Η πρώτη Άλωση της Πόλης: Η 4η Σταυροφορία, η κατάληψη της Βασιλεύουσας και τα τριήμερα αίσχη

Η Δ’ Σταυροφορία ξεκίνησε το 1201 με πρωτοβουλία του Πάπα Ιννοκέντιου Γ’, έχοντας ως στόχο την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων από τους Μουσουλμάνους. Ωστόσο, κατέληξε στις 12 Απριλίου 1204 με την άλωση της Κωνσταντινούπολης και την προσωρινή διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, παρά τη θέληση του Πάπα, με την οριστική άλωση να έρχεται σχεδόν 250 χρόνια αργότερα από τους Οθωμανούς.
Μετά την αποτυχία της Τρίτης Σταυροφορίας (1189-1192) να ανακαταλάβει τους Αγίους Τόπους, το ενδιαφέρον των δυτικοευρωπαίων για νέες σταυροφορίες είχε μειωθεί. Η Ιερουσαλήμ, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της Συρίας και της Αιγύπτου, βρισκόταν υπό τον έλεγχο της μουσουλμανικής δυναστείας των Αγιουβιδών, ενώ το λατινικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ περιοριζόταν σε λίγες πόλεις στις ακτές της Παλαιστίνης.
Ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ’ ανέλαβε το 1198 την πρωτοβουλία για μια νέα σταυροφορία. Αρχικά, η πρότασή του αντιμετωπίστηκε με αδιαφορία από τους ευρωπαίους ηγεμόνες, που επικεντρώνονταν στα δικά τους προβλήματα. Το 1199, όμως, ορισμένοι ευγενείς, κυρίως από τη Γαλλία, πείστηκαν να συγκροτήσουν ένα εκστρατευτικό σώμα υπό την ηγεσία του Κόμη Τιμπό της Καμπανίας. Μετά τον θάνατο του Τιμπό, αρχηγός της εκστρατείας ανακηρύχθηκε ο Ιταλός κόμης Βονιφάτιος ο Μομφερατικός. Το σχέδιο προέβλεπε τη συγκέντρωση των σταυροφόρων στη Βενετία και τη μεταφορά τους στην Αίγυπτο, όπου θα ξεκινούσαν στρατιωτικές επιχειρήσεις για την κατάληψη της Ιερουσαλήμ.
Η δύναμη των σταυροφόρων αποτελούνταν από 33.500 άνδρες και 4.500 άλογα, και οι Βενετοί συμφώνησαν να αναλάβουν τη μεταφορά τους, με αντάλλαγμα 85.000 αργυρά μάρκα, τα μισά από τα κατακτημένα εδάφη και έναν χρόνο προετοιμασίας. Το 1201, οι σταυροφόροι έφτασαν στη Βενετία, αλλά οι ηγέτες τους δεν μπόρεσαν να συγκεντρώσουν το συμφωνηθέν ποσό, έχοντας συγκεντρώσει μόλις 51.000 μάρκα. Οι Βενετοί, εξοργισμένοι, τους φυλάκισαν στο νησί Λίντο.
Ο γηραιός δόγης Ερρίκος Δάνδολος είδε την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί την κατάσταση προς όφελος της Βενετίας. Στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου πρότεινε στους σταυροφόρους να επιτεθούν πρώτα στη Ζάρα, ένα λιμάνι στη Δαλματία (σημερινή Κροατία), που είχε αποσκιρτήσει από τον έλεγχο της Βενετίας και βρισκόταν υπό την προστασία του βασιλιά της Ουγγαρίας Έμερικ. Παρά το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Ζάρας ήταν χριστιανοί καθολικοί, οι σταυροφόροι συμφώνησαν, πιεσμένοι από τα χρέη τους.
Ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ’ είχε εκφράσει έντονη αντίθεση σε επιθέσεις ενάντια σε χριστιανικές πόλεις και απείλησε με αφορισμό τους συμμετέχοντες. Ωστόσο, οι ηγέτες της εκστρατείας φρόντισαν να αποκρύψουν την επιστολή του Πάπα, και η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε. Η Ζάρα καταλήφθηκε μετά από σύντομη πολιορκία και ο Πάπας εκπλήρωσε την απειλή του, αφορίζοντας τους σταυροφόρους.
Ο ηγέτης των Σταυροφόρων, Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός, επέλεξε να μην συμμετάσχει στην εκστρατεία κατά της Ζάρα, πιθανώς για να αποφύγει τις κυρώσεις από τον Πάπα. Αντ’ αυτού, επισκέφθηκε τον ξάδελφό του, Φίλιππο της Σουηβίας, ο οποίος φιλοξενούσε τον εξάδελφό του, τον Βυζαντινό πρίγκιπα Αλέξιο Άγγελο, γιο του απομακρυνθέντος αυτοκράτορα Ισαάκιου Β’ Άγγελου. Ο Αλέξιος ζήτησε τη βοήθεια του Βονιφάτιου για να ανατρέψει τον θείο του, αυτοκράτορα Αλέξιο Γ’ Άγγελο, και να αποκαταστήσει τον τυφλό πατέρα του στον θρόνο. Σε αντάλλαγμα, υποσχέθηκε ένα γενναιόδωρο χρηματικό ποσό, στρατιωτική ενίσχυση για την εκστρατεία στην Αίγυπτο και την υποταγή της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης στον Πάπα.
Η πρόταση φάνηκε δελεαστική στον Βονιφάτιο, ο οποίος, συνοδεύοντας τον Αλέξιο Άγγελο, μετέβη στην Κέρκυρα για να συναντήσει τους υπόλοιπους Σταυροφόρους που είχαν λάβει μέρος στην κατάληψη της Ζάρα. Η πρόταση διχάζει τους ηγέτες: ενώ κάποιοι υποστήριξαν την εκτροπή της Σταυροφορίας, άλλοι διαφώνησαν και αποχώρησαν, επιστρέφοντας στις πατρίδες τους.
Μεταξύ όσων υποστήριξαν την πρόταση ήταν και οι Ενετοί. Ως λαός ναυτικός, επιδίωκαν την επέκταση της επιρροής τους στην Ανατολή, εις βάρος των ανταγωνιστών τους, Γενουατών και Πιζανών. Επιπλέον, επιθυμούσαν εκδίκηση για τη σφαγή Ενετών πολιτών κατά τις αντιπαπικές ταραχές στην Κωνσταντινούπολη το 1182. Την ίδια στιγμή, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρισκόταν σε φθίνουσα πορεία. Οι εμφύλιες συγκρούσεις, η κακοδιοίκηση των τελευταίων Κομνηνών και της δυναστείας των Αγγέλων, καθώς και οι αποσχιστικές τάσεις φιλόδοξων τοπαρχών, είχαν αποδυναμώσει το κράτος. Ο λαός υπέφερε από τη βαριά φορολογία, ενώ το άλλοτε πανίσχυρο Βυζάντιο έδειχνε σημάδια βαθιάς παρακμής.
Η ιστορία της Δ’ Σταυροφορίας, πώς κατέληξε στην Πόλη και η εποχή της Φραγκοκρατίας
Στις 23 Ιουνίου 1203, ο στόλος των Ενετών και των Σταυροφόρων έφτασε μπροστά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Οι νεοαφιχθέντες έμειναν έκθαμβοι μπροστά στο μεγαλείο της πόλης: «Δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι υπήρχε στον κόσμο πιο οχυρωμένη πόλη. Είδαν τα ψηλά τείχη, τους ισχυρούς πύργους, τα θαυμαστά παλάτια και τις μεγαλοπρεπείς εκκλησίες, τόσες πολλές που κανείς δεν θα το πίστευε αν δεν τις έβλεπε με τα μάτια του», περιγράφει χαρακτηριστικά ο ιστορικός και ηγέτης της Σταυροφορίας, Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος.
Αρχικός στόχος ήταν η αποκατάσταση του Ισαάκιου Β’ Άγγελου στον θρόνο. Ωστόσο, οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης τους υποδέχθηκαν εχθρικά, παρά τις διαβεβαιώσεις του Αλέξιου Άγγελου. Στις 17 Ιουλίου, οι Σταυροφόροι αποβιβάστηκαν και επιτέθηκαν από τη νοτιοανατολική πλευρά της πόλης, προκαλώντας τεράστιες καταστροφές με μια μεγάλη φωτιά. Η λαϊκή οργή στράφηκε κατά του αυτοκράτορα Αλέξιου Γ’ Άγγελου, ο οποίος εγκατέλειψε την Πόλη τη νύχτα. Ο Ισαάκιος Β’ απελευθερώθηκε και επανήλθε στον θρόνο. Την 1η Αυγούστου, ο γιος του, Αλέξιος Άγγελος, ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας ως Αλέξιος Δ’ Άγγελος.
Παρόλα αυτά, η Κωνσταντινούπολη βυθίστηκε ξανά στο χάος του εμφυλίου πολέμου, με δύο διεκδικητές του θρόνου: τον Αλέξιο Γ’ και τον Αλέξιο Δ’. Η παρακμή του Βυζαντίου φαινόταν πλέον αναπόφευκτη.
Διαβάστε επίσης
Ο νέος ηγεμόνας ανέλαβε την εξουσία βρίσκοντας τα κρατικά ταμεία άδεια και σύντομα κατάλαβε πως δεν θα μπορούσε να τηρήσει τις δεσμεύσεις του προς τους Σταυροφόρους. Σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να αντλήσει πόρους, διέταξε την καταστροφή εικόνων και αντικειμένων λατρείας, μόνο και μόνο για να αποσπάσει τον χρυσό και τον άργυρο που περιείχαν. Η απόφαση αυτή εξόργισε τον λαό, ο οποίος την εξέλαβε ως ιεροσυλία. Εκμεταλλευόμενος τη λαϊκή οργή, ο αυλικός Αλέξιος Δούκας, γνωστός ως Μούρτζουφλος λόγω των πυκνών φρυδιών του, ανέτρεψε τον αυτοκράτορα και τον δολοφόνησε δια στραγγαλισμού. Ακολούθως, ανέβηκε στον θρόνο με το όνομα Αλέξιος Ε’. Ο πρώην αυτοκράτορας Ισαάκιος Β’ Άγγελος, πατέρας του δολοφονημένου Αλέξιου Δ’, πέθανε λίγο αργότερα από φυσικά αίτια.
Οι Σταυροφόροι και οι Βενετοί, χωρίς πια συμμάχους σε μια εχθρική για αυτούς περιοχή, βρέθηκαν προσωρινά σε αδιέξοδο. Στις 8 Απριλίου 1204, αποφάσισαν να επιτεθούν ξανά στην Κωνσταντινούπολη με πρόφαση τη δολοφονία του Αλέξιου Δ’. Ο Αλέξιος Ε’ προέβαλε ισχυρή αντίσταση, βοηθούμενος και από τις κακές καιρικές συνθήκες. Οι Σταυροφόροι, θεωρώντας την κακοκαιρία θεϊκό σημείο, σκέφτηκαν να λύσουν την πολιορκία. Ωστόσο, οι καθολικοί κληρικοί που τους συνόδευαν τους έπεισαν να παραμείνουν, παρουσιάζοντας τους Βυζαντινούς ως προδότες και δολοφόνους του σεβαστού Αλέξιου Δ’, και μάλιστα χειρότερους από τους Εβραίους. Ο Πάπας Ινοκέντιος Γ’, αν και είχε διατάξει τους Σταυροφόρους να μην επιτεθούν σε Χριστιανούς, είδε τις σχετικές εντολές του να αποκρύπτονται από τους δικούς του απεσταλμένους.
Στις 12 Απριλίου 1204, υπό ευνοϊκές καιρικές συνθήκες, οι Σταυροφόροι εξαπέλυσαν την τελική τους επίθεση. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Ε’ εγκατέλειψε την πόλη, αφήνοντάς την ουσιαστικά απροστάτευτη. Παρά την ηρωική αντίσταση της αυτοκρατορικής φρουράς, κυρίως των Σκανδιναβών Βαράγγων, η Κωνσταντινούπολη έπεσε. Τα επόμενα τρία μερόνυχτα σημαδεύτηκαν από φρικαλεότητες και λεηλασίες. Οι Σταυροφόροι βεβήλωσαν ακόμα και ιερούς χώρους, φτάνοντας στο σημείο να τοποθετήσουν μια πόρνη στον πατριαρχικό θρόνο, σύμφωνα με τον ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη. Όταν ο Πάπας ενημερώθηκε για αυτές τις φρικαλεότητες, εξέφρασε τη ντροπή και τον αποτροπιασμό του.
Η Φραγκοκρατία επικράτησε στον ελλαδικό χώρο για τα επόμενα 59 χρόνια, μέχρι το 1261, όταν ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος κατάφερε να εκδιώξει τους Λατίνους και να επανιδρύσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η Τέταρτη Σταυροφορία απέτυχε παταγωδώς στον αρχικό της σκοπό. Ελάχιστοι από τους Λατίνους πολεμιστές έφτασαν στους Αγίους Τόπους, καθώς η ενέργειά τους διοχετεύτηκε εξολοκλήρου στην καταστροφή του Βυζαντίου. Η σταυροφορία αυτή ολοκλήρωσε το Σχίσμα μεταξύ της Καθολικής Δύσης και της Ορθόδοξης Ανατολής, ενώ διέλυσε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, χωρίζοντάς την σε λατινικά κρατίδια, όπως το Πριγκιπάτο της Αχαΐας και το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης, και ελληνικά κράτη, όπως το Δεσποτάτο της Ηπείρου και η Αυτοκρατορία της Νικαίας. Η αποτυχία ελέγχου των Σταυροφόρων αποτέλεσε μάθημα για τον Ινοκέντιο Γ’ και τους διαδόχους του, που απέφυγαν να στηρίξουν αμέσως μελλοντικές σταυροφορίες.
Οκτακόσια χρόνια αργότερα, το 2001, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ εξέφρασε τη λύπη του για τις φρικαλεότητες των Σταυροφόρων, αποκαλώντας τις επιθέσεις τους «στραμμένες εναντίον των εν Χριστώ αδελφών μας», σε επιστολή του προς τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Τρία χρόνια μετά, ζήτησε συγγνώμη και από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α’ κατά τη συνάντησή τους στο Βατικανό.






0 ΣΧΟΛΙΑ