Κυβέλη Ανδριανού: Η κορυφαία ηθοποιός που έγινε γνωστή με το μικρό της όνομα και πέθανε σαν σήμερα, 26 Μαΐου του 1978

Ηθοποιός και θιασάρχης, η Κυβέλη άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στο ελληνικό θέατρο, κυριαρχώντας κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Γνωστή κυρίως με το μικρό της όνομα, υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές μορφές της εποχής της. Γεννημένη το 1887, ήταν καρπός ενός παράνομου έρωτα. Αν και καταγόταν από τη Σμύρνη, παραμένει ασαφές αν η γέννησή της έλαβε χώρα εκεί ή στην Αθήνα.
Σε ηλικία μόλις 2,5 ετών, ο Αναστάσης και η Μαρία Αδριανού την υποδέχθηκαν στο βρεφοκομείο Αθηνών. Παρά τις δυσκολίες της ζωής και την οικονομική στενότητα, οι θετοί της γονείς έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να της προσφέρουν μια στοργική και ποιοτική ανατροφή. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε και η υποστήριξη μιας γνωστής αθηναϊκής οικογένειας. Μετά την απώλεια του μοναχοπαιδιού τους, η οικογένεια βρήκε παρηγοριά και χαρά στη μικρή, αξιαγάπητη «Κυβελίτσα».
Χάρη σε αυτές τις φροντίδες, η Κυβέλη φοίτησε στο παρθεναγωγείο Χιλ, όπου σύντομα ξεχώρισε για την εξυπνάδα και την αφοσίωσή της. Επιπλέον, παρακολούθησε μαθήματα απαγγελίας, όπου ανέδειξε το ταλέντο της, κερδίζοντας μάλιστα βραβείο το 1901 για την εξαιρετική της επίδοση.
Εκείνη την εποχή την ανακάλυψε ο Χρηστομάνος και αρχικά της έδωσε την ευκαιρία να παίξει το ρόλο της Ιουλιέττας, στη σκηνή του μπαλκονιού, σε μια έκτακτη εμφάνιση της Νέας Σκηνής. Η Κυβέλη Αδριανού έγινε η αγαπημένη του πρωταγωνίστρια και μέσα σε ελάχιστο διάστημα κατέκτησε μια από τις πρώτες θέσεις μεταξύ των ελληνίδων ηθοποιών.
Η Νέα Σκηνή (1901-1906) της έδωσε την ευκαιρία να συμμετάσχει στις μοναδικές παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας της καριέρας της. Ξεχώρισε, ως κορυφαία, στην «Άλκηστη» του Ευριπίδη και αργότερα στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Παράλληλα, διακρίθηκε σε ρόλους δραματικούς και κωμικούς, όπως στο ρόλο της Ανιούτσκα στο «Κράτος του Ζόφου» του Τολστόι ή στο ρόλο της θεατρίνας στη «Λοκαντιέρα» του Γκολντόνι.
Μετά τη διάλυση της Νέας Σκηνής, η Κυβέλη έπαιξε πρώτα μερικές κωμωδίες με τον κωμικό Σαγιώρ και στη συνέχεια, το καλοκαίρι του 1907, πρωτοεμφανίσθηκε ως θιασάρχης με τη «Νόρα» του Ίψεν, ένα έργο που πήρε σταθερή θέση στο ρεπερτόριο του θιάσου της. Μεσουράνησε μέχρι και το 1934, με σταθερή θιασαρχική παρουσία, στην Αθήνα και σε περιοδείες.
Το 1908 συνεργάστηκε για πρώτη φορά με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Η ίδια είχε ζητήσει από το συγγραφέα να διασκευάσει για χάρη της σε θεατρικό έργο το διήγημα «Κόκκινος Βράχος», επειδή της άρεσε πολύ ο χαρακτήρας της ηρωίδας. Έτσι, δημιουργήθηκε η Φωτεινή Σάντρη που είχε τεράστια επιτυχία και έμεινε στο ρεπερτόριο του θιάσου Κυβέλης για πολλά χρόνια, γνωρίζοντας άπειρες επαναλήψεις.
Ο Ξενόπουλος συνέχισε να την τροφοδοτεί με ένα έργο κάθε χρόνο έως το 1925 (Ραχήλ, Πειρασμός, Ψυχοσάββατο, Χερουβείμ, κ.ά). Συνεργάστηκε, επίσης, με τον Παντελή Χορν από το 1910 μέχρι το 1934 (Ο Άνθρωπός μας, Κερένια κούκλα, Φιντανάκι, Νταλμανοπούλα κ.ά), όπως και με τον Σπύρο Μελά (Κόκκινο πουκάμισο, Χαλασμένο σπίτι, Το άσπρο και το μαύρο, Μια νύχτα μια ζωή). Ακόμη, παρουσίασε έργα του Θ. Συναδινού και του Αλ. Λιδωρίκη.
Την περίοδο 1932-1934 αποφάσισε να «συμμαχήσει» με το αντίπαλο δέος της, τη Μαρίκα Κοτοπούλη, προκειμένου να αντιμετωπίσουν από κοινού το νεοϊδρυθέν Εθνικό Θέατρο. Μαζί ανέβασαν πιο σοβαρά έργα, όπως: «Ο Γυρισμός» του Ο’ Νηλ, «Το επάγγελμα της κυρίας Γουόρεν» του Σω, «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας» του Κορομηλά, «Μαρία Στιούαρτ» του Σίλερ, «Ο Αννίβας προ των πυλών» του Σέργουντ κ.ά.
Μετά το 1934 σταμάτησε τις εμφανίσεις της στο θέατρο, ακολουθώντας το σύζυγό της, Γεώργιο Παπανδρέου, στη Μέση Ανατολή. Ως μεγάλο καλλιτεχνικό γεγονός έγινε δεκτή η επανεμφάνισή της, το 1950, με έργο του βουλεβάρτου και ακολούθησαν σποραδικές συνεργασίες της με το Εθνικό Θέατρο [Δάφνη Λορεόλα (1951), Το μυστικό της Κοντέσας Βαλέραινας (1953), Ο Γλάρος (1957), Διάλογοι Καρμηλιτισσών (1962)].
Κατά τη δεκαετία του 1950 συνέπραξε σε έκτακτες εμφανίσεις με τους θιάσους της Κατερίνας, των Λαμπέτη – Παππά – Χορν, της κόρης της Αλίκης, του γαμπρού της Ιορδάνη Μαρίνου κ.ά. Το καλοκαίρι του 1951 έκανε τη μοναδική της εμφάνιση σε αρχαία κωμωδία, στη Λυσιστράτη, με τον Θυμελικό Θίασος του Λίνου Καρζή και μεταξύ 1962-1965 συνεργάστηκε τακτικά με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (Το Μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας, Το νησί της Αφροδίτης του Πάρνη, ο Ματωμένος γάμος του Λόρκα, Αναστασία των Μωρέτ-Μπόλτον, το Ηλιόλουστο πρωινό των Κιντέρο).
Στη μεγάλη οθόνη πήρε μέρος σε δύο ταινίες, στην κινηματογραφική μεταφορά της νουβέλας του Ξενόπουλου «Ο κακός δρόμος» (1933) και στην ταινία «Άγνωστο» (1956).
Η Κυβέλη, όταν έφυγε από τη ζωή στις 26 Μαΐου 1978, άφησε πίσω της μια μεγάλη οικογένεια: τέσσερα παιδιά, τρία εγγόνια, έξι δισέγγονα και πέντε τρισέγγονα. Από τον πρώτο της γάμο (1903-1906) με τον Μήτσο Μυράτ, απέκτησε δύο παιδιά: τον Αλέξανδρο και τη γνωστή ηθοποιό Μιράντα. Ο δεύτερος σύζυγός της, ο επιχειρηματίας και θεατρώνης Κώστας Θεοδωρίδης, στάθηκε στο πλευρό της για πολλά χρόνια. Μαζί απέκτησαν την κόρη τους, Αλίκη Θεοδωρίδη – Νορ, που επίσης διακρίθηκε ως πρωταγωνίστρια. Τρίτος σύζυγός της υπήρξε ο Γεώργιος Παπανδρέου, με τον οποίο απέκτησε τον Γιώργο, ετεροθαλή αδελφό του Ανδρέα Παπανδρέου.






0 ΣΧΟΛΙΑ