Τόλης Βοσκόπουλος: Η ζωή και η καριέρα του «Πρίγκιπα» του ελληνικού τραγουδιού

Υπάρχουν ερμηνευτές που σημειώνουν επιτυχίες, υπάρχουν δημιουργοί που αφήνουν το αποτύπωμά τους στην ιστορία και υπάρχει και ο Τόλης Βοσκόπουλος. Υπήρξε ένας πραγματικός σταρ, ο οποίος κατάφερνε να μετατρέπει κάθε εμφάνισή του σε ξεχωριστό γεγονός, κάθε τραγούδι του σε επιτυχία και κάθε ερμηνεία του σε μια μικρή θεατρική παράσταση. Δεν είναι τυχαίο ότι για πολλές δεκαετίες ο κόσμος τον αποκαλούσε «Πρίγκιπα» του ελληνικού τραγουδιού. Τον τίτλο αυτόν τον κατέκτησε με τη δική του αξία, μέσα από αμέτρητες βραδιές γεμάτες συγκίνηση, πάθος και θερμό χειροκρότημα.
Ποιος υπήρξε ο Τόλης Βοσκόπουλος πριν γίνει η νούμερο ένα φίρμα στην Ελλάδα
Ο Απόστολος Βοσκόπουλος γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου 1940 στην Κοκκινιά του Πειραιά. Ήταν το δωδέκατο παιδί μιας οικογένειας προσφύγων από τη Μικρά Ασία και το μοναδικό αγόρι, έχοντας έντεκα μεγαλύτερες αδελφές. Ο πατέρας του διατηρούσε μανάβικο και επιθυμούσε ο γιος του να συνεχίσει την οικογενειακή επιχείρηση. Εκείνος όμως από μικρή ηλικία είχε γοητευτεί από τον κόσμο του θεάτρου και είχε αποφασίσει ότι το μέλλον του βρισκόταν πάνω στη σκηνή.
Με την πάροδο των χρόνων εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο ακριβοπληρωμένους καλλιτέχνες της νυχτερινής διασκέδασης, με ιδιαίτερα υψηλές αμοιβές. Αποτέλεσε σύμβολο γοητείας και ένα από τα μεγαλύτερα είδωλα του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1970. Οι θαυμάστριές του τον λάτρευαν, εντυπωσιάζονταν από την παρουσία και το βλέμμα του, ενώ στις εμφανίσεις του δεν ήταν λίγες οι φορές που επικρατούσε πραγματική υστερία. Μάλιστα, ορισμένοι νεαροί προσπαθούσαν ακόμη και να τροποποιήσουν την οδοντοστοιχία τους, ώστε να μοιάζει με τη χαρακτηριστική εμφάνιση του τραγουδιστή. Τα περιοδικά της εποχής κατέγραφαν τεράστιες πωλήσεις κάθε φορά που τον φιλοξενούσαν στο εξώφυλλό τους, είτε λόγω της καλλιτεχνικής του πορείας είτε εξαιτίας της προσωπικής του ζωής.
Η δημοτικότητά του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε πλήθη θαυμαστών συγκεντρώνονταν έξω από κινηματογράφους και θέατρα όπου εμφανιζόταν. Για να αποφύγει τον συνωστισμό, πολλές φορές οδηγούσε την πράσινη Jaguar του μεταμφιεσμένος, φορώντας περούκα και ψεύτικο μουστάκι, ενώ συχνά είχε και τη συνοδεία της Αστυνομίας. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό στη Θεσσαλονίκη, όταν επισκέφθηκε μαζί με τον Στράτο Διονυσίου μια αίθουσα μπιλιάρδου και περισσότεροι από 17.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν αυθόρμητα έξω από το κατάστημα για να τον δουν, με αποτέλεσμα να χρειαστεί η επέμβαση της Αστυνομίας για να αποχωρήσει με ασφάλεια. Παρόμοια εικόνα επικρατούσε και στα νυχτερινά κέντρα όπου εμφανιζόταν, καθώς η ζήτηση για ένα τραπέζι ήταν τεράστια και η παρουσία του αποτελούσε πόλο έλξης για το κοινό.
Τα πρώτα βήματα του Τόλη και η εργατικότητα προς το όνειρο
Η αναγνώριση δεν ήρθε εύκολα. Ο Τόλης Βοσκόπουλος εργάστηκε σκληρά για να πραγματοποιήσει το όνειρό του. Μεγάλωσε στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και, παρότι δεν είχε ιδιαίτερη κλίση στα μαθήματα, ξεχώριζε για την αγάπη του προς την τέχνη. Ολοκλήρωσε το Γυμνάσιο στην Αίγυπτο, όπου είχε εγκατασταθεί μία από τις αδελφές του. Σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ετών γράφτηκε σε δραματική σχολή, συμμετείχε στο μπαλέτο του Γιάννη Φλερύ, έκανε μικρούς θεατρικούς ρόλους και έμαθε μόνος του να παίζει μπουζούκι. Στα είκοσί του παντρεύτηκε την ηθοποιό Στέλλα Στρατηγού. Τα πρώτα χρόνια της κοινής τους ζωής ήταν ιδιαίτερα δύσκολα οικονομικά, καθώς επιβίωναν με μεγάλες στερήσεις και με τη σύνταξη της μητέρας της. Η έντονη πίεση, οι κακουχίες και η έλλειψη σωστής διατροφής επηρέασαν σοβαρά την υγεία του, με αποτέλεσμα να νοσήσει από φυματίωση.
Την περίοδο που είχε αρχίσει να χάνει την ελπίδα για επαγγελματική καταξίωση, καθοριστική αποδείχθηκε η γνωριμία του με τη Δούκισσα. Η σχέση τους δεν περιορίστηκε μόνο στον προσωπικό τομέα, αλλά συνέβαλε σημαντικά και στην καλλιτεχνική του εξέλιξη, ανοίγοντάς του τον δρόμο για εμφανίσεις σε μουσικές σκηνές, ηχογραφήσεις και κινηματογραφικές παραγωγές. Μαζί πρωταγωνίστησαν στην ταινία “Καταραμένη ώρα”, ενώ ερμήνευσαν το τραγούδι “Έχω μια αρραβωνιάρα”, το οποίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία.
Η πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο πραγματοποιήθηκε το 1958 και λίγα χρόνια αργότερα έκανε τα πρώτα του βήματα και στη δισκογραφία. Η πραγματική απογείωση της καριέρας του ήρθε το 1968 με την ιστορική «Αγωνία», δημιουργία του Γιώργου Ζαμπέτα, που σημείωσε πρωτοφανείς πωλήσεις για την εποχή, ξεπερνώντας τα 300.000 αντίτυπα. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η πορεία του ήταν σταθερά ανοδική, καθιερώνοντάς τον ως έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.
Η γνωριμία που άλλαξε την πορεία της ζωής του
Παρότι η φωνή του δεν διέθετε το ιδιαίτερο βάθος άλλων μεγάλων λαϊκών ερμηνευτών, ο Βοσκόπουλος ξεχώριζε για τη μοναδική σκηνική του παρουσία, συνδυάζοντας υποκριτική και τραγούδι με τρόπο που γοήτευε το κοινό. Παράλληλα, δημιουργούσε και δικά του τραγούδια.
Η καθοριστική συνάντηση με τον Γιώργο Ζαμπέτα πραγματοποιήθηκε το 1967 στο θέατρο «Φλόριντα». Εκεί ο Ζαμπέτας είχε γράψει τη μουσική για την παράσταση «Πέντε πρόσωπα ζητούν μεροκάματο» και αρχικά προόριζε το τραγούδι «Μανούλα μου, μανίτσα μου, θα πάρω τη βαλίτσα μου» για τον Γιάννη Πουλόπουλο. Όταν όμως εκείνος αποχώρησε από την παράσταση, το τραγούδι δόθηκε στον 27χρονο τότε Τόλη Βοσκόπουλο. Η «Βαλίτσα» γνώρισε τεράστια επιτυχία και ο Ζαμπέτας, εντυπωσιασμένος από την ερμηνεία του, του εμπιστεύτηκε την επόμενη χρονιά την «Αγωνία», τραγούδι που τον καθιέρωσε οριστικά ως έναν από τους μεγαλύτερους αστέρες του ελληνικού τραγουδιού.
Η πορεία προς την κορυφή και ακόμα παραπάνω
Ο Τόλης Βοσκόπουλος δεν περιοριζόταν απλώς στο να τραγουδά. Κάθε εμφάνισή του αποτελούσε μια ολοκληρωμένη σκηνική εμπειρία. Μέσα από τις κινήσεις, τις εκφράσεις και τον τρόπο που επικοινωνούσε με το κοινό, έδινε θεατρική διάσταση στις ερμηνείες του. Έκφραζε έντονα τα συναισθήματά του, απευθυνόταν στους θεατές σαν να μιλούσε προσωπικά στον καθένα και δημιούργησε ένα ιδιαίτερο καλλιτεχνικό ύφος, το οποίο πολλοί προσπάθησαν να μιμηθούν χωρίς όμως να καταφέρουν να το αναπαράγουν.
Κατά τη διάρκεια της πορείας του συνεργάστηκε με κορυφαίους δημιουργούς της ελληνικής μουσικής, όπως ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Μίμης Πλέσσας, ο Άκης Πάνου, ο Θανάσης Πολυκανδριώτης, ο Μάριος Τόκας και ο Γιώργος Κατσαρός. Παράλληλα, ασχολήθηκε και ο ίδιος με τη σύνθεση μουσικής και τη συγγραφή στίχων, ενώ αρκετά τραγούδια του ερμηνεύτηκαν από σημαντικούς καλλιτέχνες της ελληνικής δισκογραφίας.
Η καλλιτεχνική του δραστηριότητα δεν περιορίστηκε μόνο στο τραγούδι. Διακρίθηκε και ως ηθοποιός, συμμετέχοντας σε θεατρικές παραστάσεις και κινηματογραφικές ταινίες που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Για τον ίδιο, η υποκριτική και το τραγούδι αποτελούσαν δύο αλληλένδετες μορφές έκφρασης, τις οποίες υπηρετούσε με την ίδια αφοσίωση.
Οι μεγάλοι έρωτες και οι γάμοι που τον σημάδεψαν
Η προσωπική ζωή του Τόλη Βοσκόπουλου απασχόλησε όσο λίγων Ελλήνων καλλιτεχνών. Οι σχέσεις, οι γάμοι και οι χωρισμοί του έγιναν πολλές φορές πρωτοσέλιδα και αποτέλεσαν αντικείμενο έντονου ενδιαφέροντος από τα μέσα ενημέρωσης.
Συνολικά παντρεύτηκε τέσσερις φορές. Πρώτη του σύζυγος ήταν η Στέλλα Στρατηγού. Ακολούθησε η πολυσυζητημένη σχέση του με τη Ζωή Λάσκαρη, ενώ στη συνέχεια παντρεύτηκε τη Μαρινέλλα. Αργότερα δημιούργησε οικογένεια με την Τζούλια Παπαδημητρίου, με την οποία απέκτησε την κόρη του Χαρά. Στη ζωή του υπήρξε επίσης η Μαριλού Πατρονικόλα, μια σχέση που συγκέντρωσε έντονο ενδιαφέρον εξαιτίας της κοινωνικής θέσης της οικογένειάς της. Το 1996 γνώρισε την Άντζελα Γκερέκου, την οποία παντρεύτηκε και μαζί απέκτησαν την κόρη τους, Μαρία. Οι δυο τους παρέμειναν ενωμένοι μέχρι το τέλος της ζωής του, αντιμετωπίζοντας από κοινού τις δυσκολίες που παρουσιάστηκαν.
Στα απομνημονεύματά της, η αδελφή του, Παναγιώτα Βοσκοπούλου, αναφέρεται στον μεγάλο έρωτα του τραγουδιστή με τη Ζωή Λάσκαρη, όταν εκείνος ήταν ακόμη παντρεμένος με τη Στέλλα Στρατηγού. Όπως χαρακτηριστικά γράφει: «Τη Λάσκαρη τη γνώρισε όταν έπαιζαν μαζί στο “Μαριχουάνα Στοπ”. Τότε τρελάθηκε ο άνθρωπος. Το παθαίνει αυτό οποιοσδήποτε όταν ερωτευτεί. Αυτό έπαθε όταν γνώρισε τη Ζωή. Και ξέχασε και σπίτι και δουλειά και συνεργάτες και τα πάντα και έφυγε μαζί της. Η Στέλλα η καημένη τότε που έφυγε με τη Δούκισσα, προσπάθησε, έτρεξε, τον «κυνήγησε» και τον κατάφερε να έρθει πίσω. Μα τώρα με τη Λάσκαρη δεν έκανε τίποτα, γιατί κατάλαβε πως ότι κι αν έκανε θα ήταν πια μάταιο. Φυσικά και φώναξε και έκλαψε και στενοχωρήθηκε. Μα όταν τελικά χώρισε, έκανε την ανάγκη φιλοτιμία και το ξεπέρασε. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει άλλωστε; Η ζωή συνεχίζεται και είναι τόσο ωραία. Ό,τι πέθανε, πάει πέθανε. Και ο έρωτας του Τόλιου για τη Στέλλα δεν υπάρχει, που θα πει πέθανε. Η Στέλλα το κατάλαβε και το κατάπιε και πια δεν είπε τίποτα άλλο”».
Ο θυελλώδης δεσμός με τη Ζωή Λάσκαρη
Η σχέση του με τη Ζωή Λάσκαρη διήρκεσε από το 1970 έως το 1973 και αποτέλεσε μία από τις πιο πολυσυζητημένες ιστορίες της ελληνικής showbiz. Η γνωριμία τους έγινε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας “Μαριχουάνα Στοπ” του Γιάννη Δαλιανίδη, ενώ λίγο αργότερα συνεργάστηκαν και στη θεατρική παράσταση “Εραστές του ονείρου”, γνωρίζοντας τεράστια επιτυχία τόσο στο θέατρο όσο και αργότερα στον κινηματογράφο.
Διαβάστε επίσης
Το ειδύλλιό τους απασχολούσε συνεχώς τα περιοδικά και τις εφημερίδες της εποχής. Χαρακτηριστική στιγμή της σχέσης τους υπήρξε η εμφάνιση του Βοσκόπουλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1972, όταν, ερμηνεύοντας τη σύνθεσή του «Ξανθή αγαπημένη Παναγιά», γονάτισε μπροστά στη Ζωή Λάσκαρη που βρισκόταν ανάμεσα στους θεατές. Η σχέση τους χαρακτηρίστηκε από έντονα συναισθήματα, αγάπη αλλά και μεγάλες δυσκολίες. Η αδελφή του τραγουδιστή περιγράφει εκείνη την περίοδο ως εξής: «καμιά γυναίκα του, εκτός από τη Στέλλα, δεν του έδειξε αυτή την αφοσίωση, αυτή την αγάπη. Τρία χρόνια με τη Λάσκαρη, λοιπόν, έρωτας και πάθος και έκσταση. Οι εραστές του ονείρου. Του ονείρου που τελείωσε και έσβησε τόσο γρήγορα. Αν εξαρτιόταν από αυτόν, αυτό το όνειρο θα μπορούσε να ήταν ατελείωτο και παντοτινό και πραγματικό. Μα αφού άλλα ονειρευόταν αυτός και άλλα μελέταγε εκείνη, το όνειρο πήρε τέλος.».






0 ΣΧΟΛΙΑ