Τι μπορεί να συμβεί στη ζωή σου όταν οι γονείς σε αγαπάνε λιγότερο από τα αδέλφια σου;

Η οικογένεια θεωρείται, τουλάχιστον στη θεωρία, ο χώρος της άνευ όρων αποδοχής. Ωστόσο, για πολλά παιδιά η εμπειρία της ανατροφής συνοδεύεται από ένα σιωπηλό, αλλά βαθύ τραύμα: την αίσθηση ότι αγαπήθηκαν λιγότερο από τα αδέλφια τους. Ένα ζήτημα που σπάνια συζητείται ανοιχτά, αλλά όπως δείχνουν οι έρευνες, αφήνει αποτύπωμα που μπορεί να διαρκέσει μια ολόκληρη ζωή.
Το παράδειγμα και οι επιπτώσεις του στην ψυχική υγεία
Σύμφωνα με ρεπορτάζ που παρουσιάζει η «Καθημερινή», από τους New York Times, η Κάρα μεγάλωσε πιστεύοντας ότι οι διαφορές στη συμπεριφορά των γονιών της απέναντι στα παιδιά τους ήταν προσωρινές ή πρακτικές. Τα μικρότερα αδέλφια της λάμβαναν περισσότερη προσοχή, περισσότερες εμπειρίες, περισσότερα «δώρα ζωής». Εκείνη έπειθε τον εαυτό της ότι έτσι είναι τα πράγματα: τα μεγαλύτερα παιδιά «αντέχουν περισσότερο», γίνονται νωρίτερα ανεξάρτητα, δεν έχουν τις ίδιες ανάγκες. Όσο όμως περνούσαν τα χρόνια, η ανισορροπία δεν υποχωρούσε, αντίθετα, γινόταν πιο εμφανής.
Η στιγμή που συνειδητοποίησε ότι δεν επρόκειτο για παρεξήγηση ή σύμπτωση ήρθε όταν οι γονείς της αποφάσισαν να περάσουν τις γιορτές με τις αδελφές της, αφήνοντας εκείνη και τα παιδιά της εκτός. Τότε κατάλαβε ότι η προτίμηση δεν είχε ηλικία και δεν τελείωνε ποτέ. Το αίσθημα απόρριψης δεν αφορούσε πια μόνο το παρελθόν, αλλά επεκτεινόταν και στη νέα γενιά.
Τι δείχνουν οι έρευνες
Η εμπειρία της Κάρα δεν είναι μοναδική. Σύμφωνα με πολυετείς μελέτες που παρουσιάστηκαν σε εκτενές άρθρο των New York Times και δημοσιεύθηκαν στην ελληνική εκδοχή τους από την «Καθημερινή», η γονική προτίμηση είναι πολύ πιο διαδεδομένη απ’ όσο πιστεύουμε. Περίπου τα δύο τρίτα των γονέων δηλώνουν, άμεσα ή έμμεσα, ότι αισθάνονται πιο κοντά σε ένα από τα παιδιά τους. Και σε πολλές περιπτώσεις, αυτή η προτίμηση παραμένει σταθερή για δεκαετίες.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι τα παιδιά αντιλαμβάνονται από πολύ νωρίς τις διαφορές στη μεταχείριση. Δεν χρειάζονται ακραία παραδείγματα, αρκούν μικρές καθημερινές λεπτομέρειες: ποιος ακούγεται περισσότερο, ποιος συγχωρείται ευκολότερα, ποιος γίνεται αποδέκτης τρυφερότητας. Για τα παιδιά που νιώθουν «δεύτερα», αυτά τα σημάδια συσσωρεύονται και μετατρέπονται σε αίσθηση μειωμένης αξίας.
Μελέτες δείχνουν ότι τα παιδιά που βιώνουν λιγότερη γονική εύνοια έχουν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν άγχος, καταθλιπτικά συμπτώματα, δυσκολίες στις οικογενειακές σχέσεις και χαμηλότερη αυτοεκτίμηση. Στην εφηβεία, ο κίνδυνος επεκτείνεται και σε πιο επικίνδυνες συμπεριφορές, όπως η κατάχρηση ουσιών ή η απομάκρυνση από το σχολικό περιβάλλον. Το πιο ανησυχητικό εύρημα, όμως, είναι ότι αυτές οι επιπτώσεις δεν εξαφανίζονται με την ενηλικίωση.
Σε μια εκτενή διαχρονική έρευνα, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι το πώς αντιλαμβάνονται τα ενήλικα παιδιά τη θέση τους στην οικογένεια, αν δηλαδή θεωρούν ότι υπήρξαν «αγαπημένα» ή «παραγκωνισμένα», αποτελεί ισχυρότερο δείκτη ψυχικής υγείας από παράγοντες όπως η εργασία, η οικογενειακή κατάσταση ή η ηλικία. Μόνο η σωματική υγεία φάνηκε να έχει μεγαλύτερη βαρύτητα.
Το ερώτημα, βέβαια, είναι τι καθορίζει την προτίμηση. Δεν πρόκειται απλώς για τη σειρά γέννησης ή το φύλο, αν και τα νεότερα παιδιά και οι κόρες φαίνεται να ευνοούνται συχνότερα. Οι γονείς τείνουν να αισθάνονται πιο κοντά σε παιδιά που τους μοιάζουν στις αξίες, στις πεποιθήσεις ή στον τρόπο ζωής. Στην ενήλικη ζωή, κοινές πολιτικές ή θρησκευτικές απόψεις παίζουν συχνά μεγαλύτερο ρόλο από την επαγγελματική επιτυχία ή τις «αντικειμενικές» επιδόσεις.
Παράλληλα, οι ερευνητές επισημαίνουν κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: η γονική προτίμηση δεν είναι πάντα συνειδητή. Πολλοί γονείς πιστεύουν ειλικρινά ότι φέρονται δίκαια, αγνοώντας όμως τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά βιώνουν τις πράξεις τους. Και ακριβώς επειδή η κοινωνία καταδικάζει ανοιχτά τις διακρίσεις μέσα στην οικογένεια, το θέμα παραμένει συχνά ανομολόγητο, τόσο από τους γονείς όσο και από τα παιδιά. Η κατανόηση αυτού του φαινομένου δεν έχει στόχο να ενοχοποιήσει, αλλά να φωτίσει. Όπως δείχνουν οι έρευνες, η αναγνώριση της άνισης μεταχείρισης και η ανοιχτή επικοινωνία μπορούν να λειτουργήσουν θεραπευτικά, ακόμη και αργά στη ζωή. Για πολλούς ενήλικες, το πρώτο βήμα δεν είναι να αλλάξει το παρελθόν, αλλά να κατανοηθεί και να πάψει να καθορίζει το παρόν.






0 ΣΧΟΛΙΑ