ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Ποιος ήταν ο Όσιος Λωτ που τιμάει σήμερα (09/10) η Εκκλησία

Ποιος ήταν ο Όσιος Λωτ που τιμάει σήμερα (09/10) η Εκκλησία
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Η Εκκλησία μας γιορτάζει σήμερα (9/10) τον Όσιο Λωτ, ένα πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης με τη δική του ξεχωριστή υπόσταση και παρουσία, με το όνομά του να σημαίνει «καλύπτω» ή «σκεπάζω». Ο ίδιος ήταν σύζυγος της Ιουδήθ, φερόμενος γιος του Αρράν, εγγονός του Θάρα και, κυρίως, ανιψιός του Αβραάμ.

Όταν ο Αβραάμ, ο Θαρά και η Σάρρα αναχώρησαν από την Ουρ των Χαλδαίων με προορισμό τη Χαρράν, ο Λωτ τους συνόδευσε. Αργότερα, ακολούθησε τον Αβραάμ όταν ο Κύριος του είπε να πάει στη Χαναάν. Ωστόσο, λόγω της πείνας στη Χαναάν, ο Αβραάμ, η Σάρρα και ο Λωτ αναγκάστηκαν να μεταβούν στην Αίγυπτο. Με την πάροδο της πείνας, επέστρεψαν στη Χαναάν (Γέν. 13,1).

Ο Λωτ, όπως και ο θείος του, είχε αποκτήσει πολλά υπάρχοντα, πρόβατα, βόδια και σκηνές (Γέν. 13,5-6), αλλά η περιοχή δεν επαρκούσε για να ζήσουν μαζί με τον Αβραάμ. Αυτό οδήγησε σε διαμάχες μεταξύ των βοσκών τους. Για να αποφευχθεί η σύγκρουση, ο Αβραάμ πρότεινε στον Λωτ να επιλέξει την περιοχή που επιθυμούσε να εγκατασταθεί. Ο Λωτ, πλεονεκτικός καθώς ήταν, διάλεξε την πιο εύφορη πεδιάδα κοντά στον ποταμό Ιορδάνη, μια επιλογή που τον έφερε κοντά στους αμαρτωλούς κατοίκους των Σοδόμων.

Ο πόλεμος και η αιχμαλωσία του Λωτ προτού τον σώσει ο Αβραάμ

Εκείνη την εποχή, ο βασιλιάς της Ελάμ, Χοδολλογομόρ, μαζί με τον Θάργαλ, βασιλιά των εθνών, τον Αμαρφάλ, βασιλιά της Σεναάρ, και τον Αριώχ, βασιλιά της Ελλασάρ, κήρυξαν πόλεμο εναντίον του Βαλλά, βασιλιά των Σοδόμων, του Βαρσά, βασιλιά των Γομόρων, του Σινόβ, βασιλιά της Αδαμά, του Συμοβόρ, βασιλιά της Σεβωείμ, και του βασιλιά της Βελά (Σηγώρ).

Στη σύγκρουση που ακολούθησε, οι τέσσερις πρώτοι βασιλιάδες επικράτησαν των πέντε δευτέρων. Οι νικητές λεηλάτησαν τα Σόδομα και τα Γόμορα, αρπάζοντας όλα τα αποθέματα τροφίμων. Επιπλέον, πήραν αιχμάλωτο τον Λωτ μαζί με την οικογένειά του και όλα τα υπάρχοντά του. (Γένεσις 14,11-12).

Ένας υπηρέτης του Λωτ κατάφερε να διαφύγει και μετέφερε την είδηση στον Αβραάμ. Όταν ο Αβραάμ πληροφορήθηκε ότι ο ανιψιός του είχε αιχμαλωτιστεί, εξόπλισε 318 από τους δικούς του υπηρέτες και καταδίωξε τους τέσσερις βασιλιάδες. Τη νύχτα, χώρισε τους άντρες του σε μικρές ομάδες και επιτέθηκε στους εχθρούς, κατατροπώνοντάς τους. Η καταδίωξη συνεχίστηκε μέχρι την περιοχή βόρεια της Δαμασκού, όπου ανέκτησε όλα τα λάφυρα. Ελευθέρωσε τον Λωτ μαζί με την οικογένειά του και τα υπάρχοντά του. (Γένεσις 14:13-16)

Τα Σόδομα, η φυγή του και η μετατροπή της Ιουδήθ σε στήλη άλατος

Ένα βράδυ, δύο άγγελοι έφτασαν στα Σόδομα. Ο Λωτ τους καλωσόρισε στο σπίτι του, τους φρόντισε και τους προσέφερε δείπνο. Πριν προλάβουν να κοιμηθούν, οι άντρες της πόλης περικύκλωσαν το σπίτι. Όλος ο αντρικός πληθυσμός, νέοι και ηλικιωμένοι, βρισκόταν εκεί. Φώναζαν προς τον Λωτ: «Πού είναι οι άνθρωποι που ήρθαν στο σπίτι σου απόψε; Φέρ’ τους έξω για να συνευρεθούμε μαζί τους!» Ο Λωτ τότε τους παρακάλεσε: «Μην τους βλάψετε. Έχω δύο κόρες που δεν έχουν γνωρίσει άντρα. Θα σας τις φέρω και κάντε τους ό,τι θέλετε. Αλλά μην αγγίξετε αυτούς τους ανθρώπους, είναι φιλοξενούμενοί μου και ήρθαν για προστασία». Εκείνοι όμως φώναζαν: «Φύγε από εκεί!» Και έλεγαν μεταξύ τους: «Ήρθε ένας ξένος και θέλει να μας κρίνει!» «Τώρα θα σου φερθούμε χειρότερα απ’ ό,τι σε εκείνους». Και σπρώχνοντας βίαια τον Λωτ, προσπάθησαν να σπάσουν την πόρτα του.

Τότε οι δύο άγγελοι άπλωσαν το χέρι τους, τράβηξαν τον Λωτ μέσα στο σπίτι και έκλεισαν την πόρτα. Στη συνέχεια, τύφλωσαν όλους όσους βρίσκονταν έξω, μικρούς και μεγάλους, ώστε να μην μπορούν να βρουν την πόρτα. Οι άγγελοι είπαν τότε στον Λωτ: «Πάρε τη γυναίκα σου, τον γαμπρό σου, τους γιους και τις κόρες σου, και όποιον άλλον δικό σου έχεις στην πόλη, και φύγετε, διότι θα καταστρέψουμε αυτόν τον τόπο. Η κραυγή ενάντια στους κατοίκους του τόπου αυτού είναι μεγάλη ενώπιον του Κυρίου, και ο Κύριος μας έστειλε να καταστρέψουμε τα Σόδομα».

Ο Λωτ πήγε να μιλήσει στους μέλλοντες γαμπρούς του, που θα παντρεύονταν τις κόρες του, και τους είπε: «Σηκωθείτε και φύγετε από εδώ, γιατί ο Κύριος θα καταστρέψει την πόλη». Ωστόσο, αυτό τους φάνηκε σαν αστείο.

Όταν ξημέρωσε, οι άγγελοι πίεζαν τον Λωτ, λέγοντάς του: «Σήκω, πάρε τη γυναίκα σου και τις δυο κόρες σου, για να μην καταστραφείς εξαιτίας των αμαρτιών της πόλης». Καθώς όμως καθυστερούσε, οι δυο άγγελοι τον έπιασαν από το χέρι, μαζί με τη γυναίκα και τις θυγατέρες του, και τους οδήγησαν έξω από την πόλη, επειδή τους λυπήθηκε ο Κύριος.

Καθώς τους οδηγούσαν έξω, ένας άγγελος είπε στον Λωτ: «Φύγε γρήγορα, μην κοιτάς πίσω και μην σταματήσεις πουθενά σε αυτή την περιοχή. Τρέξε προς τα βουνά για να σωθείς και να μην καταστραφείς». Ο Λωτ απάντησε: «Σε παρακαλώ, κύριέ μου, δεν μπορώ να τρέξω στα βουνά. Εκεί κοντά βρίσκεται η πόλη Σηγώρ. Άσε με να καταφύγω εκεί. Είναι αρκετά μικρή και θα είμαι ασφαλής».

Ο άγγελος του είπε: «Θα αποδεχτώ το αίτημά σου και δεν θα καταστρέψω την πόλη που ανέφερες. Τρέξε λοιπόν να φτάσεις εκεί, και δεν θα κάνω τίποτα μέχρις ότου φτάσεις».

Ο ήλιος είχε ανατείλει όταν ο Λωτ έφτασε στη Σηγώρ. Τότε ο Κύριος έριξε θειάφι και φωτιά από τον ουρανό πάνω στα Σόδομα και στα Γόμορα. Οι πόλεις αυτές, οι κάτοικοί τους και όλη η γύρω περιοχή με τη βλάστησή της καταστράφηκαν ολοσχερώς. Ωστόσο, η γυναίκα του Λωτ παρέβη την προειδοποίηση του αγγέλου, κοιτάζοντας πίσω για να δει τι συνέβαινε, και αμέσως μετατράπηκε σε στήλη άλατος. Από όλη την περιοχή ανέβαινε καπνός από τη γη σαν να έβγαινε από καμίνι. Όταν ο Θεός κατέστρεψε τις πόλεις όπου κατοικούσε ο Λωτ, θυμήθηκε τον Αβραάμ και έσωσε τον Λωτ από την καταστροφή.

Ο Λωτ μετά την καταστροφή των πόλεων φοβόταν να μείνει στη Σηγώρ για πολύ, γι’ αυτό έφυγε και κατοίκησε στα βουνά σε μια σπηλιά μαζί με τις δύο κόρες του. Εκεί, μια μέρα οι κόρες του αφού τον μέθυσαν, κοιμήθηκαν μαζί του και απέκτησαν παιδιά.. Η μεγαλύτερη γέννησε γιο και τον ονόμασε Μωάβ, ο οποίος υπήρξε ο γενάρχης των Μωαβιτών. Γέννησε και η μικρότερη γιο και τον ονόμασε Αμμών (Αμμάν), ο οποίος είναι ο γενάρχης των Αμμωνιτών.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου