Φούλα Αθανασοπούλου: Τεμάχισε και και έκαψε τον άντρα της με συνεργό τη μητέρα της – Το φρικτό έγκλημα της Καλλιθέας

Ημερομηνία σταθμός στην ελληνική εγκληματολογική ιστορία, η 4η Ιανουαρίου 1931, όταν διαπράχθηκε ο φόνος που έμελλε να γίνει γνωστός ως το «Έγκλημα του Χαροκόπου» ή «το έγκλημα του αιώνα». Μέσα στην αυστηρή, συντηρητική και βαθιά ταραγμένη ελληνική κοινωνία του Μεσοπολέμου, η υπόθεση του τεμαχισμένου πτώματος του εργολάβου Δημήτρη Αθανασόπουλου ξεπέρασε τα όρια ενός απλού ποινικού θρίλερ, αποκαλύπτοντας ένα πλέγμα παθών, τοξικών οικογενειακών σχέσεων και οικονομικών αδιεξόδων που συγκλόνισε τα θεμέλια της αστικής ηθικής.
Ολόκληρη η χώρα παρακολούθησε με κομμένη την ανάσα την αποκάλυψη του δράματος, στο οποίο πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν η σύζυγος του θύματος, Σοφία «Φούλα» Αθανασοπούλου, και η μητέρα της, Άρτεμης Κάστρου – η φήμη της οποίας ενέπνευσε το θρυλικό ρεμπέτικο «Κακούργα Πεθερά».
Η απόπειρα εξαφάνισης
Η τραγωδία ήρθε στο φως το πρωί της 6ης Ιανουαρίου 1931, όταν περαστικοί στη γέφυρα της Αγίας Τριάδος, κοντά στον Βοτανικό, αντίκρισαν ένα αποτρόπαιο θέαμα: δύο πρόχειρα δεμένα πακέτα με εφημερίδες και ύφασμα έκρυβαν μέσα τους τα τεμαχισμένα μέλη ενός ανθρώπινου σώματος. Ο ιατροδικαστής που έσπευσε στο σημείο διαπίστωσε ότι το θύμα είχε πυροβοληθεί στο κεφάλι και, ακόμα πιο συγκλονιστικό, έφερε ίχνη εγκαυμάτων πρώτου βαθμού, ένδειξη αποτυχημένης απόπειρας καύσης.
Η μέθοδος του εγκλήματος – ο τεμαχισμός και η δημόσια απόρριψη – ήταν βαθιά ξένη προς την ελληνική εγκληματολογική πραγματικότητα της εποχής. Ο φόβος και η υστερία εντάθηκαν όταν ο ιατροδικαστής, βλέποντας την «τεχνική» του τεμαχισμού, δήλωσε σοκαρισμένος: «Βρισκόμαστε μπροστά σε έναν Έλληνα χασάπη», υπονοώντας έναν ψυχρό, επαγγελματία εκτελεστή. Ωστόσο, η αλήθεια ήταν πιο ανατριχιαστική και απρόσμενη: τον φρικτό ρόλο του τεμαχισμού είχε αναλάβει η οικιακή βοηθός της οικογένειας, η Γιαννούλα Μπέλου, η οποία, όπως αποκαλύφθηκε, είχε εμπειρία από σφαχτά στο χωριό της. Αυτή η λεπτομέρεια μετέτρεψε την πράξη από μία καθαρά τερατώδη κακία σε μια πράξη απελπισμένης και κοινότοπης πρακτικότητας.
Ένα πλέγμα παθών και οικογενειακών μυστικών
Το θύμα, ο Δημήτρης Αθανασόπουλος, ένας πλούσιος εργολάβος, περιγράφεται από τις πηγές ως ένας άνδρας με «μποέμικη ζωή», συχνούς εξωσυζυγικούς δεσμούς και βίαιη συμπεριφορά. Ωστόσο, η πιο συγκλονιστική αποκάλυψη που βγήκε στη φόρα ήταν η παράνομη σχέση που διατηρούσε με την πεθερά του, την Άρτεμη Κάστρου, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια του γάμου του με τη Φούλα.
Η νύχτα του φόνου στην οδό Θησέως 101 στην Καλλιθέα επήλθε μετά από μια βάναυση επίθεση του Αθανασόπουλου στη νεαρή Φούλα, σε συνδυασμό με τους συνεχείς καυγάδες και τα οικονομικά αδιέξοδα του ζευγαριού. Η Άρτεμη Κάστρου, η οποία περιγράφεται με χαρακτηριστικά πάθους και αγριότητας, συνέλαβε την ιδέα της εκδίκησης. Το σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή, με τον Δημήτρη Μοσκιό, τον 18χρονο εξάδελφο της Φούλας που ήταν ερωτευμένος μαζί της, να πυροβολεί τον Αθανασόπουλο, ενώ τα τρία ανήλικα παιδιά κοιμόνταν στο διπλανό δωμάτιο.
Η προσπάθεια αποτυχημένης καύσης του πτώματος στην ταράτσα του σπιτιού γέμισε τη γειτονιά με μια «απαίσια τσίκνα», η οποία προκάλεσε τις πρώτες υποψίες. Μετά τον τεμαχισμό από τη Γιαννούλα Μπέλου, τα μακάβρια πακέτα πετάχτηκαν στον Κηφισό.
Διαβάστε επίσης
Η δίκη-θέαμα και η λαϊκή οργή
Η αστυνομική έρευνα οδήγησε γρήγορα στα ίχνη των δραστών. Τα αποδεικτικά στοιχεία από το σπίτι, όπως κηλίδες αίματος στην αυλή, ίχνη ισχυρών καθαριστικών κάτω από το κρεβάτι, και κομμάτια σπάγκου και χαρτιού όμοια με αυτά των δεμάτων, ήταν συντριπτικά.
Η δίκη που ακολούθησε τον Φεβρουάριο του 1932 διήρκησε 40 ολόκληρες ημέρες και ήταν ένα πρωτοφανές θέαμα για το πανελλήνιο. Η κοσμική Αθήνα, δικολάβοι και πλήθος κόσμου συνωστίζονταν στο κακουργιοδικείο, με πολλούς να προσπαθούν να μπουν στην αίθουσα με «μπιλιετάκια βουλευτών», δείχνοντας το μέγεθος της μαζικής υστερίας.
Η Άρτεμη Κάστρου στην απολογία της έπαιξε τον ρόλο της μητέρας-θύματος, υποστηρίζοντας σθεναρά ότι έσωσε την κόρη της από ένα μαρτύριο και αναλαμβάνοντας όλη την ευθύνη. Η Φούλα ομολόγησε μεν, αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν καλά-καλά μπροστά. Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τη φρίκη του εγκλήματος και την έντονη λαϊκή οργή (ο κόσμος είχε επιχειρήσει να λιτζάρει τους δράστες έξω από το Πρωτοδικείο), καταδίκασε την Κάστρου και τη Φούλα Αθανασοπούλου εις θάνατον.
Η μακροβιότητα του μύθου
Οι θανατικές ποινές δεν εκτελέστηκαν ποτέ. Η Κάστρου και η Φούλα αποφυλακίστηκαν το 1941 κατά τη διάρκεια της Κατοχής, με ένα διάταγμα της κυβέρνησης Τσολάκογλου για αποσυμφόρηση των φυλακών. Η ιστορία τους, ωστόσο, δεν τελείωσε με την αποφυλάκιση. Η υπόθεση έγινε μυθιστορηματική τροφή για την τέχνη:
Το περίφημο ρεμπέτικο «Κακούργα Πεθερά» έγινε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της προπολεμικής Ελλάδας, εντάσσοντας το δράμα στη λαϊκή κουλτούρα.
Η υπόθεση μεταφέρθηκε και στο θέατρο, με θιάσους να παρουσιάζουν μουσικά δράματα στη Νέα Υόρκη ήδη από το 1932.
Η Φούλα, η οποία βγήκε από τη φυλακή μόλις 33 ετών, παντρεύτηκε ξανά και, σύμφωνα με πληροφορίες, έκανε υποδειγματική ζωή, μια παράδοξη και αινιγματική κατάληξη για το έγκλημα που είχε συγκλονίσει τόσο σοβαρά την κοινωνία του 1931. Η τραγική ιστορία της οικογένειας Αθανασόπουλου παραμένει ένα μοναδικό κεφάλαιο στην ελληνική εγκληματολογική ιστορία, αποδεικνύοντας τη δύναμη του δράματος να μετατρέπεται σε λαϊκό μύθο.






0 ΣΧΟΛΙΑ