ΑΡΧΙΚΗ LIFE ΥΓΕΙΑ

Τρώμε καρκίνο: Η πασίγνωστη τροφή που καταναλώνουμε συχνά και ευθύνεται για όγκο στον πνεύμονα!

Τρώμε καρκίνο: Η πασίγνωστη τροφή που καταναλώνουμε συχνά και ευθύνεται για όγκο στον πνεύμονα!
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Ο καρκίνος του πνεύμονα δεν είναι μια ασυνήθιστη μορφή της ασθένειας και, μάλιστα, οι διατροφικές μας συνήθειες μπορεί να παίξουν ρόλο στην εμφάνισή του.

Δεν είναι μυστικό ότι οι πιπεριές τσίλι είναι συνώνυμες με τις καυτερές, πικάντικες γεύσεις. Ωστόσο, πολλοί μπορεί να μην γνωρίζουν ότι εάν περιείχαν την ουσία καψαϊκίνη, οι πιπεριές τσίλι θα είχαν γεύση όπως οποιοδήποτε άλλο ήπιο λαχανικό.

Η καψαϊκίνη είναι υπεύθυνη για την εκρηκτική γεύση στις πιπεριές τσίλι. Τώρα, μια νέα μελέτη αναφέρει ότι η καψαϊκίνη μπορεί να είναι ευεργετική και για τους ασθενείς με μια ιδιαίτερα επιθετική μορφή καρκίνου του πνεύμονα, τη στιγμή που υπάρχουν νέα ακόμη και ύπαρξη εμβολίου.

Οι ερευνητές αναφέρουν ότι μια ανάλογη μη-καυτερή συνθετική ουσία, φτιαγμένη από καψαϊκίνη, επηρέασε τα καρκινικά κύτταρα του πνεύμονα με τρόπο που τα έκανε να ανταποκρίνονται περισσότερο στις υπάρχουσες θεραπείες. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί ο μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα είναι μια ιδιαίτερα επιθετική μορφή καρκίνου με χαμηλά ποσοστά επιβίωσης.

Συνήθως, οι γιατροί θεραπεύουν ασθενείς με μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα μικρών κυττάρων χρησιμοποιώντας συνδυασμένη χημειοθεραπεία με βάση την σισπλατίνη (cisplatin). Στην αρχή, αυτή η προσέγγιση συνήθως κάνει καλή δουλειά για τη θεραπεία του καρκίνου, αλλά οι όγκοι συχνά επανεμφανίζονται μέσα σε ένα χρόνο σε μια πιο ανθεκτική στη θεραπεία μορφή.

«Η ιρινοκετάνη (irinotecan) είναι το μοναδικό φάρμακο δεύτερης γραμμής που έχει εγκριθεί από την FDA για τον μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, αλλά λιγότερο από το 3% των ασθενών ανταποκρίνονται σε αυτό», λέει ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας δρ. Piyali Dasgupta, από το Πανεπιστήμιο Marshall. «Επομένως, παράγοντες που βελτιώνουν την αντικαρκινική δράση της ιρινοτεκάνης θα έχουν μεγάλη αξία για αυτούς τους ασθενείς».

Η καψαϊκίνη έχει αφήσει υποσχέσεις στην καταπολέμηση του καρκίνου στο παρελθόν, αλλά η πολύ καυτερή της διάσταση μπορεί να προκαλέσει ναυτία, πόνο στο στομάχι και αίσθηση καψίματος σε μερικούς ανθρώπους. Ωστόσο, αυτές οι παρενέργειες δεν θα αποτελέσουν πρόβλημα εδώ. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα συνθετικό ανάλογο καψαϊκίνης (ονομασία: arvanil, ή αρβανίλ) που δεν επιφέρει πεπτικές παρενέργειες όπως η γνήσια καψαϊκίνη.

Οι επιστήμονες δεν παρατήρησαν καμία δραστηριότητα που να αναστέλλει την καρκινική ανάπτυξη, όταν χρησιμοποίησαν μόνο το αρβανίλ ενάντια σε δύο ανθεκτικούς στην σισπλατίνη μικροκυτταρικούς καρκίνους του πνεύμονα. Ωστόσο, όταν πρόσθεσαν την ιρινοτεκάνη (SN38) στο μείγμα, ο συνδυασμός των δύο ουσιών αύξησε σημαντικά την επιβράδυνση της δραστηριότητας των καρκινικών κυττάρων. Το irinotecan και το arvanil φαίνεται να συνεργάζονται «συνεργικά», σύμφωνα με τους ερευνητές.

«Επειδή το arvanil ενίσχυσε την αντικαρκινική δραστηριότητα του SN38 σε ανθρώπινα καρκινικά κύτταρα μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα, οι συνδυασμένες θεραπείες με βάση το arvanil μπορεί να είναι χρήσιμες για ασθενείς με υποτροπιάζοντα μορφή του εν λόγω καρκίνου», καταλήγει ο Jamie Friedman, πρώην διδακτορικός φοιτητής στο εργαστήριο του δρ. Dasgupta. «Ελπίζουμε ότι αυτή η έρευνα θα ανοίξει το δρόμο για νέες θεραπείες για υποτροπιάζοντες και ανθεκτικούς στη σισπλατίνη μικροκυτταρικούς καρκίνους του πνεύμονα», κατέληξε.

Η επιστημονική ομάδα παρουσίασε τα ευρήματά της στο ετήσιο συνέδριο Experimental Biology, της Αμερικανικής Εταιρείας Ερευνητικής Παθολογίας, το οποίο διεξήχθη σε εικονικό περιβάλλον λόγω του κορωνοϊού.

Η σχέση καρκίνου και κορωνοϊού

Μία σημαντική μείωση στις νέες διαγνώσεις κακοηθειών είχε παρατηρηθεί από τις αρχές τις πανδημίας στις ΗΠΑ, από την 1η Μαρτίου 2020 έως τις 18 Απριλίου 2020, σε ποσοστό 46,4% για 6 συχνούς τύπους καρκίνου.

Αυτό είναι αναμενόμενο αν σκεφτεί κανείς ότι αρχικά οι οδηγίες ήταν να διατηρηθούν οι εφεδρείες του συστήματος υγείας, για να αντιμετωπιστούν τα πρώτα κρούσματα COVID-19. Έτσι διενεργήθηκε μία μελέτη που ανέλυσε αυτά τα δεδομένα έως το Μάρτιο του 2021.

Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Πάνος Μαλανδράκης, Γιάννης Ντάνασης και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τα δεδομένα της μελέτης που δημοσιεύτηκαν στο διεθνές περιοδικό JAMA.

Η μελέτη αυτή συμπεριέλαβε ασθενείς από τον Ιανουάριο του 2018 έως τον Μάρτιο 2021, που διαγνώσθηκαν με 8 διαφορετικές κακοήθειες: μαστό, παχέος εντέρου, πνεύμονα, τραχήλου της μήτρας, παγκρέατος, στομάχου, οισοφάγου ή προστάτη.

Η αξιολόγηση έγινε σε 4 χρονικές περιόδους: μία πριν την πανδημία (από τον Ιανουάριο του 2019 έως τον Φεβρουάριο του 2020), και μετά σε τρεις διαδοχικές εποχές της πανδημίας 1 (Μάρτιος έως Μάιος 2020), 2 (Ιούνιος έως Οκτώβριος του 2020), και 3 (Νοέμβριος 2020 έως και Μάρτιος του 2021).

Η μελέτη συμπεριέλαβε 799496 ασθενείς (45% γυναίκες), με μέση ηλικία τα 67,9 έτη. Συνολικά το 56,7% (453712 ασθενείς) διεγνώσθη στην περίοδο πριν την πανδημία, 8,5% στην πρώτη περίοδο (68246), 18,3% στην δεύτερη περίοδο (146518) και 16,4% (131020) στην τρίτη.

Πριν από την πανδημία, ο μέσος αριθμός των ασθενών ανά μήνα για νεοδιαγνωσθείσες κακοήθειες ήταν υψηλότερος για τον καρκίνο προστάτη (13214 ασθενείς), μαστού (9583), παχέος εντέρου (4101), πνεύμονα (3015), παγκρέατος (1177), τραχήλου της μήτρας (493), στομάχου (415) και οισοφάγου (409). Κατά την πρώτη περίοδο της πανδημίας ο μέσος μηνιαίος αριθμός των νέων διαγνώσεων έπεσε κατά 29,8% (από 32407 σε 22748) για τις 8 αυτές κακοήθειες.

Οι πτώσεις αυτές ήταν στατιστικά σημαντικές για όλες αυτές τις κακοήθειες, από 21,2% για το πάγκρεας (P=0.03), σε 36,1% για το μαστό (p=0.01). Κατά τη δεύτερη περίοδο της πανδημίας η πτώση των νέων διαγνώσεων ήταν στο 9,6%, στα ίδια όμως στατιστικά επίπεδα εκτός από τον καρκίνο του προστάτη όπου η μείωση ήταν στατιστικά σημαντική. Κατά την τρίτη περίοδο η πτώση στις νέες διαγνώσεις ήταν στο 19,1% ήταν σημαντικά λιγότερες σε σχέση με την περίοδο πριν την πανδημία.

Η μελέτη αυτή επισημαίνει μία στατιστικά σημαντική μείωση στις νέες διαγνώσεις κακοηθειών κατά την πρώτη και την τρίτη περίοδο της πανδημίας, χωρίς όμως να μπορούν να εκτιμηθούν οι συγχυτικοί παράγοντες της φυλής ή της δυνατότητας πρόσβασης σε σύστημα υγείας.

Ο αντίκτυπος της καθυστερημένης διάγνωσης μπορεί να είναι η εμφάνιση της νόσου σε πιο προχωρημένα στάδια, και πιθανά η χειρότερη κλινική πρόγνωση.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου