ΑΡΧΙΚΗ VIDEO

Τόσο χάλια ήταν το S.A.G.A.P.O.; Γιατί γελοιοποίησαν τον Μιχάλη Ρακιντζή;

Τόσο χάλια ήταν το S.A.G.A.P.O.;  Γιατί γελοιοποίησαν τον Μιχάλη Ρακιντζή;
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Υπάρχουν στιγμές στην ελληνική τηλεοπτική και μουσική ιστορία που σημαδεύονται από έναν ανηλεή, συλλογικό παροξυσμό. Υπάρχουν στιγμές που η εγχώρια showbiz και το κοινό βρίσκουν έναν «βολικό» στόχο, έναν καλλιτέχνη που τολμά να διαφοροποιηθεί, και αποφασίζουν να τον κάνουν βορά στις ορέξεις της σάτιρας και του κιτρινισμού. Ένα χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτού του φαινομένου δεν είναι άλλο από το 2002 και τη συμμετοχή του Μιχάλη Ρακιτζή στη Eurovision με το θρυλικό, πολυδιαφημισμένο και παρεξηγημένο «S.A.G.A.P.O.».

Εμφανιζόμενος στη σκηνή της Εσθονίας φορώντας μαύρες πανοπλίες και στρατιωτικού τύπου στολές μαζί με την μπάντα του, ο γνωστός τραγουδοποιός κατέληξε στη 17η θέση. Αυτό όμως που ακολούθησε στην Ελλάδα δεν ήταν απλώς μια απογοήτευση για τη χαμηλή βαθμολογία, αλλά ένας άνευ προηγουμένου, ισοπεδωτικός πόλεμος ειρωνείας, χλευασμού και απαξίωσης. Το τραγούδι αντιμετωπίστηκε σχεδόν σαν εθνική ντροπή, ενώ ο δημιουργός του βρέθηκε στο επίκεντρο μιας τοξικής επίθεσης.

Μιλάμε όμως για έναν καλλιτέχνη που είχε ήδη γράψει με χρυσά γράμματα τη δική του ιστορία στην ελληνική ποπ μουσική. Ήταν όντως τόσο κακή εκείνη η εμφάνιση, ή μήπως η Ελλάδα βρήκε στο πρόσωπο του Ρακιντζή έναν εύκολο στόχο για να ξεσπάσει; Ας γυρίσουμε τον χρόνο πίσω για να εξετάσουμε την άλλη πλευρά αυτού του νομίσματος.

Από τη μηχανολογία στη δόξα και τη συνεργασία με τους Deep Purple

Για να καταλάβουμε πραγματικά τι συνέβη στον Μιχάλη Ρακιντζή εκείνη τη χρονιά, πρέπει να κοιτάξουμε την πορεία του πολύ πριν φτάσει στη σκηνής της Eurovision. Η μουσική του διαδρομή ξεκινάει από τα νεανικά του χρόνια, όταν φεύγει στην Αγγλία για να σπουδάσει μηχανολόγος μηχανικός. Ωστόσο, η μεγάλη του αγάπη, η μουσική, τον κερδίζει ολοκληρωτικά.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’80, δημιουργεί τους Scrap Town, ένα ροκ-ποπ συγκρότημα που καταφέρνει να γνωρίσει επιτυχία ακόμη και εκτός των ελληνικών συνόρων. Όταν το συγκρότημα διαλύεται, ο Ρακιντζής αποφασίζει να τραβήξει τον δικό του, μοναχικό δρόμο. Πηγαίνει στη δισκογραφική εταιρεία «Μίνως» και, όπως έχει διηγηθεί ο ίδιος σε συνεντεύξεις του, υπογράφει συμβόλαιο την ίδια κιόλας μέρα.

Το 1987 κυκλοφορεί ο εμβληματικός δίσκος «Μωρό μου φάλτσο», ο οποίος ταράζει τα νερά της εγχώριας μουσικής σκηνής. Ακολουθούν δεκάδες τεράστιες επιτυχίες, χρυσοί και πλατινένιοι δίσκοι, sold-out συναυλίες και μια ανεπανάληπτη, διεθνούς εμβέλειας συνεργασία με τον θρυλικό Ian Gillan των Deep Purple. Ο Μιχάλης Ρακιντζής δεν ήταν ποτέ ένας τυχαίος περαστικός από τη μουσική βιομηχανία· ήταν ένας από τους πιο παραγωγικούς, αγαπημένους και χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της ελληνικής ποπ. Και το 2002, πήρε μια τολμηρή απόφαση που έμελλε να προκαλέσει θύελλα συζητήσεων.

Ρακιντζής Eurovision

Ο εθνικός τελικός και η προμηνύεση της θύελλας

Φεβρουάριος του 2002. Η Ελλάδα βρίσκεται ακόμα στον απόηχο και τον ενθουσιασμό της φανταστικής τρίτης θέσης που είχαν κατακτήσει οι Antique (με την Έλενα Παπαρίζου) την προηγούμενη χρονιά. Στο Θέατρο «Αθηνά», δέκα διαφορετικά τραγούδια διεκδικούν το πολυπόθητο εισιτήριο για τον ευρωπαϊκό διαγωνισμό της Eurovision. Ανάμεσα στους υποψηφίους βρίσκονται σπουδαία ονόματα, όπως η Πέγκη Ζίνα, ο Κώστας Μπίγαλης και φυσικά ο Μιχάλης Ρακιτζής, ο οποίος παρουσιάζει ένα εντελώς διαφορετικό, ηλεκτρονικό και ανατρεπτικό κομμάτι, το «S.A.G.A.P.O.».

Όταν η ψηφοφορία ολοκληρώνεται, ο Ρακιντζής αναδεικνύεται νικητής, κερδίζοντας την πρώτη θέση τόσο στην προτίμηση της κριτικής επιτροπής όσο και στην ψήφο του κοινού. Αντί όμως η χώρα να συσπειρωθεί πίσω από τον εκπρόσωπό της, ξεσπάει ένας πραγματικός τηλεοπτικός πόλεμος.

Ακούγονται έντονες καταγγελίες για αδιαφάνεια στην ψηφοφορία, κατηγορίες ότι η ερμηνεία ήταν playback με τη σύμφωνη γνώμη της επιτροπής, ενώ τα τηλεοπτικά πάνελ παίρνουν «φωτιά». Οι διαφωνίες και η γκρίνια μεταφέρονται καθημερινά στα δελτία ειδήσεων και τα ψυχαγωγικά μαγκαζίνο. Το κλίμα γίνεται τόσο εκρηκτικό και τοξικό, που ο ίδιος ο Ρακνιτζής δηλώνει ανοιχτά διατεθειμένος ακόμα και να αποσυρθεί. Τελικά, παραμένει στη θέση του, αλλά πριν καν πατήσει το πόδι του στη σκηνή της Εσθονίας, έχει ήδη βρεθεί στο στόχαστρο μιας αδυσώπητης πολεμικής.

Ο Ian Gillan και ο Μιχάλης Ρακιντζής

Η βραδιά της Eurovision και ο εφιάλτης του ήχου

Φτάνουμε στις 25 Μαΐου 2002. Ο διαγωνισμός φιλοξενείται στο Τάλιν της Εσθονίας. Εκατομμύρια τηλεθεατές σε ολόκληρη την Ευρώπη παρακολουθούν το σόου, και τέταρτος στη σειρά εμφανίζεται στη σκηνή ο Μιχάλης Ρακιντζής. Δίπλα του, τέσσερις μουσικοί, όλοι ντυμένοι με τις ιδιότυπες, μαύρες στρατιωτικού τύπου στολές που είχε σχεδιάσει ο ίδιος ο καλλιτέχνης.

Η οπτική και μουσική προσέγγιση είναι πρωτόγνωρη, τολμηρή και εντελώς εκτός των συνηθισμένων eurovision standards. Ωστόσο, πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας, κάτι πηγαίνει σοβαρά στραβά. Ο Ρακιντζής θα καταγγείλει αργότερα σοβαρότατα προβλήματα στον ήχο και στην ακουστική της σκηνής, υποστηρίζοντας ότι οι συνθήκες ήταν τόσο τραγικές που σκέφτηκε ακόμα και να παρατήσει το μικρόφωνο και να φύγει.

Όπως χαρακτηριστικά περιέγραψε αργότερα για το μπάχαλο στον ήχο: «Εγώ άκουγα τον κιθαρίστα, ο κιθαρίστας άκουγε τον μπασίστα, ο μπασίστας άκουγε τα ντραμς…». Η κατάσταση αυτή αποτυπώθηκε φυσικά στην τελική απόδοση. Η Ελλάδα συγκεντρώνει μόλις 27 βαθμούς (τους 12 παραδοσιακά από την Κύπρο) και τερματίζει στη 17η θέση ανάμεσα σε 24 χώρες.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η εμφάνιση «τιμωρείται» και με το περιβόητο, ειρωνικό βραβείο Barbara Dex, το οποίο απονέμεται κάθε χρόνο στον καλλιτέχνη με το χειρότερο ντύσιμο της χρονιάς. Ο Μιχάλης Ρακιντζής επιστρέφει στην Ελλάδα και εκεί τον περιμένει μια κοινωνική και μιντιακή καταιγίδα πολύ χειρότερη από την ίδια την αγωνιστική αποτυχία.

Το «σύνδρομο» του εύκολου στόχου και η δικαίωση του χρόνου

Η επιστροφή στην Αθήνα συνοδεύεται από μια θυελλώδη συνέντευξη Τύπου. Οι ερωτήσεις των δημοσιογράφων είναι αιχμηρές, ειρωνικές και επιθετικές. Ο Ρακιτζής, εκνευρισμένος από το κλίμα κανιβαλισμού, αποχωρεί από την αίθουσα, γεγονός που δίνει νέα τροφή στα ΜΜΕ για να τον παρουσιάσουν ως «αλαζόνα» που δεν αντέχει την κριτική.

Ωστόσο, όπως αποδεικνύει η ιστορία, ο χρόνος είναι ο καλύτερος κριτής. Τα χρόνια πέρασαν και η αντίληψη του κοινού για εκείνη τη συμμετοχή άρχισε σταδιακά να αντιστρέφεται. Το «S.A.G.A.P.O.», αντί να ξεχαστεί στα αζήτητα της λήθης, μετατράπηκε σε ένα από τα πιο αγαπημένα, καλτ και ξεσηκωτικά κομμάτια που ακούγονται με μανία στις live συναυλίες του καλλιτέχνη, με το κοινό να το τραγουδάει σύνθημα.

Ακόμη και πρόσωπα-κλειδιά εκείνης της εποχής, όπως η εμβληματική παρουσιάστρια της Eurovision Δάφνη Μπόκοτα, παραδέχθηκαν αργότερα ότι στον Μιχάλη Ρακιτζή φέρθηκαν άδικα και σκληρά. Ο ίδιος, κοιτώντας πίσω με ψυχραιμία, έχει δηλώσει πως δεν κουβαλάει εκείνη τη βραδιά σαν ανοιχτή πληγή.

Κοιτάζοντας τη μεγάλη εικόνα, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: Ήταν τελικά η εμφάνιση του 2002 τόσο τραγική, ή μήπως η ελληνική κοινωνία και τα media είχαν ανάγκη από έναν αποδιοπομπαίο τράγο; Ο Μιχάλης Ρακιτζής τόσες δεκαετίες τώρα συνεχίζει να πορεύεται με το κεφάλι ψηλά, αποδεικνύοντας ότι η αξία ενός καλλιτέχνη δεν κρίνεται σε μια τρίλεπτη τηλεοπτική βραδιά, αλλά στη διάρκεια και στην αγάπη του κόσμου που μένει αναλλοίωτη στον χρόνο.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου