Επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου: Το νο1 λάθος στο δωμάτιο και στον ύπνο που βάζει σε κίνδυνο την καρδιά

Οι επιστήμονες «φωνάζουν» πως η θερμοκρασία του υπνοδωματίου κατά τη διάρκεια της νύχτας θα μπορούσε να επηρεάσει την υγεία της καρδιάς, ιδιαίτερα στους ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας. Σύμφωνα με τον επικεφαλής της μελέτης, Δρ. Φέργκους Ό’Κόνορ από το Πανεπιστήμιο Γκρίφιθ στο Κουίνσλαντ της Αυστραλίας, η ζέστη δημιουργεί επιπλέον απαιτήσεις στο καρδιαγγειακό σύστημα. Όταν το ανθρώπινο σώμα εκτίθεται στη ζέστη, η αντίδρασή του είναι να εργάζεται εντατικότερα προσπαθώντας να κυκλοφορήσει το αίμα προς την επιφάνεια του δέρματος για να επιτευχθεί ψύξη. Ωστόσο, όταν η καρδιά εργάζεται πιο σκληρά και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ειδικά στον ύπνο, αυτό προκαλεί στρες και περιορίζει την ικανότητα του οργανισμού μας να ανακάμψει από την έκθεση στη ζέστη της προηγούμενης ημέρας.
Οι επιστήμονες είχαν ως στόχο να κατανοήσουν πώς οι πραγματικές θερμοκρασίες του υπνοδωματίου επηρεάζουν τους ηλικιωμένους. Η ομάδα παρακολούθησε 47 ενήλικες που ζουν στο νοτιοανατολικό Κουίνσλαντ, με μέση ηλικία τα 72 έτη. Ενώ πολλές παρατηρήσεις ύπνου διεξάγονται σε ειδικές κλινικές, αυτή ήταν μια μελέτη «ελεύθερης διαβίωσης», που σημαίνει ότι οι συμμετέχοντες συνέχισαν τις κανονικές τους δραστηριότητες και το πρόγραμμα ύπνου τους. Οι επιστήμονες παρακολούθησαν τους εθελοντές καθ’ όλη τη διάρκεια ενός αυστραλιανού καλοκαιριού, από τον Δεκέμβριο έως τον Μάρτιο. Κάθε άτομο φορούσε έναν ιχνηλάτη φυσικής κατάστασης (fitness tracker) υψηλής τεχνολογίας για την παρακολούθηση του καρδιακού ρυθμού από τις 9 μ.μ. έως τις 7 π.μ.
Οι επιστήμονες εντόπισαν την κατάλληλη θερμοκρασία στο δωμάτιο για τον ύπνο
Στη συνέχεια, τοποθετήθηκαν αισθητήρες απευθείας στα υπνοδωμάτια των συμμετεχόντων για την καταγραφή των θερμοκρασιών, παρακολουθώντας συνολικά περισσότερες από 14.000 νυχτερινές ώρες ύπνου. Η θερμοκρασία στην οποία η καρδιά άρχισε να δείχνει σημάδια διαταραχής ήταν λίγο πάνω από τους 24 βαθμούς Κελσίου. Μεταξύ των 24 και 26 βαθμών Κελσίου, οι πιθανότητες για μια «κλινικά σχετική» πτώση στην καρδιακή ανάκαμψη αυξήθηκαν κατά 40%. Μεταξύ των 26 και 28 βαθμών Κελσίου οι πιθανότητες διπλασιάστηκαν, ενώ πάνω από τους 28 βαθμούς ο κίνδυνος ήταν σχεδόν τριπλάσιος σε σύγκριση με τα πιο δροσερά δωμάτια.
Ο Δρ. Ό’Κόνορ ανέφερε ότι για άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, η διατήρηση της θερμοκρασίας του υπνοδωματίου στους 24 βαθμούς Κελσίου κατά τη διάρκεια της νύχτας μείωσε την πιθανότητα εμφάνισης αυξημένων αποκρίσεων στρες κατά τον ύπνο. Παρόλο που η μελέτη δείχνει ισχυρή σύνδεση μεταξύ ζέστης και καρδιακού στρες, οι ερευνητές παραδέχθηκαν ότι ο παρατηρητικός σχεδιασμός της σημαίνει ότι δεν αποδεικνύει οριστικά πως η ζέστη είναι η μοναδική αιτία. Επίσης, καθώς η μελέτη επικεντρώθηκε μόνο σε ηλικιωμένους στην Αυστραλία, ενδέχεται να μην ισχύει για άλλους πληθυσμούς.
Επιπλέον, αν και οι φορητές συσκευές είναι προηγμένες, δεν είναι τόσο ακριβείς όσο τα ιατρικά ηλεκτροκαρδιογραφήματα που χρησιμοποιούνται σε κλινικά περιβάλλοντα. Ο Ό’Κόνορ τόνισε ένα κενό στις καθοδηγητικές οδηγίες, καθώς ενώ υπάρχουν συστάσεις για τη μέγιστη ημερήσια θερμοκρασία εσωτερικού χώρου, δεν υπάρχουν αντίστοιχες συστάσεις για τις νυχτερινές συνθήκες. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό BMC Medicine.
Πέρα από τον άμεσο κίνδυνο της θερμικής καταπόνησης, η επιστημονική κοινότητα επισημαίνει ότι η ποιότητα του περιβάλλοντος ύπνου είναι πολυπαραγοντική. Η καθαριότητα του αέρα στο υπνοδωμάτιο, για παράδειγμα, μπορεί να λειτουργήσει συνδυαστικά με τη θερμοκρασία. Όταν η ζέστη είναι αυξημένη, τα επίπεδα υγρασίας συχνά ανεβαίνουν, ευνοώντας την ανάπτυξη ακάρεων και τη συγκέντρωση αλλεργιογόνων. Αυτό επιβαρύνει το αναπνευστικό σύστημα, αναγκάζοντας την καρδιά να εργαστεί ακόμα πιο εντατικά για να οξυγονώσει το σώμα κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Διαβάστε επίσης
Επιπλέον, η έρευνα του Δρ. Ό’Κόνορ αναδεικνύει το φαινόμενο της «αστικής θερμικής νησίδας», όπου τα κτίρια στις πόλεις εγκλωβίζουν τη ζέστη της ημέρας και την απελευθερώνουν τη νύχτα. Για τους ηλικιωμένους που ζουν σε τέτοια περιβάλλοντα, η χρήση κλιματισμού ή ανεμιστήρων δεν είναι απλώς ζήτημα άνεσης, αλλά ιατρική ανάγκη. Οι ειδικοί προτείνουν τη χρήση υφασμάτων από φυσικά υλικά, όπως το βαμβάκι ή το λινό, τα οποία επιτρέπουν στο δέρμα να αναπνέει και βοηθούν στη διατήρηση μιας σταθερής θερμοκρασίας σώματος.
Τέλος, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η διαταραχή του κιρκάδιου ρυθμού λόγω της ζέστης επηρεάζει και την αρτηριακή πίεση. Σε φυσιολογικές συνθήκες, η πίεση πέφτει κατά τη διάρκεια του ύπνου για να ξεκουραστεί το καρδιαγγειακό σύστημα. Όταν όμως το δωμάτιο είναι θερμότερο από το επιτρεπτό όριο, αυτή η «νυχτερινή βουτιά» της πίεσης δεν συμβαίνει, γεγονός που μακροπρόθεσμα αυξάνει τον κίνδυνο εγκεφαλικών επεισοδίων και εμφραγμάτων. Η καλή κυκλοφορία του αέρα και η σωστή μόνωση του χώρου αποτελούν τις πρώτες γραμμές άμυνας για μια γερή καρδιά.






0 ΣΧΟΛΙΑ