ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Από τον Λιαντίνη στον Καλογήρου: 10 εξαφανίσεις στην Ελλάδα με τραγική κατάληξη

Από τον Λιαντίνη στον Καλογήρου: 10 εξαφανίσεις στην Ελλάδα με τραγική κατάληξη
Οι εξαφανίσεις στην Ελλάδα που οδήγησαν σε θάνατο
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Πολλές είναι οι υποθέσεις εξαφανίσεων στην Ελλάδα, που ξεκίνησαν με την αγωνία να βρίσκεται στο «κόκκινο» και το πανελλήνιο να συγκλονίζεται, προτού γίνει γνωστή η τραγική κατάληξη με τον χαμό του ατόμου, που αναζητείτο νωρίτερα.

Πιο πρόσφατη περίπτωση είναι η εξαφάνιση του Σπύρου Σέββου στο Κερατσίνι, η οποία κατέληξε επίσης με τραγικό τρόπο, αφού βρέθηκε απαγχονισμένος στην αποθήκη του σπιτιού του και άπαντες αναζητούν το τι έχει συμβεί στην υπόθεσή του. Η υπόθεση αυτή, φυσικά, έφερε στον νου και όσες αντίστοιχες ξεκίνησαν αναζητώντας τον αγνοούμενο, αλλά καταλήγοντας στο να «βυθιστούν» οι αγαπημένοι του στο πένθος.

Η ανατριχίλα με τον Δημήτρη Λιαντίνη

Σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ο Δημήτρης Νικολακάκος – γνωστός ως Λιαντίνης, από την καταγωγή του από τα Λιαντίνα Λακωνίας – προετοίμαζε μεθοδικά τον θάνατό του. Τον έβλεπε ως ένα «έργο» ζωής. Δεν είναι τυχαίο ότι είχε γράψει σχετικά σε ένα από τα βιβλία του. Είχε προειδοποιήσει τους πάντες, αφήνοντας αποχαιρετιστήριο γράμμα στην κόρη του, ενώ μόνο στον αδελφικό του φίλο, Παναγιώτη Νικολακάκο, εμπιστεύτηκε την πλήρη αλήθεια. «Να πάρεις βαρύ όρκο», του είπε, ζητώντας του να επισκεφθεί τον τάφο του μετά από επτά χρόνια. Μάλιστα, του παρέδωσε σχεδιάγραμμα με το σημείο της τελευταίας του κατοικίας. Έπειτα, ξεκίνησε για τον αγαπημένο του Ταΰγετο.

Την 1η Ιουνίου 1998, εικάζεται ότι ο Λιαντίνης άφησε την τελευταία του πνοή. Ο στενός του φίλος τήρησε την υπόσχεση και, επτά χρόνια αργότερα, οδήγησε την κόρη του στον μυστικό τάφο του. Η υπόθεση της εξαφάνισής του είχε συγκλονίσει τα ελληνικά μέσα, προκαλώντας τεράστια δημοσιότητα.

Ο Λιαντίνης ήταν ένας πολυδιάστατος άνθρωπος: πανεπιστημιακός, φιλόσοφος, ποιητής, συγγραφέας και μεταφραστής. Υπηρέτησε ως αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έγραψε εννέα βιβλία με φιλοσοφικό και παιδαγωγικό περιεχόμενο. Στους φοιτητές του μιλούσε με πάθος για τη ζωή, ενθαρρύνοντάς τους να απορρίψουν την παθητικότητα της τηλεόρασης, να διαβάζουν βιβλία και να εμπλουτίζουν το πνευματικό τους επίπεδο. Τους παρότρυνε να ζουν έντονα, να επικοινωνούν και να ερωτεύονται. «Τρύγησε την ημέρα σαν να είναι η τελευταία σου. Μην την αφήσεις να πάει χαμένη. Ό,τι χαρές έχει να σου δώσει, μη τις προσπεράσεις. Η ζωή δεν είναι αναβλητή ούτε αναστρέψιμη», τους έλεγε.

Ακόμα και τους φοιτητές του φρόντισε να αποχαιρετήσει. Στο τελευταίο του μάθημα, στις 27 Μαΐου 1998, τους είπε: «Σήμερα θα πούμε τα στερνά μας λόγια. Αύριο οι ψυχούλες μας θα κάνουν φτερά. Θέλω να σας δω λίγο όλους στα μάτια». Λίγες μέρες αργότερα, την 1η Ιουνίου, πήρε τον δρόμο για τον Ταΰγετο, κλείνοντας έτσι έναν κύκλο ζωής γεμάτο φιλοσοφία, έμπνευση και μυστήριο.

Είχε αφήσει ένα γράμμα στην κόρη του με το οποίο δήλωνε πως είχε αποφασίσει «να αφανισθεί αυτοθέλητα»:

«Διοτίμα μου,

Φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Ετοίμασα τούτη την ώρα βήμα- βήμα ολόκληρη τη ζωή μου, που υπήρξε πολλά πράγματα, αλλά πάνω από όλα εστάθηκε μια προσεκτική μελέτη θανάτου. Τώρα που ανοίγω τα χέρια μου και μέσα τους συντρίβω τον κόσμο, είμαι κατάφορτος με αισθήματα επιδοκιμασίας και κατάφασης.

Πεθαίνω υγιής στο σώμα και στο μυαλό, όσο καθαρό είναι το νωπό χιόνι στα όρη και το επεξεργασμένο γαλάζιο διαμάντι.

Να ζήσεις απλά, σεμνόπρεπα, και τίμια, όπως σε δίδαξα. Να θυμάσαι ότι έρχουνται χαλεποί καιροί για τις νέες γενεές. Και είναι άδικο και μεγάλο παράξενο να χαρίζεται τέτοιο το δώρο της ζωής στους ανθρώπους, και οι πλείστοι να ζούνε μέσα στη ζάλη αυτού του αστείου παραλογισμού.

Η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχουνται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Ένα κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του. Η λύπη μου γι’ αυτό το έγκλημα με σκοτώνει.

Να φροντίσεις να κλείσεις με τα χέρια σου τα μάτια της γιαγιάς Πολυτίμης, όταν πεθάνει. Αγάπησα πολλούς ανθρώπους. Αλλά περισσότερο τρεις. Το φίλο μου Αντώνη Δανασσή, τον αδερφοποιτό μου Δημήτρη Τρομπούκη, και τον Παναγιώταρο το συγγενή μου, γιο και πατέρα του Ηρακλή.

Κάποια στοιχεία από το αρχείο μου το κρατά ως ιδιοκτησία ο Ηλίας Αναγνώστου.

Να αγαπάς τη μανούλα ως την τελευταία της ώρα. Υπήρξε ένας υπέροχος άνθρωπος για μένα, για σένα, και για τους άλλους. Όμως γεννήθηκε με μοίρα. Γιατί της ορίστηκε το σπάνιο, να λάβει σύντροφο στη ζωή της όχι απλά έναν άντρα, αλλά τον ποταμό και τον άνεμο. Το γράμμα του αποχαιρετισμού που της έγραψα το παίρνω μαζί μου.

Σας αφήνω εσένα, τη μανούλα και το Διγενή, το σπίτι μου δηλαδή, που του στάθηκα στύλος και στέμμα, Γκέμμα πες, σε υψηλούς βαθμούς ποιότητας και τάξης. Στην μεγαλύτερη δυνατή αρνητική εντροπία. Να σώζετε αυτή τη σωφροσύνη και αυτή την τιμή. Θα δοκιμάσω να πορευτώ τον ακριβό θάνατο του Οιδίποδα. Αν όμως δεν αντέξω να υψωθώ στην ανδρεία που αξιώνει αυτός ο τρόπος, και ευρεθεί ο νεκρός μου σε τόπο όχι ασφαλή, να φροντίσεις με τη μανούλα και το Διγενή, να τον κάψετε σε ένα αποτεφρωτήριο της Ευρώπης.

Έζησα έρημος και ισχυρός.

Λιαντίνης

Τη μέρα που θα πέσω έδωσα εντολή να στεφανωθούν οι μορφές Σολωμού στη Ζάκυνθο κ’ Λυκούργου στη Σπάρτη».

Ο Λιαντίνης ήταν «άθρησκος, αλλά μιλούσε με τρυφερότητα για τον Ιησού. Ήταν αυστηρός, αλλά ξεχείλιζε από ευγένεια και τρυφερότητα. Ήταν απαιτητικός από τους άλλους, αλλά έδειχνε και κατανόηση. Και το κορύφωμα: πήγε να πεθάνει, κι όμως ήταν γεμάτος ζωή…».

Στο τελευταίο βιβλίο του, το Γκέμμα, το οποίο γράφτηκε τη διετία 1993-94, έγραψε ουσιαστικά για τον θάνατό του: «Το σώμα του νεκρού δεν θα το ιδεί ανθρώπου μάτι…»!

Στις 6 Ιουλίου του 2005, ο φίλος του Παναγιώτης Νικολακάκος, ο οποίος είχε κρατήσει τον λόγο του για 7 χρόνια και ήταν ο μόνος που γνώριζε τον τάφο του, οδήγησε την κόρη του Λιαντίνη σε μια σπηλιά του Ταϋγέτου. Αργότερα ο αδερφός του, Γιώργος Νικολακάκος, αποκάλυψε ότι ο Λιαντίνης είχε δώσει ακριβείς οδηγίες για το πότε να αποκαλυφθεί το μέρος όπου βρισκόταν.

Είχε προετοιμάσει αυτή τη στιγμή βήμα-βήμα μια ολόκληρη ζωή…

Την τεμάχισε και την έψαχνε σε τηλεοπτικές εκπομπές

Ένας παράφορος έρωτας που ξεκίνησε πάνω στο κρουαζιερόπλοιο Galaxy, με προορισμό την Καραϊβική τον Νοέμβριο του 1997, κατέληξε να γράψει μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες εγκλήματος.

Ο 22χρονος τότε Γιώργος Σκιαδόπουλος, αξιωματικός του Εμπορικού Ναυτικού, γνωρίζει την 29χρονη Τζούλι Μαρί Σκάλι, πρώην μοντέλο και παντρεμένη για χρόνια με τον δεύτερο σύζυγό της, με τον οποίο έχει ήδη αποκτήσει μια μικρή κόρη.

Η γνωριμία τους εξελίχθηκε με καταιγιστικούς ρυθμούς. Μέσα σε λίγους μήνες, η Τζούλι πήρε διαζύγιο, εγκατέλειψε την Αμερική και εγκαταστάθηκε στην Καβάλα για να ζήσει μαζί του. Ωστόσο, τα πρώτα σύννεφα στη σχέση τους δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Οι έντονοι καβγάδες σκίασαν τη μέχρι τότε παθιασμένη σχέση τους, και οι αναμνήσεις του εξωτικού ταξιδιού τους έμοιαζαν πλέον μακρινές, χαμένες στο χειμωνιάτικο σκηνικό της ελληνικής επαρχίας.

Η Τζούλι δυσκολευόταν να προσαρμοστεί. Έχοντας μεγαλώσει με διαφορετικό τρόπο ζωής, της έλειπε η κόρη της – την κηδεμονία της οποίας είχε παραχωρήσει στον πρώην σύζυγό της – αλλά και η Αμερική, η πατρίδα της. Η σχέση που ξεκίνησε με τόσο πάθος τώρα έμοιαζε μη αναστρέψιμα τεταμένη.

Στις 8 Ιανουαρίου του 1999, έλαβε χώρα ο τελευταίος τσακωμός του ζευγαριού. Οι δυο τους ταξίδευαν από την Καβάλα προς την Αθήνα, όταν πάνω στη διαμάχη, ο Σκιαδόπουλος έκανε έναν απότομο ελιγμό με το αυτοκίνητό του σε έναν χωματόδρομο κοντά σε μια λίμνη, βγαίνοντας από την Εθνική Οδό. Αμέσως μετά, στραγγάλισε την Τζούλι. Κατόπιν, επιχείρησε να κάψει το πτώμα της χωρίς να τα καταφέρει.

Έπειτα, μέσα σε πανικό, πήγε στο σπίτι της γιαγιάς του, πήρε μια μεγάλη βαλίτσα και έβαλε μέσα το πτώμα της. Ωστόσο, επειδή το κεφάλι της Τζούλι εξείχε, το έκοψε με σιδεροπρίονο. Έπειτα, επέστρεψε στην Εθνική Οδό, πέταξε τη βαλίτσα με το ακέφαλο πτώμα στη λίμνη και το κεφάλι της στη θάλασσα.

Ακολούθησε ένα πολυήμερο θρίλερ, με τον Σκιαδόπουλο να κατασκευάζει ψεύτικες ιστορίες προκειμένου να καλύψει το έγκλημά του, ενώ παράλληλα αναζητούσε την Τζούλι εναγωνίως σε τηλεοπτικές εκπομπές.

Ωστόσο, οι απανωτές αντιφάσεις στις οποίες είχε υποπέσει μέσω των καταθέσεών του, τον οδήγησαν στην ομολογία. «Εγώ τη δολοφόνησα, αλλά ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής μου», είπε ο Σκιαδόπουλος. Μάλιστα, υπέδειξε στους αστυνομικούς πού πέταξε το πτώμα της Τζούλι, όμως το κεφάλι της δεν εντοπίστηκε ποτέ.

Ο Σκιαδόπουλος καταδικάστηκε πρωτόδικα το 1999 σε ισόβια κάθειρξη, ωστόσο η ποινή του μειώθηκε σε 23 χρόνια λόγω πρότερου έντιμου βίου και καλής διαγωγής μετά την πράξη, το 2002 στο Εφετείο. Τελικά, αποφυλακίστηκε το 2009 με περιοριστικούς όρους, εκτίοντας συνολική ποινή δέκα ετών.

«Παιδιά βάλτε τα δυνατά σας να τον βρείτε»

Σοκαριστικές αποκαλύψεις ήρθαν στο φως μέσα από την εκπομπή «Φως στο Τούνελ», 20 μήνες μετά τη δολοφονία του Τάκη Βαζακόπουλου στη Σαντορίνη. Καθώς η υπόθεση πλέον οδηγείται στη Δικαιοσύνη, η εκπομπή παρουσίασε άγνωστες μέχρι τώρα λεπτομέρειες, οι οποίες προκάλεσαν έντονη οργή και αγανάκτηση.

«Παιδιά βάλτε τα δυνατά σας, κάντε ό,τι μπορείτε για να τον βρούμε αλλιώς δεν θα ησυχάσω. Δεν ξέρω που θα κοιμηθώ απόψε, αλλά τουλάχιστον να κοιμηθώ ήρεμος. Έχω να κλείσω μάτι τρεις μήνες από τη μέρα που έγινε αυτό με το φίλο μου».

Τα συγκεκριμένα λόγια φέρεται να ανήκουν στον φίλο του θύματος κατά την αρχική του ομολογία για το έγκλημα. Τα είπε στους υπαλλήλους καθαριότητας του δήμου Σαντορίνης στη χωματερή που τους υπέδειξε ως χώρο ταφής του Τάκη Βαζακόπουλου. Ο φερόμενος ως δράστης – όπως αρχικά ομολόγησε γιατί στη συνέχεια ανακάλεσε, οδήγησε τους αστυνομικούς στο τρίτο και χαμηλότερο επίπεδο της χωματερής του νησιού. Σημείο που δεν διακρίνεται από την είσοδό της και μόνο κάποιος που το ξέρει μπορεί να φτάσει εκεί. «Εδώ τον άφησα και τον κάλυψα με ξύλα που υπήρχαν από μπάζα», τους είπε χαρακτηριστικά.

Άνθρωποι που συμμετείχαν στην έρευνα αναφέρουν πως τρεις μήνες μετά την ταφή, ο όγκος των σκουπιδιών στο σημείο ήταν τριπλάσιος και ήταν αδύνατον να εντοπιστεί εύκολα το πτώμα του άτυχου Τάκη Βαζακόπουλου. Όταν ο φίλος του συνειδητοποίησε πως δύσκολα θα βρισκόταν το πτώμα του, άλλαξε τακτική. Τους έδειχνε διαφορετικά σημεία σαν χώρο ταφής. Έλεγε ότι τον έκαψε και πέταξε τα οστά του σε διάφορα σημεία, τα οποία ερευνήθηκαν από αστυνομικούς του νησιού χωρίς αποτέλεσμα. Άλλη στιγμή, μίλησε για μία στέρνα ότι εκεί εξαφάνισε το πτώμα, την οποία άδειασαν χωρίς φυσικά να βρουν τον Τάκη.

Λίγες ώρες πριν και ενώ είχε κληθεί για μία ακόμη κατάθεση στην Ασφάλεια Σαντορίνης γιατί θεωρείτο ύποπτος, φέρεται να ομολόγησε το θάνατο του φίλου του πάνω σε καυγά. Σύμφωνα με πληροφορίες είπε ότι παρέλαβε τον Τάκη εκείνο το μεσημέρι με τη μηχανή του από τη στάση των λεωφορείων και κατευθύνθηκαν προς το σπίτι του σε γειτονική περιοχή.

Κάποια στιγμή που βρέθηκαν στο πάρκινγκ, λογομάχησαν για θέματα της παρέας τους και τον έσπρωξε με δύναμη. Ο Τάκης Βαζακόπουλος πέφτοντας χτύπησε το κεφάλι του σε μία μεγάλη πέτρα και έμεινε αναίσθητος. Στις απανωτές ερωτήσεις των αστυνομικών έφτασε να αλλάξει δύο φορές την περιγραφή για τις συνθήκες θανάτου του φίλου του. Τη μια είπε ότι ενώ οδηγούσε αυτός τη μηχανή, ο Τάκης ζαλίστηκε και έπεσε και την άλλη ότι ενώ οδηγός ήταν ο Τάκης, ξέφυγε από την πορεία του και χτύπησε. Ισχυρίστηκε πως όταν συνειδητοποίησε το θάνατο του φίλου του, μετέφερε μόνος του το πτώμα με το αυτοκίνητό του στη χωματερή. Μετά είπε πως τον βοήθησαν άλλα δύο άτομα.

Ανατριχιαστικές λεπτομέρειες έρχονται στο φως από την κατάθεση για τις προσπάθειες συγκάλυψης του εγκλήματος. Ο κατηγορούμενος φέρεται να άφησε την ταμπακιέρα του Τάκη στην Καλντέρα, έναν χώρο όπου ο φίλος του συνήθιζε να πηγαίνει για να ακούει μουσική. Στόχος του ήταν να σκηνοθετήσει την εξαφάνιση ως αυτοκτονία.

Εκμεταλλεύτηκε την ψυχολογική ευαλωτότητα του Τάκη εκείνη την περίοδο, η οποία προερχόταν από ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε. Γνώριζε επίσης ότι ο Τάκης είχε αφήσει λίγες μέρες πριν ένα απελπισμένο σημείωμα στη μητέρα του. Η οικογένειά του, τότε, είχε κινητοποιηθεί άμεσα και κατάφερε να τον βρει αναστατωμένο στην Καλντέρα. Τελικά, ο Τάκης βρήκε την ψυχραιμία του όταν ενημερώθηκε από τον γιατρό του πως το πρόβλημα υγείας του είχε ξεπεραστεί.

Για να καλύψει τα ίχνη του, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να πουλήσει τα οχήματα που χρησιμοποιούσε, ανεβάζοντας αγγελίες στο διαδίκτυο. Ωστόσο, όταν αυτές εντοπίστηκαν από την έρευνα της εκπομπής «Φως στο Τούνελ», κατέβασε αμέσως τις αγγελίες.
Ένα άλλο κομβικό στοιχείο της υπόθεσης αφορά την αρχική του ομολογία, την οποία αργότερα ανακάλεσε. Σε αυτήν, περιέγραψε ένα περιστατικό που συνέβη το πρωινό της εξαφάνισης του Τάκη, πληροφορία που μόνο ένα άτομο γνώριζε. Ισχυρίστηκε ότι ο Τάκης του το είχε πει το μεσημέρι που συναντήθηκαν. Το περιστατικό αυτό διασταυρώθηκε μήνες αργότερα από το μοναδικό πρόσωπο που το γνώριζε.

Μαρτυρία που δόθηκε στην εκπομπή «Φως στο Τούνελ» εξετάζεται ως εξαιρετικά σημαντική. Εκείνη τη μοιραία νύχτα, ο κατηγορούμενος, ο Τάκης και η παρέα τους κατέληξαν στο σπίτι του πρώτου, όπου έστησαν ένα μικρό πάρτι με δυνατή μουσική. Κάποια στιγμή, ακούστηκαν έντονες φωνές από το σπίτι. Η πόρτα άνοιξε απότομα, και ο Τάκης βγήκε έξω τρέχοντας, κυνηγημένος από συγκεκριμένα άτομα. Ακολούθησαν ήχοι από σπασμένα μπουκάλια και κραυγές πόνου, ενώ λίγο μετά, ένα αυτοκίνητο απομακρύνθηκε με ταχύτητα. Λίγες ώρες αργότερα, ο μάρτυρας επισκέφθηκε το σημείο και παρατήρησε ότι κάποιος είχε καθαρίσει τα σπασμένα γυαλιά.

«Μετανιώνω για ό,τι έγινε στον φίλο μου. Μακάρι να είχα μιλήσει από την πρώτη μέρα», φέρεται να είπε στους αστυνομικούς. Ωστόσο, μετά από την ομολογία του, άλλαξε στάση, παίρνοντας πίσω όλα όσα είχε πει. Οι φίλοι και οι συγγενείς του δήλωσαν στην εκπομπή ότι τα λεγόμενά του ήταν αποτέλεσμα έντονης ψυχολογικής πίεσης και βίας από τους αστυνομικούς.

Η «διαβολική χήρα της Αργολίδας

Η «διαβολική χήρα» εμφανίστηκε δύο φορές στο στούντιο της εκπομπής «Φως στο Τούνελ» αναζητώντας τον σύζυγό της. Από την πρώτη στιγμή, οι κατάλληλες ερωτήσεις της Αγγελικής Νικολούλη ανέδειξαν την ψυχρότητα και την αδιαφορία της για τον χαμένο άνδρα της. Η ίδια δήλωνε ότι ζει μόνο για να δει τη σύλληψη και την τιμωρία των δολοφόνων του. Όταν η δημοσιογράφος τη ρώτησε για το κολιέ με την ταυτότητα του συζύγου της, Θανάση, που φορούσε στον λαιμό της, εκείνη απάντησε ότι έτσι νιώθει κοντά του και παίρνει δύναμη για να συνεχίσει την έρευνα για τη δολοφονία του.

Στην τελευταία εκπομπή της σεζόν, η «χήρα» βρέθηκε ξανά στο στούντιο, κατηγορώντας τους αστυνομικούς του Ναυπλίου για αμέλεια στη διερεύνηση της υπόθεσης και ζητώντας την ανάμιξη έμπειρων αξιωματικών από την Αθήνα. Ωστόσο, όταν οι ερωτήσεις της Αγγελικής Νικολούλη επικεντρώθηκαν στο πώς βρέθηκαν στο σπίτι της το τσαντάκι και το κινητό του θύματος, η ίδια έχασε την ψυχραιμία της. Για πρώτη φορά, ο λόγος της δεν είχε συνοχή, ενώ δεν μπορούσε να δώσει άμεσες απαντήσεις, όπως συνήθιζε.

Το άλλοθι που επικαλέστηκε η 38χρονη «μαύρη χήρα» της Ερμιονίδας, ότι την ώρα της δολοφονίας περιεργαζόταν κάποια βραχιόλια που είχε παραλάβει ταχυδρομικώς, κατέρρευσε. Αυτό το σαθρό αφήγημα ήταν το στοιχείο που έδωσε τη δυνατότητα στους αστυνομικούς να την παγιδεύσουν και να προχωρήσουν στην εξιχνίαση της υπόθεσης.

Η μάνα του Πολύζου… προδόθηκε από τις αντιφάσεις της

Για πέντε ολόκληρα χρόνια η Κουτσέγκου παρουσιαζόταν ως μια δυστυχισμένη μάνα που θρηνούσε για το θάνατο του παιδιού της. Εμφανίστηκε στην εκπομπή της Αγγελικής Νικολούλη ζητώντας τόσο από την ίδια όσο και από τον κόσμο να τη βοηθήσει να βρει τους δολοφόνους του γιου της στη Σιάτιστα της Κοζάνης. Πίσω όμως από το κακοστημένο θέατρο αποδείχθηκε ότι βρισκόταν τόσο η ίδια όσο και ο δεύτερος σύζυγό της.

Ο Κώστας Πολύζος βρήκε τραγικό θάνατο από το αδίστακτο ζευγάρι, οι οποίοι μάλιστα στην προσπάθεια τους να κρατήσουν επτασφράγιστο το αποτρόπαιο μυστικό τους, ανάγκασαν το 12χρονο γιο τους να ψευδομαρτυρήσει. Ένα μέρος από τις άγνωστες συνομιλίες της Νικολούλη με τη μητέρα του Πολύζου, παρουσίασε η δημοσιογράφος στην εκπομπή της. Πρόκειται για επικοινωνία που έγινε λίγο αφότου έχει βρεθεί το πτώμα:

«Το παιδί μου λες να είναι χαρούμενο εκεί πάνω που είναι Αγγελική μου; Γιατί το παιδί μου είναι άγγελος αυτή τη στιγμή είναι στον παράδεισο» έλεγε κλαίγοντας τότε η σήμερα κατηγορούμενη για το φόνο.

Τα ηχητικά ντοκουμέντα όμως έδειξαν και κάτι ακόμη. Η εκπομπή είχε στα χέρια της ενδείξεις πως η ιστορία που εξιστορούσε το ζευγάρι και ο ετεροθαλής αδερφός του νεκρού δεν έμοιαζαν πειστικές: «Εγώ που τον άκουγα το μικρό να περιγράφει την μαρτυρία του δεν με έπειθε. Μήπως κάποιος άλλος το έβαλε να πει κάτι τέτοιο» ακούγεται η δημοσιογράφος να λέει στη μητέρα.

Μήπως είναι κάτι που δεν μου έχεις πει για τη νύχτα εκείνη; Έχω την εντύπωση ότι δεν μου έχετε πει την αλήθεια για εκείνη τη νύχτα. Είναι σαν να κρύβεις κάτι που δεν θες να το πεις για να μην εκθέσεις κάποιους άλλους» τη ρώτησε ευθέως για να λάβει την εξής απάντηση:

Δεν μου λες Αγγελική. Ποια μάνα θα έφτανε σε αυτό το σημείο να βρίσκεται ένα πτώμα και να υπάρχει περίπτωση να είναι το παιδί της και να κρύβει κάτι που γνωρίζει. Όταν μια γυναίκα φέρνει στον κόσμο παιδιά, δεν τα φέρνει ούτε για καπρίτσιο, τα αγαπάει. Κάθε γονιός τα παιδιά του τα αγαπάει.

Οι κατηγορίες που βαραίνουν τη μητέρα και τον πατριό του Πολύζου ήταν ανθρωποκτονία από πρόθεση από κοινού σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, πλαστογραφία, περιύβριση νεκρού και ψευδορκία. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο η μητέρα σκότωσε τη νύχτα της 18ης Φεβρουαρίου του 2011 τον Κωστή χτυπώντας τον στο κρανίο με θλων όργανο.

Σύζυγος και εραστής νόμιζαν ότι δημιούργησαν το τέλειο έγκλημα

Στις 8 Δεκεμβρίου 2001, ο 58χρονος έμπορος δερμάτων από τον Βόλο, Αχιλλέας Τέντας, βρήκε τραγικό θάνατο μέσα στο σπίτι του στον Αλμυρό, από τον εραστή της συζύγου του, Νικόλαο Κωτούλα. Μετά τη δολοφονία, ο Κωτούλας και η σύζυγος του θύματος, Μαρία Τέντα, συνεργάστηκαν για να εξαφανίσουν το πτώμα, ρίχνοντάς το σε ένα πηγάδι της περιοχής, το οποίο στη συνέχεια φρόντισαν να μπαζώσουν. Προκειμένου να αποπροσανατολίσουν τις αρχές, εγκατέλειψαν το αυτοκίνητο του θύματος στο λιμάνι του Βόλου, αφήνοντας να φανεί ότι ο Τέντας είχε φύγει για ταξίδι.

Η Μαρία Τέντα, μάλιστα, είχε φροντίσει να δώσει υπνωτικό στη μητέρα του θύματος, που ζούσε μαζί τους στο ίδιο σπίτι, ώστε να μην αντιληφθεί τίποτα. Λίγο αργότερα, δήλωσε την εξαφάνιση του συζύγου της στην αστυνομία και εμφανίστηκε συντετριμμένη σε τηλεοπτική εκπομπή αναζήτησης αγνοουμένων, μιλώντας με λυγμούς για την «απώλεια» του άντρα της.

«Περνούν χίλιες δυο σκέψεις από το μυαλό μου», έλεγε. «Μήπως πήγε κάπου να σκεφτεί και να επιστρέψει; Λείπει πολύ από εμένα, από το σπίτι, αλλά κυρίως από εμένα».

Αρχικά, η Μαρία αντιστεκόταν σθεναρά στη διεξαγωγή έρευνας μέσω της εκπομπής. Ωστόσο, τέσσερις μήνες μετά την εξαφάνιση, και υπό την πίεση των παιδιών της, που δεν έβλεπαν κανένα σημάδι ζωής του πατέρα τους, η υπόθεση έφτασε στην εκπομπή. Αυτή η επιλογή έμελλε να αποβεί μοιραία για εκείνη και τον εραστή της. Η Μαρία εμφανίστηκε στην κάμερα ως η τελευταία μάρτυρας που είχε δει τον αγνοούμενο, αγνοώντας ότι η αλήθεια δεν θα αργούσε να αποκαλυφθεί.

Ο Δάνος Μουρατίδης… καρφώθηκε όταν πήγε στο σημείο του εγκλήματος της Κικής Κούσογλου

Η υπόθεση της 20χρονης Κικής Κούσογλου είχε πάρει τεράστια δημοσιότητα, έπειτα από την αποκάλυψη, πως ο σύντροφος την, ο οποίος την αναζητούσε μαζί με τους γονείς της στην εκπομπή, ήταν και εκείνος που την είχε δολοφονήσει! Η υπόθεση είχε ξεκίνησε σαν αναζήτηση της αγνοούμενης Κικής και με την επίμονη έρευνα της Νικολούλη αποκαλύφθηκε έγκλημα.

Ο 23χρονος Δάνος Μουρατίδης δήλωνε πως η φίλη του τον εγκατέλειψε για μια καλύτερη ζωή, τον Απρίλιο του 2005. Ο Δάνος για να πετάξει από πάνω του οποιαδήποτε υποψία, συμμετέχει στις έρευνες και όχι μόνο αυτό, αλλά βγαίνει και στην τηλεόραση με ύφος όλο αγωνία και κάνει έκκληση στον κόσμο προκειμένου να λυθεί το μυστήριο με την εξαφάνιση της ξανθιάς καλλονής. Στόχος του να παρουσιαστεί κι εκείνος ως θύμα και να στραφούν αλλού οι έρευνες. Στη συνέντευξη που παραχωρεί στην Αγγελική Νικολούλη, η τελευταία δεν πείθεται από τα λεγόμενά του και τον υποψιάζεται. «Κατάλαβα όταν τον είδα απέναντί μου ότι κάτι έτρεχε. Φαινόταν ότι ήταν ένοχος», θα πει λίγο μετά η ίδια.

Άλλωστε η πληροφορία που υπήρχε ήταν ότι εκείνος είχε δει τελευταίος ζωντανή την Κική. Το κλίμα αρχίζει να στρέφεται εναντίον του, αφού καταλαβαίνουν και οι αστυνομικοί ότι κάτι κρύβει. Τελικά, τέσσερις μήνες μετά το αποτρόπαιο έγκλημα ο Δάνος Μουρατίδης ομολογεί ότι εκείνος σκότωσε την Κική σε μία έκρηξη ζήλιας. Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο και τον καταδίκασε σε ισόβια, ενώ στον εξάδελφό του που τον βοήθησε στην ταφή του πτώματος, επέβαλε ποινή τεσσάρων χρόνων. Μάλιστα, η δημοσιογράφος είχε βρει κι άλλη γυναίκα-φίλη του Δάνου που δέχτηκε τη βία του και η μαρτυρία της ήταν σημαντική. Η ζήλεια και η «μαγκιά» τον οδήγησαν στο να στραγγαλίσει την όμορφη Κική την ώρα που κοιμόταν, να θάψει το πτώμα της και να παίζει τον ανήσυχο φίλο.

Η άγρια δολοφονία Ταμπακίδη

Η εξαφάνιση του επιχειρηματία Θεόδωρου Ταμπακίδη αποδείχθηκε τελικά ένα καλοστημένο και βίαιο έγκλημα, με δράστη και εγκέφαλο τη σύζυγό του, με την οποία βρισκόταν σε διάσταση. Το βράδυ της Τρίτης, 29 Απριλίου 2009, η γυναίκα τον πυροβόλησε με καραμπίνα μέσα στο σπίτι τους, στην Περιστερά, σε απόσταση αναπνοής από τα δύο ανήλικα παιδιά τους. Η αρρωστημένη ζήλια της την τύφλωσε, οδηγώντας την σε μια φρικτή πράξη. Μάλιστα, δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει τα ίδια της τα παιδιά ως ψευδομάρτυρες, προσπαθώντας να καλύψει το έγκλημά της.

Η δολοφόνος έστησε ένα ολόκληρο σκηνικό εξαφάνισης. Εγκατέλειψε το μαύρο BMW του πεθερού της, που οδηγούσε ο Θεόδωρος εκείνη τη νύχτα, αφήνοντας τα κλειδιά πάνω στη μίζα. Στη συνέχεια, έκλεψε το δικό του αυτοκίνητο, ένα μαύρο Mercedes, το οποίο εντοπίστηκε αργότερα από τηλεθεατές κατά τη διάρκεια της εκπομπής. Όλα αυτά έγιναν για να εμποδίσει τον εν διαστάσει σύζυγό της από το να ταξιδέψει με τη νέα σύντροφό του.

Η υπόθεση εξιχνιάστηκε όταν ένας φίλος της, που είχε βοηθήσει να θάψει το πτώμα σε δασική περιοχή της Χαλκιδικής και να συγκαλύψει το έγκλημα, ομολόγησε την αλήθεια. Η μαρτυρία του οδήγησε τους αστυνομικούς στον τόπο ταφής. Η Αγγελική Νικολούλη, με την επιμονή της, κατάφερε να μιλήσει με τη δράστρια, η οποία προσπαθούσε να αποπροσανατολίσει τους πάντες. Υποστήριξε ότι είχε επικοινωνία με τον αγνοούμενο σύζυγό της και ότι σύντομα θα επέστρεφε. Επιπλέον, έβαλε τον φίλο της να τηλεφωνήσει στους γονείς του θύματος, προσποιούμενος τον ίδιο, για να τους πείσει ότι ζούσε και βρισκόταν στο εξωτερικό.

Η σύλληψή της έγινε με τη συνδρομή της Αγγελικής Νικολούλη, καθώς η γυναίκα είχε κλειστεί στο σπίτι της αδελφής της και αρνούνταν να ανοίξει. Καταδικάστηκε πρωτόδικα σε κάθειρξη 19 ετών, ενώ ο φίλος και συνεργός της καταδικάστηκε σε φυλάκιση 18 μηνών με τριετή αναστολή.

Τα τελευταία νέα στην υπόθεση Καλογήρου

Νέες εξελίξεις προκύπτουν σχετικά με τον θάνατο του Βασίλη Καλογήρου από τη Λάρισα. Η σορός του 39χρονου άνδρα εντοπίστηκε σε ορεινή περιοχή του Τυρνάβου, πενήντα ημέρες μετά την εξαφάνισή του, η οποία σημειώθηκε την προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς.

Ο Βασίλης Καλογήρου είχε δηλωθεί αγνοούμενος από την οικογένειά του στις 30 Δεκεμβρίου 2024. Περίπου ενάμιση μήνα αργότερα, βρέθηκε νεκρός σε ορεινή τοποθεσία του Τυρνάβου, γεγονός που προκάλεσε σοκ και ερωτήματα.

Από τότε, η οικογένεια του 39χρονου ψυχολόγου αναμένει με αγωνία τα ακριβή αίτια του θανάτου του, καθώς οι συνθήκες παραμένουν θολές. Ο αστυνομικός συντάκτης των εφημερίδων «Βήμα» και «Νέα», Βασίλης Λαμπρόπουλος, μίλησε στο Live News και στον Νίκο Ευαγγελάτο για την υπόθεση, αποκαλύπτοντας νέες πληροφορίες.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, εντός των επόμενων ημερών αναμένονται τα αποτελέσματα των ιστολογικών εξετάσεων, ενώ οι τοξικολογικές έδειξαν παρουσία φαρμάκων που σχετίζονται με ψυχική νόσο. Κατά πληροφορίες, οι ιστολογικές εξετάσεις επικεντρώνονται σε ένα πιθανό ισχαιμικό επεισόδιο, που ενδέχεται να προκλήθηκε από καρδιακό πρόβλημα λόγω εξάντλησης και υποθερμίας.

Επιπλέον, οι ιατροδικαστές ζήτησαν και έλαβαν από την Ελληνική Αστυνομία δεδομένα για τις θερμοκρασίες που επικρατούσαν τις πρώτες δύο ημέρες της εξαφάνισής του. Αυτές οι πληροφορίες αναμένεται να ρίξουν περισσότερο φως στις συνθήκες που οδήγησαν στον θάνατό του.

«Επαναλαμβάνω ότι φαίνεται ο θάνατός του οφείλεται σε παθολογικά αίτια, στην εξάντλησή του. Και μάλιστα εξετάζουν, λόγω της εξάντλησης, να πέθανε από ισχαιμικό επεισόδιο. Γίνονται ειδικές χρώσεις», επεσήμανε ο Βασίλης Λαμπρόπουλος.

«Παράλληλα, έχει εξεταστεί το 70% του υλικού των καμερών, όπου δεν έχει βρεθεί η διέλευση του Βασίλη Καλογήρου από κάποιο σημείο, αλλά και η ανάλυση των τηλεφωνικών κλήσεων στην πόλη της Λάρισας, δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα», πρόσθεσε ο αστυνομικός ρεπόρτερ.

Ο μικρός Άλεξ ακόμη δεν έχει βρεθεί

Ημερομηνία: 3 Φεβρουαρίου 2006. Ώρα: περίπου 7 το απόγευμα. Το σκοτάδι έχει ήδη σκεπάσει τη Βέροια, ενώ το χιόνι, που πέφτει αδιάκοπα εδώ και μέρες, καλύπτει την πόλη. Ο 11χρονος Άλεξ μόλις έχει ολοκληρώσει την προπόνησή του στο κλειστό γήπεδο μπάσκετ της περιοχής και κατευθύνεται προς το πρακτορείο ΟΠΑΠ που διατηρεί ο πατριός του. Στη διαδρομή του περνά από την Πλατεία Δημαρχείου. Κάπου εκεί χάνονται ξαφνικά τα ίχνη του, και δεν θα ξαναβρεθούν ποτέ.

Τα λεπτά περνούν, όμως ο Άλεξ δεν φτάνει ποτέ στο πρακτορείο. Η μητέρα του, ανήσυχη, αρχίζει να τον ψάχνει στους δρόμους. Όταν οι προσπάθειές της αποδεικνύονται μάταιες, καταφεύγει στο αστυνομικό τμήμα για να δηλώσει την εξαφάνισή του, φοβούμενη το χειρότερο. Οι ημέρες περνούν, οι έρευνες εντείνονται, αλλά παραμένουν άκαρπες. Η υπόθεση αποκτά γρήγορα εθνική διάσταση, με τα μέσα ενημέρωσης να προβάλλουν εικόνες της ταραγμένης μητέρας και των συμμαθητών του Άλεξ, που αναζητούν απεγνωσμένα το αγόρι στους δρόμους της πόλης. Τι συνέβη στον Άλεξ; Θα μπορούσε να είχε πέσει θύμα ανθρωποκτονίας;

Μία από τις δημοσιογράφους που ασχολούνται ενεργά με την υπόθεση είναι η Αγγελική Νικολούλη, παρουσιάστρια της εκπομπής «Φως στο Τούνελ» στο Alter εκείνη την εποχή. Η Νικολούλη φτάνει στη Βέροια και ξεκινά εντατικές έρευνες, προσεγγίζοντας κάθε άτομο που γνώριζε τον Άλεξ ή είχε επαφές με την οικογένειά του. Συνομιλεί με συμμαθητές, γείτονες και συγγενείς, ακόμη και με μέλη της οικογένειας που ζουν στη Γερμανία και στη Γεωργία, τη χώρα καταγωγής του Άλεξ.

Στην αρχή, οι φόβοι επικεντρώνονται στο ενδεχόμενο ο 11χρονος να έχει πέσει θύμα κυκλώματος σωματεμπορίας και να έχει φυγαδευτεί εκτός Ελλάδας. Ωστόσο, τα δεδομένα αλλάζουν ριζικά όταν η Νικολούλη συναντά έναν συμμαθητή του Άλεξ. Σύμφωνα με πληροφορίες που είχε ήδη συλλέξει, το συγκεκριμένο αγόρι ήταν μέλος μιας παρέας που ασκούσε συστηματικά μπούλινγκ στον Άλεξ, φτάνοντας ακόμη και σε σημείο να τον ξυλοκοπούν.

Ποια είναι η αλήθεια πίσω από την τραγική εξαφάνιση του Άλεξ; Η έρευνα συνεχίζεται…

Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, αυτός και τα υπόλοιπα μέλη της παρέας συνάντησαν εκείνο το βράδυ στην πλατεία της πόλης τον Άλεξ και τον ξυλοκόπησαν βαριά. «Είχε βραδιάσει. Καθόμασταν στα παγκάκια και καπνίζαμε. Κάποια στιγμή είδαμε τον Άλεξ να έρχεται από το μπάσκετ και να πηγαίνει προς την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων. Βριστήκαμε και αρχίσαμε να κυνηγιόμαστε. Τρέχαμε οι πέντε από τη μία και αυτός από την άλλη. Σταματήσαμε λίγο, εγώ και ο Α.Μ. και οι υπόλοιποι έτρεχαν» αποκάλυψε.

«Ο Άλεξ συνέχισε να τρέχει προς το Δημαρχείο. Όταν κατέβηκε, του κλείσαμε το δρόμο. Μετά ο Σ.Ε. άρχισε να τον βαράει και φτάσαμε και εμείς, ο Β. και ο αδερφός του Ε.Χ. Εγώ με τον Α.Μ. ήμασταν πίσω. Τον χτυπούσαν στο πρόσωπο. Φώναζε και προσπάθησε να φύγει. Του έβαλε τρικλοποδιά ο Ε.Χ. την ώρα που προσπαθούσε να φύγει. Στο πάνω μέρος της σκάλας ήταν ο Άλεξ, έκανε στο πλάι κωλοτούμπα και χτύπησε το κεφάλι του στο σκαλοπάτι. Σταμάτησε στο ενδιάμεσο πλατύσκαλο. Έβγαλε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του αίμα και έπεσε αίμα και στο σκαλοπάτι. Ο Β. έβγαλε μία χαρτοπετσέτα και του σκούπισε το κεφάλι».

«Ο Άλεξ δεν αντιδρούσε, ήταν σε αναίσθητη κατάσταση. Ο Β. του καθάρισε το κεφάλι και τον πήγαμε στο ακατοίκητο σπίτι. Έβαλε το κεφάλι του ο Β. στην καρδιά του Άλεξ και είπε ότι είχε πεθάνει. Είχε σταματήσει να χτυπάει η καρδιά του. Έβαλε το αυτί του και ο Α.Μ. και το διασταύρωσε. Στη συνέχεια τον σηκώσαμε και τον πήγαμε μέσα στο σπίτι που είναι δίπλα στην Πλατεία Δημαρχείου, δίπλα σε αυτό το σπίτι που έχει κατεδαφιστεί τώρα. Τον άφησαν μέσα σε ένα δωμάτιο. Βγήκαμε έξω και είπαμε να φύγουμε και να μη μιλήσει κανείς» δήλωσε ο ίδιος στην απολογία του στο δικαστήριο, επιβεβαιώνοντας τα όσα είχε πει στη δημοσιογράφο μερικούς μήνες πριν.

Οι αποκαλύψεις, όμως, δεν έμειναν εκεί. Σύμφωνα με τον ίδιο, δύο μέρες αργότερα πήραν το νεκρό σώμα από το εγκαταλελειμμένο σπίτι, το έβαλαν πάνω σ’ ένα καρότσι, το σκέπασαν και το πέταξαν στον Τριπόταμο. Οι αποκαλύψεις σοκάρουν άπαντες, με την αστυνομία να σκάβει με εκσκαφέα το εγκαταλελειμμένο σπίτι και να στέλνει άνδρες της ΕΜΑΚ στο ποτάμι για να αναζητήσουν το πτώμα του Άλεξ. Καμία από τις έρευνες, όμως, δεν έχει αποτέλεσμα. Ο 11χρονος παραμένει ακόμη άφαντος.

Έλεγαν, όμως, αλήθεια οι πέντε συνεργοί του φόνου του ή ήταν «δασκαλεμένοι» από τους δικούς τους που βοήθησαν στην εξαφάνιση του πτώματος; Από τους πρώτους υπόπτους της υπόθεσης ήταν ο παππούς ενός από τα μέλη της συμμορίας που αρχικά δήλωνε πως τα πέντε παιδιά ήταν μαζί του τις ώρες που εξαφανίστηκε ο Άλεξ. Η μαρτυρία, όμως, ενός υπαλλήλου φροντιστηρίου της περιοχής που τα είδε στο κέντρο της πλατείας αποκάλυψε το ψέμα του.

Θα μπορούσαν, άραγε, πέντε παιδιά να καταστρώσουν ένα τέτοιο σχέδιο και να εξαφανίσουν το πτώμα χωρίς να τους πάρει είδηση κανείς; Η μαρτυρία μιας φίλης που έμενε σε κοντινή απόσταση από το σπίτι μερικών εκ των δραστών κρίθηκε πολύ σημαντική από τις αρχές.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα λεγόμενά της, ώρες μετά την εξαφάνιση του Άλεξ άκουσε από το σπίτι ενός εκ των δραστών να λένε: «πέθανε το παιδί, πέθανε. Φωνάξτε τον παππού μας». Η πίεση από τους ανακριτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερη και τα τρία από τα πέντε παιδιά παραδέχονται πως σκότωσαν και εξαφάνισαν τον Άλεξ. Στη συνέχεια, όμως, πήραν πίσω τις καταθέσεις τους, υποστηρίζοντας πως είπαν ψέματα στις αρχές.

Η υπόθεση φτάνει σε δίκη. Τα λεγόμενα των πέντε παιδιών, τα οποία δεν σταματούν να φάσκουν και να αντιφάσκουν καθ’ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δεν πείθουν το Μονομελές Δικαστήριο Ανηλίκων Θεσσαλονίκης που τους κρίνει ένοχους για το κακούργημα της μη σκοπούμενης, θανατηφόρου σωματικής βλάβης και της περιύβρισης νεκρού. Επειδή, όμως, οι δράστες δεν είναι ενήλικοι, δεν τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης αλλά με αναμορφωτικά μέτρα.

Αυτοί, όμως, δεν είναι οι μοναδικοί που κρίνονται ένοχοι για τη δολοφονία του Άλεξ. 11 συνολικά από τις 13 εναγόμενους γονείς και κηδεμόνες των ανηλίκων δραστών καταδικάζονται για υπόθαλψη εγκληματία κατά συρροή και παραμέληση εποπτείας ανηλίκων. Η έκβαση της συγκεκριμένης υπόθεσης αποτελεί ιστορικό σημείο για τη δικονομική ιστορία της χώρας καθώς αποτελεί μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις παγκοσμίως που κατηγορούμενοι για ανθρωποκτονία καταδικάζονται χωρίς την ύπαρξη πτώματος.

Μέρος της ποινής είναι η καταβολή αποζημίωσης ύψους 150 χιλιάδων ευρώ στη μητέρα του Άλεξ που όλα αυτά τα χρόνια δεν σταμάτησε να ψάχνει για να βρει τη σορό του γιου της. Η υπόθεση τελικά μπήκε στο αρχείο τον Δεκέμβριο του 2020, με τον 11χρονο μαθητή να παραμένει μέχρι σήμερα άφαντος.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου