Φόνος στην Πλάκα: Η κόρη, ο εγγονός και ο εραστής «έλιωσαν» την αρχόντισσα για την περιουσία!

Μια ιστορία που ξεπερνά κάθε νοσηρή φαντασία, ένας συνδυασμός απληστίας, προδοσίας και απόλυτου σκότους εκτυλίχθηκε το 1989 στην καρδιά της Αθήνας, κάτω από την Ακρόπολη. Η δολοφονία της 73χρονης Μοσχούλας Βάθη δεν ήταν μια τυχαία ληστεία, αλλά ένα μεθοδικά οργανωμένο έγκλημα από τους ίδιους της τους ανθρώπους.
Το σκηνικό του θανάτου στην οδό Απόλλωνος
Βρισκόμαστε στον τρίτο όροφο ενός μεγάλου διαμερίσματος στην Πλάκα. Το σκοτάδι σκεπάζει το εσωτερικό του σπιτιού. Πίσω από την πόρτα της εισόδου ένας άντρας περιμένει εντελώς ακίνητος, σφίγγοντας στα χέρια του ένα βαρύ ρόπαλο. Η ανάσα του είναι κρύα και ρυθμική, περιμένει το θήραμά του. Από τον διάδρομο ακούγονται βήματα. Μία ηλικιωμένη γυναίκα φτάνει στο πλατύσκαλο, βάζει το κλειδί στην πόρτα και κάνει το πρώτο βήμα στο σκοτάδι.
Δεν προλαβαίνει καν να απλώσει το χέρι της στον διακόπτη. Ο άντρας σηκώνει το όπλο και τη χτυπάει. Το βαρύ ρόπαλο τσακίζει το κεφάλι της γυναίκας. Εκείνη σωριάζεται στο πάτωμα και ο εκτελεστής συνεχίζει να τη χτυπάει με λύσσα μέχρι που η ανάσα της σταματάει οριστικά. Ο δολοφόνος όμως δεν παραβίασε την κλειδαριά. Μπήκε σαν κύριος με αντικλείδι, το οποίο του είχε παραδώσει η ίδια η κόρη του θύματος.
Η αρχόντισσα και οι δήμιοί της
Το θύμα είναι η Μοσχούλα Βάθη, ή αλλιώς η «Μόσχα», όπως την αποκαλούσαν. Μια γυναίκα 73 ετών, γόνος μιας από τις πιο παλιές και σεβαστές οικογένειες της αθηναϊκής αστικής τάξης. Η Μοσχούλα δεν ήταν μια συνηθισμένη ηλικιωμένη· ήταν η απόλυτη κυρίαρχος του σπιτιού της, μια γυναίκα αυστηρή που έλεγχε μια τεράστια περιουσία από ακίνητα και μετρητά.
Απέναντί της, σε αυτόν τον ψυχρό πόλεμο εξουσίας, βρισκόταν το ίδιο της το παιδί, η κόρη της Ελπίδα Βάθη, 41 ετών. Η σχέση τους ήταν ένα ναρκοπέδιο. Η μόνιμη απειλή της μητέρας ήταν η αποκλήρωση, μια λέξη που για την Ελπίδα ισοδυναμούσε με καταστροφή. Η Ελπίδα όμως δεν ήταν μόνη. Δίπλα της στεκόταν ο σύντροφός της, ο 31χρονος Γιάννης Μικέλης, υποσμηναγός της Πολεμικής Αεροπορίας, και ο 19χρονος γιος της, Αλέξης Αστεριάδης. Οι τρεις τους αποτελούσαν μια ομάδα που κατέληξε στο απόλυτο συμπέρασμα: Όσο η Μοσχούλα ανέπνεε, κανείς τους δεν θα ζούσε όπως ήθελε.
Η «πρόβα» και το μυστικό της οικιακής βοηθού
Το πρώτο σημάδι του κακού ήρθε ακριβώς 40 μέρες πριν από τη σφαγή. Η Τασία Σαχτούλη, η έμπιστη οικιακή βοηθός της Μοσχούλας, πέθανε ξαφνικά στο διαμέρισμα. Οι γιατροί διέγνωσαν οξύ έμφραγμα και κανείς δεν υποψιάστηκε το παραμικρό. Όμως, τα τραπεζικά έγγραφα αποκάλυψαν αργότερα μια ανατριχιαστική λεπτομέρεια: Λίγες ώρες πριν σταματήσει η καρδιά της βοηθού, τρία εκατομμύρια δραχμές μεταφέρθηκαν από τον λογαριασμό της απευθείας στην Ελπίδα Βάθη. Η δοκιμή είχε στεφθεί με επιτυχία· ο θάνατος είχε καλύψει τα ίχνη τους και κανείς δεν τους είχε υποπτευθεί.
Η παγίδα της 25ης Μαρτίου
Το σχέδιο για τη Μοσχούλα καταστρώθηκε με στρατιωτική ακρίβεια από τον υποσμηναγό Μικέλη. Η ημερομηνία κλείδωσε για την 25η Μαρτίου 1989. Ανήμερα της εθνικής εορτής, η Ελπίδα και ο Αλέξης χτύπησαν την πόρτα της ηλικιωμένης με το πιο γλυκό τους χαμόγελο. Την έπεισαν να βγουν όλοι μαζί για φαγητό σε μια παραδοσιακή ταβέρνα της Πλάκας.
Ενώ έτρωγαν και γελούσαν χτίζοντας το τέλειο άλλοθι, ο Μικέλης διέσχιζε την είσοδο της πολυκατοικίας στην οδό Απόλλωνος. Ανέβηκε αθόρυβα στον τρίτο όροφο, άνοιξε με το αντικλείδι και στάθηκε πίσω από την πόρτα, περιμένοντας σαν θηρευτής. Όταν το δείπνο τελείωσε, η Ελπίδα και ο Αλέξης αποχαιρέτησαν ψυχρά τη Μοσχούλα στην είσοδο της πολυκατοικίας και την άφησαν να ανέβει ολομόναχη τα σκαλιά, παραδίδοντάς την στον δήμιό της.
Η σκηνοθετημένη ληστεία και η αποκάλυψη
Μετά την εκτέλεση, ο Μικέλης ξεκίνησε το δεύτερο μέρος του σχεδίου: το θέατρο. Αναποδογύρισε έπιπλα, πέταξε ρούχα και τράβηξε συρτάρια για να δημιουργήσει την εικόνα ενός πανικόβλητου ληστή που έψαχνε για χρυσό. Το επόμενο πρωί, στο μνημόσυνο της βοηθού, η Ελπίδα και ο Αλέξης έδωσαν μια μακάβρια παράσταση οδύρματος πάνω από το πτώμα της Μοσχούλας που βρέθηκε σε μια λίμνη αίματος.
Ωστόσο, οι έμπειροι αξιωματικοί της Ασφάλειας παρατήρησαν αμέσως τις ασυνέπειες. Γιατί ένας ληστής να πετάξει ρούχα αλλά να αφήσει ασημικά αξίας πάνω στο τραπέζι; Η σκηνή φώναζε ότι ήταν σκηνοθετημένη. Το κίνητρο ήταν ξεκάθαρο: τα χρήματα. Όταν οι αρχές βρήκαν τη διαδρομή των 3 εκατομμυρίων από τον λογαριασμό της βοηθού στην Ελπίδα, το παραμύθι τελείωσε.
Το τέλος του έρωτα και η καταδίκη
Στο δικαστήριο, οι μάσκες έπεσαν. Ο υποτιθέμενος έρωτας της Ελπίδας και του υποσμηναγού εξατμίστηκε. Ο ένας κάρφωνε τον άλλον με λύσσα, προσπαθώντας να αποσείσει τις ευθύνες. «Αυτός με πίεσε», ούρλιαζε η Ελπίδα. «Αυτή ήθελε τα λεφτά της μάνας της», απαντούσε ο Μικέλης.
Η δικαιοσύνη ήταν αμείλικτη και οι πόρτες των κελιών έκλεισαν για πάντα. Η τεράστια περιουσία για την οποία έβαψαν τα χέρια τους με αίμα δεν τους προσέφερε τίποτα παρά μόνο έναν εφιάλτη. Σήμερα, το σπίτι στην οδό Απόλλωνος στέκει ακόμα εκεί, βουβός μάρτυρας μιας από τις πιο σκοτεινές ιστορίες προδοσίας, αποδεικνύοντας πως το μεγαλύτερο τέρας δεν κρύβεται στα στενά, αλλά πολλές φορές μέσα στο ίδιο μας το σπίτι.






0 ΣΧΟΛΙΑ