Μιχάλης Κουινέλης: Τι ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ για τα παιδικά του χρόνια; – Γιατί ήταν το ΜΑΥΡΟ ΠΡΟΒΑΤΟ και πώς ξεκίνησε η σχέση του με το τραγούδι;

Ο τραγουδιστής μίλησε για τα παιδικά του χρόνια στην Αλεξανδρούπολη: «Νορμάλ οικογένεια κι ένας μεγαλύτερος αδελφός. Είχαμε τα προβλήματα που μπορεί να έχει μια αστική οικογένεια. Ήμουν μέτριος μαθητής, αλλά καλό παιδί. Ακόμη και σήμερα σταυροκοπιόμαστε οικογενειακώς για το πώς εγώ ασχολήθηκα με τη μουσική, καθώς δεν είχαμε κανέναν στο σπίτι που να γνώριζε μουσική. Επαναστάσεις και σκανταλιές έκανα στο σχολείο, σε αντίθεση με τον αδελφό μου, που ήταν τύπος και υπογραμμός. Έτρωγα πού και πού καμιά φάπα από τον πατέρα μου. Του φιλάω τα χέρια που μου έδωσε τις άγιες φάπες, γιατί με αφύπνισαν. Εκείνο που ενοχλούσε περισσότερο τους γονείς μου ήταν η αποστροφή μου για τη μάθηση. Κάθε φορά που περνούσε το τρίμηνο, οι γονείς μου για να πάρουν τους βαθμούς του αδελφού μου, πήγαιναν αγκαζέ και υπερήφανοι στους καθηγητές. Για εμένα μάλωναν ποιoς από τους δύο θα πάει, γιατί ντρέπονταν. Ήμουν το μαύρο πρόβατο, αλλά με αγαπούσαν»
Πώς μπήκε στη ζωή του το τραγούδι;
Κάπου καλά φυλαγμένο βρίσκεται ακόμη το μπλε τετράδιό του -ΔΙΕΘΝΕΣ γράφει απ’ έξω-, όπου «κοιμούνται» οι πρώτοι στίχοι, οι πρώτες του ρίμες. Ήταν 14 ετών, όταν έγραψε για πρώτη φορά και οι στίχοι του θυμάται ότι αφορούσαν τα κουνούπια. «Δεν τα έδειχνα σε κανέναν αυτά που έγραφα. Το τετράδιό μου το βλέπω καμιά φορά για να παίρνω ανάσες από το παρελθόν και να γελάω. Στα 17 μου κατέβηκα στην Αθήνα. Πήγα να συναντήσω τους Active Member στο Πέραμα. Με παρακίνησαν η ανήσυχη εφηβεία μου και η αγάπη μου για το hip hop. Γνωρίστηκα με τα άλλα παιδιά, δημιουργήσαμε το γκρουπ Βαβυλώνα, πήγα φαντάρος, αλλά συνέχισα να ασχολούμαι με το συγκρότημα. Ήταν σχολείο για μένα. Όταν αποφάσισα κάποια στιγμή να κάνω κάτι δικό μου, γεννήθηκαν οι Stavento. Εδώ και δέκα χρόνια, γουστάρω πολύ αυτό που κάνω, γεμίζει την ψυχή μου» εξομολογείται.
Τι λέει για την Αλεξανδρούπολη;
την όμορφη αυτή πόλη του βορρά, ο Μιχάλης Κουινέλης ζει, αναπνέει, γράφει μουσική στο στούντιό του. «Συναντάω και τους φίλους μου, πάμε σε ταβερνάκια, είμαστε “άρρωστοι” με το καλό ελληνικό κρασί, ψάχνουμε νέες ετικέτες, μιλάμε για γυναίκες, γυναίκες και γυναίκες. Αντροπαρέα κλασική. Δεν μιλάω με τους φίλους μου για μουσική, τηλεόραση και όλα αυτά. Ο ένας είναι υδραυλικός, ο άλλος τραπεζικός, ο τρίτος έχει μπαρ. Όταν βρισκόμαστε, είναι σαν να έχει σταματήσει ο χρόνος στο παρελθόν, στην εφηβεία μας. Μαγειρεύω κιόλας. Βάζω ό,τι να ‘ναι στην κατσαρόλα και μπορεί να πετύχει. Διαβάζω συνταγές και φωνάζω φίλους για να τις δοκιμάσουμε».






0 ΣΧΟΛΙΑ