Υπόθεση Μένη Κουμανταρέα: Η δολοφονία του από δύο Ρουμάνους μέσα στο διαμέρισμά του που σόκαρε το Πανελλήνιο

Η νύχτα της 5ης Δεκεμβρίου 2014 σημάδεψε ανεξίτηλα τον ελληνικό λογοτεχνικό κόσμο. Στην ήσυχη, τότε, γειτονιά της Κυψέλης, στην οδό Ζακύνθου, ο 83χρονος συγγραφέας Μένης Κουμανταρέας, ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς πεζογράφους, βρήκε φρικτό θάνατο. Η υπόθεση της άγριας δολοφονίας του, η οποία εκδικάστηκε τα επόμενα χρόνια, έφερε στο φως όχι μόνο την τραγική στιγμή της επίθεσης, αλλά και άγνωστες πτυχές της ζωής του θύματος και τη σκοτεινή σχέση του με έναν από τους δράστες.
Ο Κουμανταρέας, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, είχε αποχωρήσει από το δείπνο με τον φίλο και συνεργάτη του, τον θεατρολόγο Θανάση Φουσκαρίνη, σε ένα εστιατόριο της Φωκίωνος Νέγρη, για να ανέβει στο σπίτι του να πάρει ένα φάρμακο. Η καθυστέρησή του ώθησε τον Φουσκαρίνη να καλέσει την αστυνομία. Μπαίνοντας στο διαμέρισμα, η εικόνα ήταν αποκαλυπτική: ο συγγραφέας βρέθηκε νεκρός στο πάτωμα, με εμφανείς μώλωπες στο λαιμό και το πρόσωπο, ενώ οι ντουλάπες ήταν ανοιχτές.
Η δικογραφία: Ληστεία και σχέση εξάρτησης
Για τη δολοφονία συνελήφθησαν δύο Ρουμάνοι, ο 25χρονος Στεφάν Ματασαρεάνου και ο 28χρονος Κοσμίν Γκαϊτάν. Σύμφωνα με τη δικογραφία, οι δύο νεαροί περίμεναν τον συγγραφέα στην είσοδο της πολυκατοικίας του με σκοπό τη ληστεία. Όταν ο Κουμανταρέας αρνήθηκε να αποκαλύψει το σημείο όπου έκρυβε χρήματα, τον ξυλοκόπησαν και στη συνέχεια τον στραγγάλισαν.
Το κίνητρο και η μέθοδος είχαν ρίζες σε μια προϋπάρχουσα σχέση. Από τα στοιχεία της ανάκρισης προέκυψε ότι ο Στεφάν Ματασαρεάνου γνώριζε τον συγγραφέα, είχε ενημερωθεί για την είσπραξη περίπου 150.000 ευρώ από πώληση ακινήτου και τον πίεζε συνεχώς για χρήματα.
Η δίκη το 2016 έφερε στην επιφάνεια τις αντιφατικές απολογίες των κατηγορουμένων, με τον καθένα να ρίχνει την ευθύνη στον άλλο. Ο Γκαϊτάν υποστήριξε ότι ο Ματασαρεάνου ήταν ο δράστης που χτύπησε τον συγγραφέα όταν εκείνος αρνήθηκε να τους δώσει δανεικά. Ο Ματασαρεάνου, από την πλευρά του, αρνήθηκε κάθε εμπλοκή, ισχυριζόμενος ότι «λάτρευε» τον συγγραφέα σαν πατέρα του. Στην αστυνομία είχε ισχυριστεί ότι απλώς διαπληκτίστηκε με τον Κουμανταρέα και τον έσπρωξε θυμωμένος: «Ο Μένης έπεσε δίπλα από μία πολυθρόνα και τον άκουσα που έβγαλε ένα βογγητό σαν “αχ”. Έμεινε εκεί πεσμένος και δεν τον είδα να σηκώνεται. Τότε εγώ τσαντισμένος είπα του Κοσμίν να φύγουμε». Παρά την άρνησή του ότι πήρε χρήματα, ο ίδιος είχε προχωρήσει αμέσως μετά τη δολοφονία σε αγορές ρούχων και είχε ξεκινήσει έντονη κοινωνική ζωή σε γνωστά αθηναϊκά κλαμπ.
Σχέση πνευματική, ερωτική και οικονομική εκμετάλλευση
Ο σημαντικότερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Θανάσης Φουσκαρίνης, ο οποίος κατέθεσε για τη σχέση του θύματος με τον πρώτο κατηγορούμενο, μια σχέση που, εκτός από σεξουαλική, ήταν και πνευματική.
Ο Φουσκαρίνης, ο οποίος έβλεπε τον Κουμανταρέα τακτικά, επιβεβαίωσε στο δικαστήριο τον μεγαλόψυχο και καλοπροαίρετο χαρακτήρα του συγγραφέα, ο οποίος «ενίσχυε οικονομικά τον πρώτο κατηγορούμενο» και βοηθούσε πολλούς, νιώθοντας ότι όφειλε να επιστρέφει την ευνοϊκή του τύχη. Αποκάλυψε ότι ο Κουμανταρέας ήταν γκέι και διατηρούσε μια στενή σχέση με τον κατηγορούμενο, τον οποίο γνώριζε για δέκα ίσως και περισσότερα χρόνια.
Διαβάστε επίσης
Ωστόσο, ο μάρτυρας έδωσε και τη διάσταση της οικονομικής εκμετάλλευσης. Κατέθεσε ότι λίγο καιρό πριν τη δολοφονία, ο συγγραφέας ήθελε να διακόψει τη σχέση, καθώς ο νεαρός του τηλεφωνούσε συνεχώς ζητώντας χρήματα. Ο Φουσκαρίνης δήλωσε ότι γνώριζε πως ο Κουμανταρέας είχε χρήματα στο σπίτι για τις θεραπείες του καρκίνου με τον οποίο είχε διαγνωσθεί, γεγονός που καθιστά την αγριότητα της δολοφονίας ακόμα πιο τραγική. Η κατάθεση του μάρτυρα αποκάλυψε πως οι κατηγορούμενοι περίμεναν τον Κουμανταρέα τέσσερις ώρες στο ισόγειο της πολυκατοικίας του, πράγμα που υποδηλώνει προσχεδιασμό της επίθεσης.
Δικαστική έκβαση και λογοτεχνική κληρονομιά
Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, ο συνήγορος υπεράσπισης του Ματασαρεάνου, Αλέξης Κούγιας, επέμεινε στη μη εύρεση DNA του εντολέα του στη σκηνή του εγκλήματος, προσπαθώντας να αποδομήσει τη σχέση του θύματος με τον πελάτη του. Παρά τις αντιφάσεις και τις προσπάθειες άρνησης των κατηγοριών από τους δύο Ρουμάνους, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο το 2016 επέβαλε στους δύο κατηγορούμενους ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, καθώς και τέσσερα έτη φυλάκισης για κλοπή.
Το 2021, σε δεύτερο βαθμό, το Εφετείο αναγνώρισε ελαφρυντικά στους δράστες, μειώνοντας τελικώς την ποινή της ισόβιας κάθειρξης σε 15 έτη.
Παρά το φρικτό και άδικο τέλος του, ο Μένης Κουμανταρέας μένει στη μνήμη μας όχι για την τραγική δολοφονία, αλλά ως ένας από τους κορυφαίους μεταπολεμικούς πεζογράφους. Το έργο του, με τίτλους όπως «Η φανέλα με το εννιά» (που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Παντελή Βούλγαρη), «Η κυρία Κούλα», «Τα Μηχανάκια» και «Ο ωραίος λοχαγός», παραμένει ζωντανό, φωτίζοντας τις πτυχές της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας που ο ίδιος τόσο διεισδυτικά περιέγραφε.






0 ΣΧΟΛΙΑ