Δολοφονία Εναρέτης Ζήση: Η φιλική της σχέση με την 37χρονη Παρασκευή που εξελίχθηκε σε ερωτική και ο Αλβανός κοινός εραστής τους

Το πρωί της 20ής Απριλίου 1999, οι κάτοικοι της οδού Πινδάρου 11 στο Κολωνάκι βγήκαν έντρομοι από τα σπίτια τους. Δύο πυροβολισμοί είχαν ακουστεί, και η 47χρονη φαρμακοποιός Εναρέτη Ζήση βρέθηκε αιμόφυρτη στο διάδρομο έξω από το διαμέρισμά της. Είχε δεχθεί δύο σφαίρες στο κεφάλι. Ο δράστης είχε φύγει χωρίς να γίνει αντιληπτός. Έξι μέρες αργότερα, η τραυματισμένη γυναίκα εξέπνευσε στο νοσοκομείο ΚΑΤ, βυθίζοντας σε πένθος την οικογένειά της.
Το ερωτικό τρίγωνο και η εξαφάνιση της υπόπτου
Από την αρχή, οι έρευνες της αστυνομίας στράφηκαν στο φιλικό περιβάλλον του θύματος. Σύντομα, ήρθαν στο φως λεπτομέρειες που αναφέρονταν σε μια ερωτική σχέση της Εναρέτης Ζήση με την 37χρονη υπάλληλο της πολιτικής αεροπορίας, Παρασκευή Μπισκίνη. Η σχέση, που φέρεται να ξεκίνησε το 1991, είχε εξελιχθεί σε ένα πολύπλοκο ερωτικό τρίγωνο, στο οποίο συμμετείχε αρχικά και ο σύζυγος του θύματος, Κωνσταντίνος Σπυρόπουλος, ενώ αργότερα, από το 1997, είχε προστεθεί και ένας Αλβανός εραστής, ο Γκέκα Μπαρτόκ.
Το κίνητρο για τη δολοφονία, σύμφωνα με τους αστυνομικούς, ήταν η απόφαση του θύματος να διακόψει οριστικά τη σχέση της με την Μπισκίνη. Η Παρασκευή Μπισκίνη, που είχε ήδη επιτεθεί στο θύμα με μαχαίρι το 1994 και είχε προκαλέσει πυρκαγιά στο σπίτι της Εναρέτης Ζήση το 1998, εξαφανίστηκε για έξι μήνες, ενισχύοντας τις υποψίες της αστυνομίας. Η σύλληψή της έγινε τελικά στα σύνορα Γερμανίας-Αυστρίας, όπου και βρέθηκε αντιμέτωπη με την ελληνική δικαιοσύνη.
Η δίκη: Αρνήσεις, αντιφάσεις και η «σατανική πλοκή»
Η Παρασκευή Μπισκίνη, στην απολογία της, αρνήθηκε κάθε εμπλοκή στη δολοφονία. Κατονόμασε ως δράστη τον Αλβανό εραστή τους, Γκέκα Μπαρτόκ. Οι ισχυρισμοί της ήταν ανατρεπτικοί: υποστήριξε ότι η Εναρέτη Ζήση και ο σύζυγός της δεν την άφηναν ήσυχη, απειλώντας την ίδια και το παιδί της, και ότι αναγκάστηκε να ξαναρχίσει τη σχέση τους. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι μετά τον φόνο, ο Αλβανός την απήγαγε και τη ναρκώθηκε, αναγκάζοντάς την να τον ακολουθήσει στην Αλβανία και μετά στην Ιταλία, για να δουλέψει γι’ αυτόν.
Οι καταθέσεις, όμως, ήταν αντιφατικές. Ο 18χρονος γιος του θύματος κατέθεσε ότι η μητέρα του φοβόταν την Μπισκίνη και ότι η σχέση τους ήταν εκβιαστική. Ο σύζυγος του θύματος, Κωνσταντίνος Σπυρόπουλος, χαρακτήρισε τη σχέση τους αρχικά φιλική και μετά εκβιαστική, λέγοντας: «Η κατηγορουμένη επιδίωκε να κάνει υποχείριο τη σύζυγό μου για να της φάει την περιουσία». Παρότι προανακριτικά είχε μιλήσει για ερωτική σχέση των δύο γυναικών, αργότερα αναίρεσε την κατάθεσή του.
Ο εισαγγελέας της έδρας, στην πρότασή του προς το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών, υποστήριξε ότι η Παρασκευή Μπισκίνη ήταν η δολοφόνος. Χαρακτήρισε την υπόθεση ως «μια υπόθεση με σατανική πλοκή» και ανέφερε ότι ο ισχυρισμός περί του Αλβανού δράστη ήταν «μια έτοιμη απάντηση που δικαιολογεί και τη μετέπειτα στάση της εξαφάνισής της».
Διαβάστε επίσης
Καταδίκη, έφεση και νέα καταδίκη
Στις 12 Απριλίου 2001, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο κήρυξε την Παρασκευή Μπισκίνη ένοχη για τη δολοφονία της Εναρέτης Ζήση, χωρίς να της αναγνωρίσει κανένα ελαφρυντικό, και την καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη. Λίγο πριν επιστρέψει στις φυλακές Κορυδαλλού, η Μπισκίνη διακήρυξε την αθωότητά της, λέγοντας ότι θα ασκήσει όλα τα ένδικα μέσα.
Στις 26 Μαΐου 2003, η Μπισκίνη δικάστηκε σε δεύτερο βαθμό από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο. Εκεί, ομολόγησε την ερωτική της σχέση με το θύμα, αλλά επέμεινε ότι ο δράστης ήταν ο Αλβανός Γκέκα Μπαρτόκ. Οι δικαστές, όμως, έκριναν ότι ο καταζητούμενος Αλβανός ήταν ο φυσικός αυτουργός, αλλά η Μπισκίνη, η οποία αρχικώς κατηγορούνταν ως το άτομο που τράβηξε τη σκανδάλη, καταδικάστηκε και πάλι σε ισόβια κάθειρξη, καθώς –κατά μετατροπή του κατηγορητηρίου– το δικαστήριο έκρινε ότι εκείνη έδωσε την εντολή για τη δολοφονία στον Μπαρτόκ.






0 ΣΧΟΛΙΑ