagazine.gr
Στιγμές από το συλλαλητήριο για τα Τέμπη στο Σύνταγμα / Αναστασία Κολυβά και Μαρία Βέλμαχου για το Athensmagazine.gr
Στιγμές από το συλλαλητήριο για τα Τέμπη στο Σύνταγμα / Αναστασία Κολυβά και Μαρία Βέλμαχου για το Athensmagazine.gr
Στιγμές από το συλλαλητήριο για τα Τέμπη στο Σύνταγμα / Αναστασία Κολυβά και Μαρία Βέλμαχου για το Athensmagazine.gr
Στιγμές από το συλλαλητήριο για τα Τέμπη στο Σύνταγμα / Αναστασία Κολυβά και Μαρία Βέλμαχου για το Athensmagazine.gr
Στιγμές από το συλλαλητήριο για τα Τέμπη στο Σύνταγμα / Αναστασία Κολυβά και Μαρία Βέλμαχου για το Athensmagazine.gr
Στιγμές από το συλλαλητήριο για τα Τέμπη στο Σύνταγμα / Αναστασία Κολυβά και Μαρία Βέλμαχου για το Athensmagazine.gr

Η μαύρη λίστα με τους 57 επιβάτες και εργαζόμενους που δεν θα ξεχαστούν ποτέ

Ο Ιορδάνης Αδαμάκης ήταν 22χρονος ποδοσφαιριστής και είχε καταγωγή από τη Νέα Πέραμο Καβάλας. Είχε δοκιμαστεί σε ένα καμπ ποδοσφαιριστών στην Ιταλία, λίγο πριν υπογράψει στον ΑΟΚ το καλοκαίρι του 2018. Με τον ΑΟΚ κατέκτησε το πρωτάθλημα της Γ’ Εθνικής το 2019. Τη σεζόν 2019-2020 αγωνίστηκε ως δανεικός στον Νέστο Χρυσούπολης. Επέστρεψε στον ΑΟΚ πριν μετακομίσει στη Ρόδο το 2022. Στην τελευταία μεταγραφική περίοδο έφτασε κοντά στην επιστροφή του στους «Αργοναύτες» της Καβάλας, όμως τελικά υπέγραψε στον Θεσπρωτό, της Super League 2, και τον Γενάρη μεταγράφηκε στον ΑΟ Υπάτου.

Η Αναστασία Αδαμίδη ήταν 24 χρονών και είχε καταγωγή από την Πάφο της Κύπρου. Η Αναστασία είχε αποφοιτήσει από την Οδοντιατρική Σχολή του ΑΠΘ και ήταν μεταπτυχιακή φοιτήτρια Προσθετικής Οδοντιατρικής στο ίδιο πανεπιστήμιο. Η Αναστασία είχε πάει να δει τον σύντροφό της στην Αθήνα και επέστρεφε στη Θεσσαλονίκη για να συνεχίσει τις σπουδές της.

Ο Δημήτρης Ασλανίδης ήταν 26 ετών και καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Είχε ταξιδέψει μαζί με τον φίλο του τον Σωτήρη Καραγεωργίου στην Αθήνα για να δουν τις συντρόφους τους. Ο Δημήτρης δούλευε στην εστίαση σε ξενοδοχείο στην Ισπανία και εκεί είχε γνωρίσει τη σύντροφό του, ενώ αναμένονταν να φύγει και πάλι τον Απρίλιο για τη χώρα της Ιβηρικής. Ο Δημήτρης ήταν φίλαθλος του Άρη.

Ο Βάιος Βλάχος ήταν 34 χρονών και καταγόταν από την Καρδίτσα. Ο Βάιος ήταν γεωτεχνικός μηχανικός και απόφοιτος του ΑΠΘ. Εργαζόταν σε μελέτες αποκατάστασης και έργων, ώστε να βελτιωθεί η ασφάλεια διαφόρων υποδομών και μάλιστα είχε κάνει μέρος της πρακτικής του στις σήραγγες των Τεμπών. Ο Βάιος ταξίδευε με τη σύντροφό του, η οποία νοσηλεύεται σε κρίσιμη κατάσταση, και τη σκυλίτσα τους, την Τάβι, η οποία επέζησε από το δυστύχημα.

Ο Σπύρος Βούλγαρης ήταν 35 χρονών και είχε καταγωγή από το Λιανοκλάδι, αλλά διέμενε στην Αθήνα. Ήταν ο ένας εκ των δύο μηχανοδηγών της εμπορικής αμαξοστοιχίας που κατέβαινε από τη Θεσσαλονίκη. Ο Σπύρος φέρεται να είχε δώσει κατατακτήριες εξετάσεις και να είχε περάσει στο τμήμα Πληροφορικής στη Λαμία.

Ο Ιωάννης Βουτσινάς ήταν 48 ετών και ζούσε μόνιμα στην Κατερίνη. Ο Γιάννης είχε κατέβει στην Αθήνα για να δει συγγενικά του πρόσωπα και επέστρεφε το μοιραίο βράδυ στην Κατερίνη. Αφήνει πίσω του δύο παιδιά.

Η Έλενα Δουρμίκα ήταν 35 ετών και ζούσε στη Βέροια. Υπηρετούσε ως ΕΠΟΠ στον 1ο Λόχο Διαβιβάσεων και ήταν μητέρα δύο μικρών παιδιών. Η Έλενα είχε ταξιδέψει στην Αθήνα για υπηρεσιακούς λόγους και, καθώς έχασε το μεσημεριανό τρένο, πήρε το βραδινό για να επιστρέψει στην οικογένειά της.

Η Μαρία Εγούτ ήταν 55 ετών, είχε καταγωγή από το Νευροκόπι Δράμας, αλλά ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Εργαζόταν ως διοικητική υπάλληλος στο νοσοκομείο «ΑΧΕΠΑ» και ήταν γενική γραμματέας του Συλλόγου Ποντίων ΑΧΕΠΑ «Πεδάνιος Διοσκουρίδης». Αφήνει πίσω της τον γιο της, ηθοποιό και σκηνοθέτη, Θοδωρή Ελευθεριάδη, τον οποίο είχε πάει να επισκεφθεί στην Αθήνα το τριήμερο της Αποκριάς.

Η Δήμητρα-Ευαγγελία Καπετάνιου ήταν 24 ετών και καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Ήταν απόφοιτος του τμήματος Νηπιαγωγών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και μεταπτυχιακή φοιτήτρια του Παιδαγωγικού Τμήματος Προσχολικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Η Δήμητρα επέστρεφε σπίτι της αφού είχε παρακολουθήσει τα μαθήματα του μεταπτυχιακού της.

Ο Σωτήρης Καραγεωργίου ήταν 28 ετών, είχε καταγωγή από τη Μελίκη Ημαθίας, αλλά ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Ο Σωτήρης είχε σπουδάσει στο Πειραματικό Δημόσιο ΙΕΚ Θέρμης και ταξίδεψε με τον φίλο του, τον Δημήτρη, στην Αθήνα για το τριήμερο της αποκριάς. Ήταν φίλαθλος του ΠΑΟΚ και ανιψιός του δημοσιογράφου Χρήστου Ζαμπούνη.

Ο Νικήτας Καραθεοδώρου ήταν 23 ετών και είχε καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη. Ήταν πυροσβέστης στο 2ο ΠΣ Αθηνών και σπουδαστής ψυχολογίας. Ο Νικήτας ταξίδευε μαζί με τη σύντροφό του, την Κέλλυ, και πήγαιναν στη Θεσσαλονίκη για να δουν δικούς τους ανθρώπους.

Η Βάια Μπλέκα-Καρακώστα ήταν 42 ετών και ζούσε στη Λάρισα. Εργαζόταν στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Λάρισας και είχε δύο παιδιά. Η Βάια επέβαινε στην επιβατική αμαξοστοιχία με προορισμό τη Θεσσαλονίκη με σκοπό να μεταβεί στο αεροδρόμιο της πόλης και να ταξιδέψει στις ΗΠΑ, όπου εργάζεται ο στρατιωτικός σύζυγός της.

Ο Ιωάννης Καρασάββας ήταν 27 ετών, καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη, όπου και διέμενε. Ο Γιάννης ήταν φοιτητής επί πτυχίω στο ΠΑΜΑΚ, αλλά τα τελευταία χρόνια είχε ερωτευθεί την ψυχολογία και είχε ξεκινήσει μαθήματα σαν σύμβουλος ψυχικής υγείας στην Αθήνα. Αυτός ήταν και ο λόγος που είχε επισκεφθεί την πρωτεύουσα. Επέστρεφε στο σπίτι του.

Ο Ιωάννης Καριώτης ήταν 63 ετών με καταγωγή από το χωριό Συκάμινο του δήμου Ωρωπού. Ήταν εργαζόμενος της Hellenic Train και συγκεκριμένα ελεγκτής εισιτηρίων. Σε λίγο καιρό θα έβγαινε στη σύνταξη. Ήταν πατέρας δύο παιδιών.

Η Αθηνά Κατσάρα ήταν 34 ετών και ζούσε στην Κατερίνη. Ήταν μητέρα ενός δίχρονου αγοριού. Η Αθηνά ταξίδευε με τον σύντροφό της, Νίκο, ο οποίος τραυματίστηκε στη σύγκρουση.

Η Χρυσούλα Κουκαριώτη ήταν 55 ετών, καταγόταν από την Αδριανή Δράμας και ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Είχε μία κόρη – ήταν μονογονεϊκή οικογένεια. Είχε ταξιδέψει στην Αθήνα μαζί με την αδελφή της για την κηδεία μίας ξαδέλφης της και επέστρεφε με τη μοιραία αμαξοστοιχία. Καθόταν στο πρώτο βαγόνι, δίπλα στην αδελφή της.

Η Ευαγγελία Ντος Σάντος Σίλβα – Κουκαριώτη ήταν 63 ετών, καταγόταν από την Αδριανή Δράμας, αλλά ζούσε στη Γερμανία. Ήταν εργαζόμενη σε εργοστάσιο, μητέρα δύο παιδιών και είχε ένα εγγόνι. Είχε ταξιδέψει στην Αθήνα μαζί με την αδελφή της για την κηδεία μίας ξαδέλφης της και επέστρεφε με τη μοιραία αμαξοστοιχία. Καθόταν στο πρώτο βαγόνι, δίπλα στην αδελφή της.

Ο Ιονέλ Κουλέλα (Ionel Culea) ήταν 34 χρονών και είχε καταγωγή από τη Βραΐλα, πόλη της Ρουμανίας. Ο Ιονέλ ζούσε στην Κατερίνη και εργαζόταν στον κατασκευαστικό κλάδο. Είχε πάει στην Αθήνα για να βγάλει δίπλωμα και να δει ένα αυτοκίνητο. Δεν κατάφερε να βρει εισιτήριο με το προηγούμενο τρένο και έτσι πήρε το βραδινό.

Ο Αναστάσιος Κουτσόπουλος ήταν 21 χρονών με καταγωγή από την Καρδίτσα. Σπούδαζε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στο τμήμα Γεωπονίας. Το τελευταίο μήνυμα προς τη μητέρα του φέρεται να ήταν «Μαμά θα αργήσω, κοιμήσου…», λόγω της καθυστέρησης της αμαξοστοιχίας που είχε σημειωθεί λίγη ώρα πριν το μοιραίο.

Ο Γιώργος Κουτσούμπας ήταν 59 ετών και καταγόταν από την Αμαλιάδα, αλλά ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Ήταν ο οδηγός της επιβατικής αμαξοστοιχίας και αφήνει πίσω τους τρεις κόρες.

Ο Γεώργιος Κυριακίδης ήταν 67 ετών, γέννημα θρέμμα Θεσσαλονικιός, από το Κορδελιό. Ήταν πατέρας δύο παιδιών και είχε επτά εγγόνια. Τη δεκαετία του ’80 είχε ταξιδέψει στις ΗΠΑ, αλλά επέστρεψε στην πόλη του τη δεκαετία του ’90. Είχε κατεβεί στην Αθήνα για κάποιες δουλειές και για να συναντήσει συγγενικά του πρόσωπα.

Ο Βασίλειος-Κυριάκος Κώττας ήταν 51 ετών από τη Θεσσαλονίκη. Διατηρούσε μαζί με τον αδελφό του οικογενειακή επιχείρηση και για αυτόν τον λόγο συχνά μετέβαινε στην Αθήνα, καθώς και για να δει τη σύντροφό του. Είχε έναν ανιψιό και την ώρα της σύγκρουσης βρισκόταν στο κυλικείο.

Η Κλαούντια – Αλεξάνδρα Λάτα ήταν 20 ετών και είχε καταγωγή από τη Λάρισα. Ήταν φοιτήτρια του Ιατρικού Τμήματος της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων στη Θεσσαλονίκη. Η Κλαούντια ταξίδευε με τον σύντροφό της. Ήταν μαζί στο κυλικείο και λίγα δευτερόλεπτα πριν τη σύγκρουση του ζήτησε να πάει να βρει θέσεις για να κάτσουν στο πίσω μέρος της αμαξοστοιχίας. Εκείνος πήγε και έτσι σώθηκε…

Ο Δημήτρης Μασσαλής ήταν 30 ετών και καταγόταν από την Αθήνα, όπου και ζούσε. Ήταν ο δεύτερος μηχανοδηγός της εμπορικής αμαξοστοιχίας. Ο Δημήτρης ήταν τελειόφοιτος της σχολής μηχανοδηγών της ΤΡΑΙΝΟΣΕ και πτυχιούχος του ΤΕΙ Πειραιά στο τμήμα Μηχανολογίας.

Η Ιφιγένεια Μήτσκα ήταν 22 ετών και καταγόταν από τα Γιαννιτσά Πέλλας. Ήταν απόφοιτος της Ανώτερης Σχολής Τουριστικής Εκπαίδευσης Ρόδου. Η Ιφιγένεια ταξίδευε με τον σύντροφό της, ο οποίος τραυματίστηκε ελαφρώς στο δυστύχημα.

Ο Μοχάμεντ – Εντρίζ Μία ήταν 33 χρονών, υπήκοος Μπαγκλαντές, και διέμενε στη Θεσσαλονίκη. Ο Μοχάμεντ ήταν μικροπωλητής και επισκεπτόταν συχνά την Αθήνα λόγω δουλειάς. Ζούσε στην Ελλάδα εδώ και περίπου 15 χρόνια και βρισκόταν στο δεύτερο βαγόνι τη στιγμή της σύγκρουσης.

Η Μαρία Μίαρη ήταν 55 χρονών, καταγόταν από τους Βιταλάδες Κέρκυρας και ήταν εργαζόμενη της Hellenic Train. Η Μαρία εργαζόταν στον δεύτερο βαγόνι και, ενώ είχε ολοκληρώσει τη βάρδιά της, κλήθηκε να επιστρέψει ξανά σε υπηρεσία και να δουλέψει υπερωριακά λόγω ελλείψεως προσωπικού.

Η Μαίρη Μουρτζάκη 51 ετών και ήταν από το Αντισκάρι της Μεσαράς, στην Κρήτη, αλλά τα τελευταία χρόνια ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Η Μαίρη ήταν εργαζόμενη στη Hellenic Train και δούλευε στο κυλικείο της αμαξοστοιχίας. Ήταν μητέρα δύο παιδιών, αλλά και γιαγιά.

Η Φραντσέσκα Μπέζα ήταν 20 χρονών με καταγωγή από το Πανόραμα Θεσσαλονίκης. Ήταν φοιτήτρια του τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών & Ανατολικών Σπουδών και λάτρης της μουσικής, καθώς είχε κάνει σπουδές στο Δημοτικό Ωδείο Πυλαίας-Χορτιάτη. Επέστρεφε από ταξίδι μαζί με τη φίλη της Μάρθη Ψαροπούλου.

Ο Παβλίνο Μπόζο (Pavlini Bozo) ήταν 61 χρόνων και καταγόταν από την πόλη Λούσνια της Αλβανίας. Ζούσε τα τελευταία 30 χρόνια στη Θεσσαλονίκη και ήταν εργαζόμενος στη Hellenic Train, στο κυλικείο αμαξοστοιχιών, για οκτώ χρόνια. Αφήνει πίσω του δύο γιους και τη δίχρονη εγγονή του.

Ο Ευάγγελος Μπουρνάζης ήταν 54 χρονών και ζούσε στο Κορδελιό Θεσσαλονίκης με τον γιο του, Παναγιώτη. Ο Βαγγέλης ήταν συνταξιούχος αστυνομικός, υπηρετώντας στην Τροχαία Λιτής. Είχε κατεβεί στην Αθήνα μαζί με τον Παναγιώτη για να δει τον μεγάλο του γιο και το εγγόνι του.

Ο Παναγιώτης Μπουρνάζης ήταν 15 χρονών και ζούσε με τον πατέρα του στο Κορδελιό Θεσσαλονίκης. Ο Παναγιώτης ήταν μαθητής στο 1ο Γυμνάσιο Ελευθερίου Κορδελιού και καλαθοσφαιριστής στον Πρωτέα Θεσσαλονίκης.

Ο Νίκος Ναλμπάντης ήταν 28 ετών με καταγωγή από την Έδεσσα. Ζούσε στη Θεσσαλονίκη τα τελευταία χρόνια και συγκεκριμένα στο Κορδελιό. Ήταν συνοδηγός στην επιβατική αμαξοστοιχία και το καλοκαίρι θα παντρευόταν τη σύντροφό του. Ο Νίκος είχε αγωνιστεί για πολλά χρόνια στα τμήματα υποδομής του ποδοσφαιρικού τμήματος του ΑΣ Ιωνικού Ιωνίας.

Ο Δημήτρης Οικού ήταν 29 ετών και καταγόταν από την Αλεξανδρούπολη. Ήταν εργαζόμενος στη Hellenic Train και για αυτόν τον λόγο ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Τη μοιραία νύχτα ο Δημήτρης γυρνούσε ως επιβάτης στην επιβατική αμαξοστοιχία 62, καθώς είχε τελειώσει η υπηρεσία του.

Η Αναστασία Παπαγγελή ήταν 19 χρονών και είχε καταγωγή από τα Λυκούρια Καλαβρύτων, στην Αχαΐα. Ήταν φοιτήτρια της Γεωπονικής Σχολής του ΑΠΘ. Η Αναστασία είχε πάει να δει την οικογένειά της για το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας και βρισκόταν στο τρίτο βαγόνι της αμαξοστοιχίας κατά τη σύγκρουση.

Ο Γεώργιος Παπάζογλου ήταν 22χρονών από τη Θεσσαλονίκη. Ήταν φοιτητής στο τμήμα Φυσικής του ΑΠΘ, ενώ ο πατέρας του, Λυσίμαχος, είναι καθηγητής Κτηνιατρικής του πανεπιστημίου. Ο Γιώργος λίγο πριν τη σύγκρουση είχε πάει στο κυλικείο για να πάρει ένα μπουκάλι νερό.

Ο Κυπριανός (Κύπρος) Παπαϊωάννου ήταν 23 ετών με καταγωγή από την Κύπρο. Σπούδαζε στο τμήμα Νομικής του ΑΠΘ και είχε υπηρετήσει ως καταδρομέας. Ο Κυπριανός σχεδίαζε να παντρευτεί τη σύντροφό του το καλοκαίρι.

Ο Ανδρέας Παυλίδης ήταν 49 χρονών και γέννημα θρέμμα Θεσσαλονικιός. Ήταν περιβαλλοντολόγος, είχε επίσης πτυχίο Πληροφορικής και εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος σε μεγάλη εταιρεία στη Θεσσαλονίκη. Αγαπούσε τη μουσική, το θέατρο, τα ταξίδια. Είχε πάει στην Αθήνα για το τριήμερο της Αποκριάς και επέστρεφε στη βάση του, τη Θεσσαλονίκη.

Η Θωμαή (Θώμη) Πλακιά ήταν 19 χρονών με καταγωγή από την Καλαμπάκα, στα Τρίκαλα. Είχε δώσει δύο φορές πανελλαδικές και ήταν φοιτήτρια στο τμήμα Φαρμακευτικής του ΑΠΘ. Η Θώμη σκοτώθηκε μαζί με τη δίδυμη αδελφή της, τη Χρύσα, και τη ξαδέλφη τους, την Αναστασία.

Η Χρυσή (Χρύσα) Πλακιά ήταν 19 χρονών με καταγωγή από την Καλαμπάκα. Ήταν φοιτήτρια αισθητικής στη Θεσσαλονίκη. Η Χρύσα σκοτώθηκε μαζί με τη δίδυμη αδελφή της, τη Θώμη, και τη ξαδέλφη τους, την Αναστασία.

Η Αναστασία Πλακιά ήταν 19 ετών με καταγωγή επίσης από την Καλαμπάκα. Ήταν φοιτήτρια αισθητικής στη σχολή Beauty Training Center στη Θεσσαλονίκη. Η Αναστασία σκοτώθηκε μαζί με τις δύο ξαδέλφες της, Θώμη και Χρύσα.

Η Καλλιόπη (Κέλλυ) Πορφυρίδου ήταν 23 ετών από την Καλαμαριά Θεσσαλονίκης. Ήταν φοιτήτρια στη Θεολογική σχολή του ΑΠΘ. Η Κέλλυ ταξίδευε μαζί με τον σύντροφό της, Νικήτα, ο οποίος επίσης σκοτώθηκε στο δυστύχημα.

Ο Ντένις Ρούτσι ήταν 22 χρονών με καταγωγή από την Αθήνα, αλλά φέρεται να διέμενε στη Θεσσαλονίκη. Ο Ντένις είχε πάει στην Αθήνα για να δει την οικογένειά του και τη σύντροφό του. Αν και είχε κλείσει θέση στο πέμπτο βαγόνι, κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης είχε πάει στο δεύτερο για να βρει σήμα στο κινητό του τηλέφωνο.

Η Σοφία-Ειρήνη Ταχμαζίδου ήταν 32 ετών και καταγόταν από το Κολχικό Θεσσαλονίκης. Εργαζόταν σε εταιρεία παροχής λογισμικού στη Θεσσαλονίκη και ήταν ανιψιά του δημάρχου Λαγκαδά.

Ο Ιωάννης Τζοβάρας ήταν 55 ετών με καταγωγή από τη Στυλίδα Φθιώτιδας. Ο Γιάννης ήταν εργαζόμενος της Hellenic Train και συγκεκριμένα ελεγκτής εισιτηρίων.

Ο Άγγελος Τηλκερίδης ήταν 23 ετών και καταγόταν από την Ειρηνούπολη Νάουσας. Ο Άγγελος ζούσε στη Θεσσαλονίκη και επέστρεφε εκεί μαζί με τις φίλες του Αφροδίτη Τσιώμα και Εριέττα Μόλχο.

Η Αγάπη Τσακλίδου ήταν 22 ετών με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη. Σπούδαζε στο Τμήμα Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών του ΑΠΘ και ήταν κόρη καθηγητών του πανεπιστημίου.

Η Ελένη Τσίντζα ήταν 22 χρονών και καταγόταν από τα Κουφάλια Θεσσαλονίκης. Ήταν φοιτήτρια του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΑΠΘ.

Η Αφροδίτη Τσιώμα ήταν 22 χρονών και μεγάλωσε στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης. Εργαζόταν ως αισθητικός και είχε πάει στην Αθήνα για να παρακολουθήσει ένα σεμινάριο για τη δουλειά της. Η Αφροδίτη επέστρεφε μαζί με τους φίλους της, Άγγελο και Εριέττα. Η Αφροδίτη ήθελε να πάει στην Αθήνα με το αυτοκίνητό της, αλλά οι γονείς της την έπεισαν να πάρει το τρένο ως πιο ασφαλές μέσο.

Ο Γεώργιος Φωτόπουλος ήταν 57 ετών, γεννημένος στην Ελβετία. Είχε ζήσει στο χωριό Αμφιθέα του δήμου Μεσσήνης σε νεαρή ηλικία, ενώ τα τελευταία χρόνια ζούσε και εργαζόταν στην Αθήνα.

Η Ελισάβετ Χατζηβασιλείου ήταν 26 χρονών με καταγωγή από το Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης. Ήταν σοπράνο, καλλιτέχνης και plus size μοντέλο. Ταξίδευε συχνά στην Αθήνα λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων και το μοιραίο βράδυ γυρνούσε στη Θεσσαλονίκη μαζί με την τυφλή της γάτα, τη Νάμπια. Βρήκαν μαζί τραγικό θάνατο.

Ο Παναγιώτης Χατζηχαραλάμπους ήταν 29 χρονών και καταγόταν από την Αθήνα, όπου και ζούσε. Ήταν εργαζόμενος του ΟΣΕ και συγκεκριμένα ελεγκτής εισιτηρίων. Ο Παναγιώτης αφήνει πίσω του έναν δίχρονο γιο.

Η Βασιλική Χλώρου ήταν 55 χρονών, καταγόταν από τη Λάρισα, αλλά ζούσε στη Μενεμένη Θεσσαλονίκης. Ήταν μητέρα τεσσάρων παιδιών, διετέλεσε γενική γραμματέας της Αθλητικής Ένωσης Σωματείων Γυμναστικής Βορείου Ελλάδας (ΑΕΣΓΒΕ) και επί σειρά ετών ήταν διοικητικό στέλεχος του ΑΟ Διαγόρας Αμπελοκήπων. Η οικογένεια της Βασιλικής επέστρεψε στην πόλη μία μέρα νωρίτερα με το αυτοκίνητό τους, ενώ η ίδια παρέμεινε μία μέρα ακόμη στη Λάρισα, καθώς είχε προγραμματισμένη επίσκεψη σε γιατρό.

Η Ελπίδα Χούπα ήταν 28 ετών με καταγωγή από την Αταλάντη Φθιώτιδας. Ήταν απόφοιτος του τμήματος Πολιτικών Μηχανικών στην Πάτρα και έδωσε κατατακτήριες για το τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ, όπου και πέρασε. Η Ελπίδα επέστρεφε με τρένο στη Θεσσαλονίκη μαζί μία φίλη της, η οποία τραυματίστηκε σοβαρά στη σύγκρουση.

Η Μαρία Θωμαή (Μάρθη) Ψαροπούλου ήταν 19 ετών και καταγόταν από το Πανόραμα Θεσσαλονίκης. Ήταν φοιτήτρια στο τμήμα Αγωγής και Φροντίδας στην Πρώιμη Παιδική Ηλικία του ΔΙΠΑΕ. Η Μάρθη επέστρεφε από ταξίδι με τη φίλη της Φραντσέσκα Μπέζα.

Στους νεκρούς του δυστυχήματος συγκαταλέγεται και ένας Σύρος πρόσφυγας, τα στοιχεία του οποίου δεν έχουν ακόμα γνωστοποιηθεί. Η διαδικασία ταυτοποίησής του έγινε μέσω ανάλυσης δείγματος DNA, το οποίο εστάλη από τον αδελφό του, που ζει στην Ολλανδία.

Τέλος, αγνοούμενη παραμένει ακόμα η 23χρονη Εριέττα Μόλχο, φοιτήτρια του τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη. Η Εριέττα ταξίδευε μαζί με τη φίλη της την Αφροδίτη και τον Άγγελο, οι οποίοι σκοτώθηκαν στο δυστύχημα.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου