Ο τρόμος του Τσερνόμπιλ: Η έκρηξη που σημάδεψε για πάντα την ανθρωπότητα

Ξημερώματα 26ης Απριλίου 1986, στον πυρηνικό σταθμό «Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν» στο Τσερνόμπιλ της Ουκρανίας, ξεκίνησε ένα προγραμματισμένο πείραμα που στόχευε στον έλεγχο των συστημάτων ασφαλείας του σταθμού. Αυτό το πείραμα, όμως, κατέληξε να προκαλέσει τη μεγαλύτερη πυρηνική καταστροφή στην ιστορία.
Στο πλαίσιο του πειράματος, οι τεχνικοί απενεργοποίησαν τα αυτόματα συστήματα ελέγχου ισχύος και ασφάλειας της τέταρτης μονάδας, αφήνοντας τον αντιδραστήρα να λειτουργεί με μόλις το 7% της ισχύος του. Στις 1:23 π.μ., η αλυσιδωτή αντίδραση στον τέταρτο αντιδραστήρα οδήγησε σε διαδοχικές εκρήξεις, εκτοξεύοντας στον αέρα το ατσάλινο κάλυμμα του αντιδραστήρα, βάρους 1.000 τόνων. Τεράστιες ποσότητες ραδιενεργού υλικού διασκορπίστηκαν στην ατμόσφαιρα και μεταφέρθηκαν γρήγορα στις γύρω περιοχές.
Στις 28 Απριλίου, παρατηρητήρια στη Σουηδία κατέγραψαν ανησυχητικά υψηλά επίπεδα ραδιενέργειας, απαιτώντας εξηγήσεις. Αν και η σοβιετική κυβέρνηση προσπάθησε αρχικά να αποκρύψει το γεγονός, τελικά αναγκάστηκε να παραδεχθεί ένα «μικρό ατύχημα», με το συναγερμό πάντως να σημαίνεται ακόμη και στις μέρες μας.
Για δέκα ημέρες, τα φλεγόμενα πυρηνικά καύσιμα απελευθέρωναν στην ατμόσφαιρα τεράστιες ποσότητες ραδιενεργών στοιχείων, ισοδύναμες με την έκρηξη 200 βομβών σαν αυτή της Χιροσίμας. Η ραδιενεργή σκόνη απλώθηκε σε όλη την Ευρώπη, φτάνοντας μέχρι τον Βόρειο Πόλο. Χρειάστηκαν 7.000 τόνοι μετάλλου και 400.000 κυβικά μέτρα σιδηροπαγούς σκυροδέματος για να εγκλωβιστούν οι εκατοντάδες τόνοι πυρηνικών καυσίμων και ραδιενεργών υλικών σε μια τεράστια σαρκοφάγο.
Επισήμως, 31 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους αμέσως μετά την έκρηξη. Ωστόσο, από το 1986 μέχρι σήμερα, περισσότεροι από 25.000 στρατιώτες και πολίτες από την Ουκρανία, τη Ρωσία, τη Λευκορωσία και άλλες χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης που συμμετείχαν στις εργασίες αποκατάστασης έχουν χάσει τη ζωή τους. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, περίπου 8,4 εκατομμύρια άνθρωποι στις τρεις αυτές χώρες εκτέθηκαν στη ραδιενέργεια, μολύνοντας μια περιοχή 150.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ίση με τη μισή έκταση της Ιταλίας. Περίπου 400.000 άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, ενώ 6 εκατομμύρια εξακολουθούν να ζουν σε μολυσμένες περιοχές.
Οι ακριβείς αιτίες της τραγωδίας παραμένουν ασαφείς, αλλά φαίνεται πως καθοριστικό ρόλο έπαιξε ένας συνδυασμός παραγόντων. Τα ανεπαρκή συστήματα ασφαλείας, οι ελλιπείς γνώσεις των τεχνικών και πιθανά λανθασμένοι χειρισμοί χωρίς κατάλληλη εξουσιοδότηση συνέβαλαν στο καταστροφικό αποτέλεσμα.
Το εργοστάσιο του Τσερνόμπιλ έκλεισε οριστικά τον Δεκέμβριο του 2000, ύστερα από διεθνείς πιέσεις και με τον φόβο πιθανών νέων εκρήξεων στους παλαιωμένους αντιδραστήρες του.
Όταν η ραδιενέγεια έφτασε στην Ελλάδα
Λίγες ημέρες μετά την καταστροφική έκρηξη, όταν ήδη δεκάδες πυροσβέστες που προσπάθησαν να περιορίσουν τη φωτιά στον αντιδραστήρα είχαν χάσει τη ζωή τους και εκατοντάδες άλλοι στην περιοχή βρίσκονταν αντιμέτωποι με βέβαιο θάνατο, βροχοφόρα σύννεφα πέρασαν πάνω από την Ελλάδα.
Τα σύννεφα αυτά έφεραν βροχή, που καθίζησε ραδιενεργά στοιχεία σε μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής χώρας, επηρεάζοντας ιδιαίτερα περιοχές όπως τα Τρίκαλα, η Καρδίτσα, η δυτική πλευρά της Λάρισας, η Νάουσα, η Αλεξάνδρεια Ημαθίας και η Κατερίνη.
Οι μετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν στις συγκεκριμένες περιοχές από το Εργαστήριο Πυρηνικής Τεχνολογίας του ΕΜΠ, υπό την καθοδήγηση του αείμνηστου Σίμου Σιμόπουλου, έδειξαν υψηλές συγκεντρώσεις Καισίου-137. Συγκεκριμένα, στην Καρδίτσα καταγράφηκαν επίπεδα που έφταναν τα 140 κιλομπεκερέλ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ στα Γρεβενά ήταν 35 kbq/m². Οι συγκεντρώσεις αυτές μειώθηκαν σημαντικά την επόμενη χρονιά, πέφτοντας στα 15 kbq/m² στην Καρδίτσα και στα 3-5 kbq/m² στα Γρεβενά. Μέχρι το 2009, τα επίπεδα είχαν περιοριστεί περαιτέρω, αγγίζοντας τα 1 kbq/m² και 0,5 kbq/m² αντίστοιχα.
Πρόσφατες έρευνες επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ιχνών ραδιενεργών στοιχείων, αν και δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί με ακρίβεια ο βαθμός επιβάρυνσης για τη δημόσια υγεία. Το ραδιενεργό Καίσιο είναι γνωστό ότι συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του πεπτικού συστήματος. Παρά ταύτα, στην Ελλάδα δεν έχει καταγραφεί συσχέτιση των αυξημένων επιπέδων ραδιενέργειας με αύξηση στις συγκεκριμένες μορφές καρκίνου.
Σύμφωνα με κάποιους ειδικούς, «η εκτίμηση των θανάτων και της νοσηρότητας που προκλήθηκαν από έκλυση ραδιενέργειας είναι πολύ σύνθετη υπόθεση. Η ασθένεια μπορεί να εκδηλωθεί από 10-30 χρόνια μετά την έκρηξη, γεγονός που δυσκολεύει την όποια εκτίμηση. Γι’ αυτό και είναι μεγάλο το εύρος των σχετικών υπολογισμών. Επίσημες τεκμηριωμένες μελέτες υπολογίζουν τους θανάτους που οφείλονται στο Τσερνόμπιλ σε 20.000 – 100.000 στην Ευρώπη, στα έτη που μεσολάβησαν».
Τα χρόνια πέρασαν και καθώς πλησίαζε η 30η μαύρη επέτειος από το ολέθριο δυστύχημα, Ελληνες επιστήμονες ανίχνευσαν ποσότητες του ραδιενεργού Καισίου 137 σε περιοχές της Βορειοδυτικής Ελλάδας.
Διαβάστε επίσης
Αυτό που είχε προκαλέσει έκπληξη στους ειδικούς είναι ότι το Καίσιο 137, το οποίο αποτελεί ένα ανθρωπογενές στοιχείο – κατάλοιπο πυρηνικής έκρηξης – έμεινε στις ίδιες περιοχές της Ελλάδας στις οποίες έπεσε το 1986.
Το Καίσιο 137 είναι κατεξοχήν ραδιενεργό στοιχείο αλλά επί του παρόντος στη χώρα μας κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι επιπτώσεις είχε ή έχει στον άνθρωπο και στο οικοσύστημα. Εντοπίστηκε βεβαίως σε μικρότερες ποσότητες από ό,τι στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όμως όλα αυτά τα χρόνια ούτε τα χιόνια ούτε οι βροχές στάθηκαν ικανές να ξεπλύνουν τα εδάφη από την παρουσία του. Ο μεγαλύτερος όγκος του Καισίου 137 – που εκπέμπει ακτινοβολία Γ – βρισκόταν στα πρώτα 10 εκατοστά του εδάφους.
Τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις Καισίου 137 εντόπισαν οι επιστήμονες στο βόρειο τμήμα του Νομού Τρικάλων και στο νότιο τμήμα του Νομού Γρεβενών». Επισκέφθηκαν περιοχές στις οποίες, όπως είχε αποδειχθεί από μετρήσεις που είχε διενεργήσει τη δεκαετία του 1990 ο Σίμος Σιμόπουλος, είχαν κατακαθήσει μεγάλες ποσότητες Καισίου 137, προερχόμενες από την έκρηξη στον πυρηνικό αντιδραστήρα του Τσερνόμπιλ.
Τα δείγματα που έλαβαν οι ειδικοί έδειξαν ότι τα κατάλοιπα εκείνης της καταστροφής δεν είχαν εξαλειφθεί από εδάφη της χώρας. Ηταν δείγματα εδάφους σε βάθος μέχρι 30 εκατοστά από μη καλλιεργούμενες εκτάσεις ημιορεινών περιοχών των δύο νομών. Τα αποξήραναν με αέρα και τα κοσκίνισαν ώστε κάθε σωματίδιο εδάφους να είναι μικρότερο από 2 χιλιοστά.
Στη συνέχεια τα μετέφεραν στο Τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων όπου με τη μέθοδο της φασματοσκοπίας ακτίνων Γ υψηλής διακριτικής ικανότητας, μέτρησαν πόσο επιβαρημένα ήταν τα δείγματα από τη ραδιενέργεια του εκλύθηκε από το Τσερνόμπιλ. Διαπίστωσαν ότι η περιεκτικότητα των εδαφών σε Καίσιο 137 κυμαινόταν ως επί το πλείστον από 20 μπεκερέλ ανά κιλό χώματος μέχρι 97 μπεκερέλ η μέγιστη τιμή, που συνιστά «ανησυχητικό επίπεδο».
Το Καίσιο 137 δεν υπάρχει μόνο του στη φύση. Προέρχεται από εκρήξεις σε πυρηνικούς αντιδραστήρες ή πυρηνικές δοκιμές. Ακόμη και από εκρήξεις ατομικών βομβών. Αν μπορούσε κανείς να δει με μικροσκόπιο τα εδάφη της χώρας στα οποία υπάρχει ακόμη, θα έβλεπε άτομα καισίου προσκολλημένα σε σωματίδια εδάφους. «Το γεγονός ότι ακόμη και σε βάθος μόλις πέντε εκατοστών εντοπίστηκε Καίσιο 137 σημαίνει ότι όλα αυτά τα χρόνια παρέμεινε έτσι όπως έπεσε για πρώτη φορά».






0 ΣΧΟΛΙΑ