Εμβόλιο-ορόσημο μειώνει σχεδόν στο μισό την επανεμφάνιση θανατηφόρου καρκίνου του δέρματος

Ασθενείς με θανατηφόρο καρκίνο του δέρματος ενδέχεται σύντομα να επωφεληθούν από ένα επαναστατικό εμβόλιο, το οποίο έχει δείξει ότι μειώνει σχεδόν στο μισό τον κίνδυνο επανεμφάνισης της νόσου. Το μελάνωμα είναι ένας από τους πιο επιθετικούς και θανατηφόρους τύπους καρκίνου του δέρματος, επηρεάζοντας περίπου 21.000 ανθρώπους κάθε χρόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Συνήθως, περίπου το 40% των ασθενών επιβιώνουν για πέντε χρόνια όταν ο καρκίνος έχει εξαπλωθεί σε γειτονικούς λεμφαδένες και σε απομακρυσμένα όργανα, όπως οι πνεύμονες, το ήπαρ ή ο εγκέφαλος.
Το εμβόλιο με την ονομασία intismeran βοηθά το ανοσοποιητικό σύστημα να αναγνωρίζει τα καρκινικά κύτταρα και να ανταποκρίνεται καλύτερα στις συνήθεις θεραπείες ανοσοθεραπείας. Τα αποτελέσματα κλινικής δοκιμής έδειξαν ότι η προσθήκη του εμβολίου στη θεραπεία μειώνει τον κίνδυνο υποτροπής ή θανάτου κατά 49%.
Ειδικοί στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας στο Σικάγο, όπου παρουσιάστηκαν τα ευρήματα, χαρακτήρισαν τα αποτελέσματα «ενθαρρυντικά», επισημαίνοντας ότι τα εμβόλια mRNA θα μπορούσαν να συμβάλουν στη θεραπεία και άλλων δύσκολων μορφών καρκίνου, όπως του πνεύμονα, του μαστού και της ουροδόχου κύστης Η κλινική δοκιμή, υπό την καθοδήγηση επιστημόνων του NYU Langone Health, περιέλαβε 157 ασθενείς που, μετά από χειρουργική αφαίρεση του όγκου, κατανεμήθηκαν τυχαία ώστε να λάβουν είτε τον συνδυασμό εμβολίου και ανοσοθεραπείας (pembrolizumab), είτε μόνο την ανοσοθεραπεία.
Μετά από πέντε χρόνια παρακολούθησης, το 69% των ασθενών που έλαβαν τη συνδυαστική θεραπεία παρέμεναν χωρίς καρκίνο, έναντι 49% στην ομάδα που έλαβε τη συνήθη αγωγή. Παράλληλα, η προσθήκη του εμβολίου μείωσε κατά 59% τον κίνδυνο μετάστασης σε άλλα σημεία του σώματος, όπου η νόσος είναι πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί. Συνολικά, η χορήγηση του intismeran μείωσε κατά 49% τον κίνδυνο επανεμφάνισης του καρκίνου ή θανάτου. Η επικεφαλής της μελέτης, δρ. Τζάνις Μένερτ, δήλωσε ότι τα ευρήματα προσφέρουν ισχυρές ενδείξεις πως το εμβόλιο, σε συνδυασμό με την καθιερωμένη θεραπεία, μπορεί να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο υποτροπής και να βελτιώσει τα κλινικά αποτελέσματα.
Τι αναφέρουν οι επιστήμονες
Πρόσθεσε επίσης ότι τα δεδομένα αποτελούν ενθάρρυνση για την επιστημονική κοινότητα, καθώς τέτοιου τύπου εμβόλια mRNA ενδέχεται να λειτουργήσουν αποτελεσματικά και σε άλλους καρκίνους με υψηλό μεταλλακτικό φορτίο, οι οποίοι μέχρι σήμερα είναι δύσκολο να αντιμετωπιστούν. Η συνδυασμένη θεραπεία στοχεύει στον καρκίνο με δύο διαφορετικούς αλλά συμπληρωματικούς τρόπους: εκπαιδεύει τα Τ-λεμφοκύτταρα του ανοσοποιητικού να αναγνωρίζουν συγκεκριμένες μεταλλάξεις και ταυτόχρονα ενισχύει τη δράση τους απέναντι στα καρκινικά κύτταρα. Οι ανοσοθεραπείες έχουν πλέον καθιερωθεί ως βασική επιλογή για το μελάνωμα, ωστόσο δεν είναι αποτελεσματικές για όλους τους ασθενείς, καθώς τα καρκινικά κύτταρα μπορούν να αναπτύξουν αντοχή.
Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές εξετάζουν τον συνδυασμό τους με εμβόλια.
Επειδή οι ασθενείς της μελέτης είχαν ήδη υποβληθεί σε αφαίρεση όγκων, οι επιστήμονες μπόρεσαν να αναλύσουν τα καρκινικά κύτταρα και να εντοπίσουν μεταλλαγμένες πρωτεΐνες μοναδικές για κάθε περίπτωση, δημιουργώντας έτσι εξατομικευμένο εμβόλιο για κάθε ασθενή. Μια ευρύτερη φάση 3 πολυκεντρικής κλινικής δοκιμής βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, με στόχο να διαπιστωθεί αν το εμβόλιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως θεραπεία πρώτης γραμμής πριν από τη χειρουργική επέμβαση, ώστε να μειωθεί το μέγεθος των όγκων και να ενισχυθεί η ανοσολογική απόκριση.Παράλληλα, το εμβόλιο δοκιμάζεται και σε άλλους καρκίνους, όπως ο καρκίνος του πνεύμονα, για την πρόληψη υποτροπής. Σε αντίθεση με πολλές αντικαρκινικές θεραπείες, το intismeran χορηγείται με ένεση σε λεμφαδένα στη μασχάλη ή στη βουβωνική χώρα, αντί για ενδοφλέβια έγχυση, καθιστώντας τη διαδικασία πιο γρήγορη και πιο εύκολη για τους ασθενείς.
Οι περισσότερες παρενέργειες της θεραπείας, που χορηγείται κάθε τρεις εβδομάδες, κρίθηκαν διαχειρίσιμες. Ειδικοί του Cancer Research UK χαιρέτισαν τα αποτελέσματα, σημειώνοντας ότι η θεραπεία θα μπορούσε να προσφέρει πολύτιμο χρόνο ζωής σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. Η δρ. Κάθριν Έλιοτ, διευθύντρια έρευνας του οργανισμού, ανέφερε ότι τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά και ιδιαίτερα σημαντικά για ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο υποτροπής, ωστόσο τόνισε πως πρόκειται ακόμη για αρχικό στάδιο μελέτης και απαιτούνται μεγαλύτερες κλινικές δοκιμές για την επιβεβαίωση των ευρημάτων. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, για πρώτη φορά τα κρούσματα έχουν ξεπεράσει τις 20.000 ετησίως, με εκτιμήσεις ότι περίπου 18.000 από αυτά θα μπορούσαν να έχουν προληφθεί. Την ίδια ώρα, τα περιστατικά μελανώματος στο Ηνωμένο Βασίλειο καταγράφουν ιστορικό υψηλό, με τις ετήσιες διαγνώσεις να αναμένεται να ξεπεράσουν τις 26.500 έως το 2040. Το μελάνωμα προκαλείται κυρίως από την υπερβολική έκθεση στην υπεριώδη (UV) ακτινοβολία, είτε από τον ήλιο είτε από σολάριουμ, η οποία προκαλεί βλάβες στο DNA του δέρματος.






0 ΣΧΟΛΙΑ