Πολύδωρος Σωπασής: Από τα βουνά του Μυλοποτάμου στους δρόμους της Νέα Υόρκης και γκάνγκστερ στο Μανχάταν

Στους πρόποδες του Ψιλορείτη, στην ορεινή περιοχή Ξιδάς ανάμεσα στα Λιβάδια και το όρος, η ζωή τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 καθοριζόταν από την τραχύτητα του τοπίου και τη σκληρή καθημερινότητα. Εκεί μεγάλωσε ο Πολύδωρος Σωπασής, σε ένα περιβάλλον όπου τα παιδιά διαπαιδαγωγούνταν από μικρή ηλικία μέσα στη φτώχεια, τη στέρηση και τη βοσκή των προβάτων.
Η καθημερινή τριβή με τα βουνά, τα ζώα, το άρμεγμα και τη τυροκομία, καθώς και η εξοικείωση με τα όπλα ήδη από την ηλικία των 14 ετών, διαμόρφωσαν έναν χαρακτήρα ανεξάρτητο, σκληραγωγημένο και χωρίς το αίσθημα του φόβου. Όπως ο ίδιος περιγράφει, η ζωή των νέων της εποχής εκείνης στα ορεινά χωριά έμοιαζε με αυτή των «αγριμιών», καθώς η έλλειψη μόρφωσης και η μιζέρια ώθησαν πολλούς να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη μακριά από τον τόπο τους.
Αυτή είναι η ιστορία του Πολύδωρου Σωπασή
Σε ηλικία 16 ετών, ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής, έφυγε από την Κρήτη ως ναυτικός και μετανάστευσε στη Νέα Υόρκη, όπου ζούσε ήδη ο αδελφός του. Αρχικά προσπάθησε να εργαστεί νόμιμα, περνώντας από διάφορες δουλειές σε εστιατόρια, πιτσαρίες αλλά και στον κατασκευαστικό τομέα δίπλα στον αδελφό του, ο οποίος διατηρούσε κατασκευαστική εταιρεία και έφτιαχνε βίλες και σπίτια. Ωστόσο, η επιθυμία του για ανεξαρτησία και η τάση του να ξεφεύγει από την οικογενειακή επιτήρηση τον οδήγησαν γρήγορα να απομακρυνθεί από τον αδελφό του, να μένει μόνος του και να επιστρέψει στις δουλειές της νύχτας και της εστίασης. Χωρίς επίσημα έγγραφα παραμονής και κινούμενος σε μια χαοτική μεγαλούπολη, ήρθε σε επαφή με παραβατικά στοιχεία στους δρόμους.
Η είσοδός του στον κόσμο της παρανομίας υπήρξε άμεση και δική του αποκλειστικά πρωτοβουλία, όπως ο ίδιος παραδέχεται, καθώς θεωρούσε τον εαυτό του «κουζουλό» και αφοβητο εκείνη την περίοδο. Συνεργαζόμενος με Πορτορικανούς, Μεξικανούς αλλά και Ιταλούς, ξεκίνησε να σχεδιάζει και να εκτελεί ένοπλες ληστείες. Τα όπλα στη Νέα Υόρκη εκείνη την εποχή ήταν εξαιρετικά εύκολο να βρεθούν απευθείας στο δρόμο.
Στην πρώτη μεγάλη ληστεία σε τράπεζα, η τριμελής ομάδα του εισέβαλε οπλισμένη φωνάζοντας «Everybody go down, it’s a robbery» και απέσπασε ένα τεράστιο για την εποχή χρηματικό ποσό, το οποίο αντιστοιχούσε σε περίπου 40 εκατομμύρια δραχμές κατά τη δεκαετία του ’70. Παρά τα μεγάλα κέρδη, η έλλειψη σύνεσης και η νεανική απερισκεψία οδηγούσαν στη γρήγορη σπατάλη των χρημάτων σε διασκεδάσεις, με αποτέλεσμα την άμεση επανάληψη των χτυπημάτων, καθώς όπως ανέφερε «δεν μας έφταναν και θέλαμε κι άλλα».
Η εγκληματική αυτή δράση συνεχίστηκε με σειρά ληστειών και συνοδεύτηκε από βίαια περιστατικά. Κατά τη διάρκεια μιας ληστείας σε σούπερ μάρκετ, ένας έγχρωμος φύλακας προέλαβε να κλειδώσει την πόρτα και κοιτούσε έξω από το τζάμι. Ο Πολύδωρος Σωπασής, όντας νεαρός και παρορμητικός, πυροβόλησε προς το μέρος του, με αποτέλεσμα τα θραύσματα και η σφαίρα να τραυματίσουν τον φύλακα στο κεφάλι και να χάσει το φως του από το ένα μάτι. Στη συνέχεια έσπασαν τη τζαμαρία και μπήκαν μέσα, αν και η λεία ήταν ελάχιστη (ούτε 500 χιλιάδες δραχμές). Το περιστατικό αυτό αποτέλεσε σημείο καμπής για το οποίο εξέφρασε εκ των υστέρων βαθιά μεταμέλεια.
Παράλληλα, η εμπλοκή του με την ιταλική μαφία προέκυψε όταν συνελήφθη από τις αρχές μεταναστεύσεως (Immigration) για να απελαθεί στην Ελλάδα. Για να αποφύγει την απέλαση, ζήτησε βοήθεια από τον ομογενή εργοδότη του, ο οποίος είχε διασυνδέσεις με Ιταλούς μαφιόζους. Οι Ιταλοί πλήρωσαν την εγγύηση για να βγει, αλλά με τον όρο να τους καταβάλλει εβδομαδιαίο τόκο. Όταν η εξόφληση έγινε δύσκολη, του πρότειναν να «πατσίσουν» το χρέος εκτελώντας συμβόλαια για λογαριασμό τους. Έτσι, ο Σωπασής ανέλαβε επικίνδυνες αποστολές στο Μανχάταν, όπως το να γαζώσει ένα μαγαζί με όπλο τύπου Uzi για λόγους εκφοβισμού, μπαίνοντας για τα καλά στα γρανάζια της ιταλικής μαφίας.
Η φυλάκιση και η απέλαση στην Ελλάδα
Η νομοτελειακή κατάληξη αυτής της πορείας ήταν η σύλληψη και η καταδίκη του. Κατηγορήθηκε για δύο απόπειρες ανθρωποκτονίας (η μία εκ των οποίων υποστηρίζει ότι του φορτώθηκε ψευδώς από έναν ασφαλίτη) και για πάνω από 10-12 ληστείες. Ο Πολύδωρος Σωπασής οδηγήθηκε στις αμερικανικές φυλακές σε ηλικία μόλις 17 ετών, ξεκινώντας από το διαβόητο Rikers Island στο Κουίνς, και εξέτισε συνολικά 9 χρόνια ποινής, εκ των οποίων τα 6 χρόνια τα πέρασε στην απομόνωση. Οι συνθήκες κράτησης σε σωφρονιστικά ιδρύματα όπως το Clinton ή το Rikers Island ήταν εξαιρετικά σκληρές, με την καθημερινότητα να χαρακτηρίζεται από τη δράση πολυάριθμων συμμοριών (Πορτορικανοί, Κινέζοι, Μουσουλμάνοι), συνεχείς μαχαιρώματα και θανάτους από υπερβολική δόση ναρκωτικών.
Για να επιβιώσει σε αυτό το περιβάλλον, υποχρεώθηκε να ακολουθήσει τους άγραφους κανόνες των κρατουμένων. Ήδη από τις πρώτες μέρες χρειάστηκε να επιτεθεί με ξυράφι σε άλλον κρατούμενο που επιχείρησε να του αποσπάσει τα αθλητικά του παπούτσια, κερδίζοντας έτσι τον σεβασμό και τη φήμη του σκληρού που «δεν μασάει». Σε άλλη περίπτωση, μετά από συμπλοκή στο προαύλιο όπου δέχθηκε χτύπημα με καδρόνι στο πόδι, οδηγήθηκε ξανά στην απομόνωση για 14 μήνες συνεχόμενα. Εκεί, κλεισμένος 24 ώρες το 24ωρο σε ένα μικρό κελί, εκτελούσε καθημερινά εκατοντάδες κάμψεις για να μην χάσει τα λογικά του. Παρά τη χρήση ναρκωτικών που μάστιζε τη φυλακή και τον σοκαριστικό θάνατο ενός Ιταλού φίλου του από ηρωίνη ακριβώς στο διπλανό κελί, ο ίδιος δεν άγγιξε ποτέ ναρκωτικές ουσίες.
Μετά την αποφυλάκισή του και την απέλασή του στην Ελλάδα με συνοδεία, η επιστροφή δεν συνεπάγεται άμεση αλλαγή τρόπου ζωής. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας ενεπλάκη εκ νέου σε παράνομες δραστηριότητες, όταν συνελήφθη στο λιμάνι του Ηρακλείου με παράνομο οπλισμό και χειροβομβίδες που είχε αγοράσει, με αποτέλεσμα την εκτίση επιπλέον ποινής ενός έτους σε στρατιωτικές φυλακές. Στα χρόνια που ακολούθησαν στην Ελλάδα, η εμπλοκή του σε νυχτερινά μαγαζιά, στριπτιζάδικα, παράνομες λέσχες και νέα επεισόδια οδήγησε σε νέες δικαστικές περιπέτειες και συνολικά 16 χρόνια φυλάκισης σε ιδρύματα της χώρας, όπως ο Κορυδαλλός, τα Τρίκαλα και οι φυλακές της Κρήτης.
Διαβάστε επίσης
Μετανοημένος πλέον για τις επιλογές του, ο Πολύδωρος Σωπασής κατέγραψε τις εμπειρίες του στο αυτοβιογραφικό βιβλίο «Ο νόμος των παρανόμων», το οποίο σημείωσε τρεις εκδόσεις. Στόχος της συγγραφής υπήρξε η παράθεση των συνεπειών της παρανομίας ως προειδοποίηση προς τη νεολαία, τονίζοντας ότι ο δρόμος αυτός οδηγεί αποκλειστικά στην καταστροφή, την απώλεια της ελευθερίας και τον πλουτισμό των δικηγόρων. Σήμερα, σε ηλικία 70 ετών, ζει στην Κρήτη ασχολούμενος με τον τουρισμό στο Μπαλί, έχοντας αφήσει πίσω του το ταραχώδες παρελθόν και αναζητώντας την ηρεμία δίπλα στα πέντε εγγόνια του.






0 ΣΧΟΛΙΑ