Ο θρύλος της Επανάστασης και το τραγικό τέλος: Σαν σήμερα (25/09), πέθανε ο Νικηταράς, ο «Τουρκοφάγος»

Σαν σήμερα, στις 25 Σεπτεμβρίου 1849, σε ένα μικρό σπίτι στον Πειραιά, ένας από τους μεγαλύτερους ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης άφησε την τελευταία του πνοή. Ο Νικηταράς, ο θρυλικός «Τουρκοφάγος», ο άνθρωπος που ενέπνεε δέος στους εχθρούς και θαυμασμό στους συμπολεμιστές του, πέθανε τυφλός, πάμφτωχος και λησμονημένος από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, για το οποίο είχε δώσει τα πάντα. Η ζωή του, γεμάτη μάχες και θρίαμβους, έκλεισε με έναν τρόπο που αντανακλά την τραγική μοίρα πολλών αγωνιστών του ’21, που από ήρωες έγιναν «ενοχλητικοί» για τη νέα εξουσία.
Από το «Νικηταράς» στον «Τουρκοφάγο»: Ένας ήρωας γεννιέται
Το πραγματικό του όνομα ήταν Νικήτας Σταματελόπουλος, αλλά η ιστορία τον κράτησε ως Νικηταρά. Γεννημένος στην Τουρκολέκα της Μεσσηνίας, ανιψιός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ο Νικηταράς ξεχώρισε από τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης για την ανδρεία, τη μαχητικότητα και την απίστευτη δύναμή του στο πεδίο της μάχης. Η φήμη του απλώθηκε γρήγορα, και το προσωνύμιο «Τουρκοφάγος» γεννήθηκε στη μάχη των Δερβενακίων το 1822, όπου, σύμφωνα με τον μύθο, πολεμούσε με τέτοια ορμή που το σπαθί του λύγισε από τον φόρτο.
Η παρουσία του στις μάχες ήταν καθοριστική. Στο Βαλτέτσι, στο Μανιάκι, στην Τριπολιτσά, ο Νικηταράς έδινε πάντα το παράδειγμα, όντας μπροστάρης στις πιο δύσκολες στιγμές. Η ανιδιοτέλεια και η τιμιότητά του ήταν παροιμιώδεις. Σύμφωνα με μαρτυρίες, δεν κρατούσε ποτέ λάφυρα για τον εαυτό του, αλλά τα μοίραζε στους στρατιώτες του, κάτι που τον έκανε ιδιαίτερα αγαπητό και σεβαστό από όλους. Η λεβεντιά του και το άσβεστο πάθος του για την ελευθερία τον μετέτρεψαν σε ένα ζωντανό σύμβολο του αγώνα.
Η τραγική ειρωνεία: Ο ήρωας στη φυλακή
Ωστόσο, η απελευθέρωση δεν έφερε για τον Νικηταρά την ευημερία που τόσο είχε ονειρευτεί. Αντίθετα, η πολιτική αναταραχή και οι εσωτερικές διαμάχες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους τον οδήγησαν στο περιθώριο. Ο ήρωας των μαχών, που ποτέ δεν φοβήθηκε τον εχθρό, βρέθηκε αντιμέτωπος με την καχυποψία και την αχαριστία.
Η αποκορύφωση αυτής της τραγικής πορείας ήρθε το 1839, όταν η Αντιβασιλεία του Όθωνα τον συνέλαβε, κατηγορώντας τον για συνωμοσία εναντίον του βασιλιά. Παρά το γεγονός ότι οι κατηγορίες ήταν αβάσιμες, ο Νικηταράς φυλακίστηκε μαζί με άλλους αγωνιστές, σε μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Η φυλάκισή του, που κράτησε για περίπου δύο χρόνια, τον κατέστρεψε ψυχολογικά και σωματικά. Η υγεία του κλονίστηκε σοβαρά και η όρασή του άρχισε να χάνεται.
Το πικρό τέλος ενός γίγαντα
Μετά την αποφυλάκισή του, ο Νικηταράς βρέθηκε μόνος, φτωχός και σχεδόν τυφλός. Ο γίγαντας των Δερβενακίων, που είχε σκορπίσει τον τρόμο στους Τούρκους, αναγκαζόταν να ζει ζητιανεύοντας στους δρόμους, μια εικόνα που προκαλούσε θλίψη σε όσους τον αναγνώριζαν. Η πολιτεία, που τον είχε φυλακίσει, άργησε πολύ να τον αναγνωρίσει. Μόλις το 1843, και μετά από τη λαϊκή κατακραυγή, του παραχωρήθηκε μια πενιχρή σύνταξη ως «αντίδωρο» για τις υπηρεσίες του στον αγώνα.
Διαβάστε επίσης
Τα τελευταία του χρόνια ήταν μια διαρκής μάχη για επιβίωση. Ο Νικηταράς, ο άνθρωπος που είχε δώσει όλη του την περιουσία και το αίμα του για την πατρίδα, έζησε τα τελευταία του χρόνια στην ένδεια και την αφάνεια. Ο θάνατός του, στις 25 Σεπτεμβρίου 1849, στον Πειραιά, πέρασε σχεδόν απαρατήρητος από την επίσημη πολιτεία. Ωστόσο, ο λαός που τον λάτρεψε, δεν τον ξέχασε. Η κηδεία του έγινε με τιμές και ο τάφος του στην Αγία Τριάδα του Πειραιά δέχθηκε τα λουλούδια και τον σεβασμό των απλών ανθρώπων που τον θεωρούσαν πραγματικό ήρωα.
Ο θάνατος του Νικηταρά αποτελεί ένα διαχρονικό μάθημα για την αχαριστία που μπορεί να επιδείξει ένα κράτος προς τους δημιουργούς του. Η ζωή του, γεμάτη μεγαλείο και θυσίες, έληξε με τον πιο τραγικό τρόπο. Παρόλα αυτά, η μορφή του παραμένει ζωντανή στη συλλογική μνήμη, ως ένα σύμβολο της ανιδιοτελούς προσφοράς και της ηρωικής ψυχής του Έλληνα.






0 ΣΧΟΛΙΑ