Αντόνιο Βιβάλντι: Ο «κόκκινος παπάς» της κοσμικής μουσικής – «Φεύγει» σαν σήμερα, 28 Ιουλίου του 1741, από τη ζωή

Σαν σήμερα, 28 Ιουλίου 1741, σε μια Βιέννη μακριά από την αγαπημένη του Βενετία, έφυγε από τη ζωή πάμπτωχος ο Αντόνιο Βιβάλντι, ένας από τους στυλοβάτες της Δυτικής Μουσικής. Η ημέρα του θανάτου του, ακριβώς ένα μήνα μετά την απογοητευμένη του αναχώρηση από την πόλη των Δόγηδων, επισκιάζει την τεράστια προσφορά του σε μια εποχή που η δημοτικότητά του είχε αρχίσει να φθίνει. Ωστόσο, η κληρονομιά του, αν και ξεχάστηκε για καιρό, ανακαλύφθηκε ξανά αιώνες αργότερα, αναδεικνύοντάς τον σε έναν από τους δημοφιλέστερους συνθέτες της μπαρόκ εποχής.
Ο Αντόνιο Λούτσιο Βιβάλντι γεννήθηκε στη Βενετία στις 4 Μαρτίου 1678. Η γέννησή του συνοδεύτηκε από προβλήματα υγείας, που οδήγησαν στην άμεση βάπτισή του και αργότερα διαγνώστηκε με άσθμα, μια ασθένεια που τον ταλαιπώρησε σε όλη του τη ζωή.
Την τέχνη του βιολιού διδάχθηκε από τον πατέρα του, Τζιοβάνι Μπατίστα Βιβάλντι, έναν αξιόλογο βιολιστή της Ορχήστρας του Αγίου Μάρκου, ο οποίος παράλληλα ήταν κουρέας και βαθιά θρησκευόμενος. Ο πατέρας του, μάλιστα, τον προόριζε για εκκλησιαστική σταδιοδρομία.
Από την ιεροσύνη στη μουσική αποκλειστικότητα
Το 1703, ο Αντόνιο χειροτονήθηκε ιερέας, αποκτώντας γρήγορα το προσωνύμιο «Ο κόκκινος παπάς» λόγω των ξανθών μαλλιών του – ένα προσωνύμιο που θα τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή. Τον ίδιο χρόνο, ανέλαβε τη θέση του καθηγητή βιολιού και αρχιμουσικού στο ορφανοτροφείο θηλέων «Οσπεντάλε ντι Πιετά» της Βενετίας, ένα ίδρυμα που θα γινόταν το εφαλτήριο για την καλλιτεχνική του έκφραση.
Δεν άργησε να βρει την ευκαιρία να απαλλαγεί από τα θρησκευτικά του καθήκοντα, χωρίς να αποσχηματιστεί, επικαλούμενος συχνά προβλήματα υγείας. Έτσι, μπόρεσε να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη μουσική, ένα πάθος που επισκίασε οριστικά την ιδιότητά του ως ιερωμένου.
Από το σημείο αυτό και μετά, ο Βιβάλντι άρχισε να συνθέτει πυρετωδώς, αποκτώντας φήμη πέρα από τα στενά όρια της Βενετίας. Από το 1718, ξεκίνησε ένα εντατικό πρόγραμμα ταξιδιών για να παρουσιάζει τα έργα του, με βάση του τη Μάντοβα. Μάλιστα, λέγεται ότι σε μια από τις περιοδείες του έπαιξε ακόμη και ενώπιον του Πάπα, κάτι που υποδηλώνει την αυξανόμενη αναγνώρισή του.
Οι «Τέσσερις Εποχές» και οι προκλήσεις
Εκείνη την περίοδο, γνώρισε τις δύο ετεροθαλείς αδελφές Παολίνα Τρεβιζάνα, η οποία έγινε γραμματέας του, και την κοντράλτο Άννα Τζίρο (ή Ζιρό), η οποία τραγούδησε τους πρωταγωνιστικούς ρόλους σε πολλές από τις όπερές του. Η συμβίωση των τριών στο σπίτι του Βιβάλντι πυροδότησε έντονη φημολογία για ερωτικές σχέσεις, κάτι που ο ίδιος ο συνθέτης φέρεται να διασκέδαζε, επιμένοντας πως η σχέση τους ήταν αυστηρά φιλική και επαγγελματική.
Διαβάστε επίσης
Το 1725, ο Βιβάλντι παρουσίασε μία σειρά κοντσέρτων για έγχορδα και μπάσο κοντίνουο, με τον τίτλο «Il cimento dell’ armonia e dell’ inventione» («Η δοκιμασία της αρμονίας με την εφευρετικότητα»). Τα τέσσερα πρώτα από αυτά αποτελούν τις θρυλικές «Τέσσερις Εποχές», το αναμφισβήτητα πιο γνωστό έργο του και ένα από τα δημοφιλέστερα στην ιστορία της κλασικής μουσικής. Με τις «Τέσσερις Εποχές», ο Βιβάλντι αποτύπωσε μουσικά τις τέσσερις εποχές του χρόνου, θεωρούμενο ως ένα πρώιμο και λαμπρό δείγμα προγραμματικής μουσικής.
Ωστόσο, η ζωή του δεν ήταν πάντα ανέφελη. Το 1737, ο καρδινάλιος της Φεράρας ακύρωσε μια παράστασή του, όχι μόνο επειδή αρνήθηκε να ιερουργήσει, αλλά και λόγω της συμβίωσής του με τις δύο αδελφές, η οποία σκανδάλιζε τους πιστούς. Με την πάροδο του χρόνου, η δημοτικότητά του στη Βενετία άρχισε να υποχωρεί. Απογοητευμένος από τους συμπατριώτες του, ο Βιβάλντι ξενιτεύτηκε στη Βιέννη στις 28 Ιουνίου 1741, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή έναν μήνα αργότερα, πάμπτωχος, έχοντας σπαταλήσει όλη του την περιουσία.
Η αναγέννηση του έργου του
Ο Βιβάλντι, με το προσωπικό του ύφος και την καινοτομία του, έθεσε τα θεμέλια του ώριμου κοντσέρτου μπαρόκ, επηρεάζοντας σημαντικά μεταγενέστερους συνθέτες, όπως ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και ο Γκέοργκ Φίλιπ Τέλεμαν. Παρά το γεγονός ότι ήταν πολυγραφότατος, συνθέτοντας περίπου 850 έργα, έπεσε στην αφάνεια αμέσως μετά τον θάνατό του.
Η «ανακάλυψή» του ήρθε πολύ αργότερα. Ο Φέλιξ Μέντελσον ήταν ο πρώτος που τον ανέσυρε από την λήθη, όταν ερευνούσε το έργο του Μπαχ, ο οποίος, όπως αποδείχθηκε, θαύμαζε απεριόριστα τον Βιβάλντι. Ωστόσο, η ουσιαστική επανανακάλυψη του Βιβάλντι και του έργου του πραγματοποιήθηκε στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Σήμερα, θεωρείται δικαίως ένας από τους δημοφιλέστερους και σημαντικότερους συνθέτες της μουσικής μπαρόκ, με τις «Τέσσερις Εποχές» να παραμένουν ένα παγκόσμιο μουσικό φαινόμενο.






0 ΣΧΟΛΙΑ