Το μεγάλο ριφιφί του 1992: Το ανεξιχνίαστο μυστήριο της Οδού Καλλιρρόης και η λεία των 5 δισεκατομμυρίων που έφεραν έμπνευση στον Τσαφούλια

Η ιστορία του ελληνικού εγκλήματος έχει καταγράψει πολλές ληστείες, καμία όμως δεν πλησίασε ποτέ το επίπεδο οργάνωσης, ευφυΐας και μυστηρίου που περιέβαλε το περιβόητο «ριφιφί» της Τράπεζας Εργασίας τον Δεκέμβριο του 1992. Πρόκειται για μια υπόθεση-σταθμό, η οποία πρόσφατα ενέπνευσε και τη νέα σειρά έξι επεισοδίων του Σωτήρη Τσαφούλια στην Cosmote TV, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο τα ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα εδώ και τρεις δεκαετίες. Πώς κατάφερε μια ομάδα ανθρώπων να σκάψει ένα τούνελ κάτω από μια κεντρική λεωφόρο της Αθήνας, να αδειάσει 301 θυρίδες και να εξαφανιστεί χωρίς να αφήσει το παραμικρό ίχνος;
Η αποκάλυψη στο υπόγειο του Νέου Κόσμου
Το ημερολόιο έγραφε Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 1992. Οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος της Τράπεζας Εργασίας στην οδό Καλλιρρόης 19 άνοιξαν το θησαυροφυλάκιο για την πρωινή ρουτίνα, όμως αυτό που αντίκρισαν δεν είχε προηγούμενο. Συνολικά 301 θυρίδες ήταν παραβιασμένες και άδειες. Η αστυνομία που έφτασε στο σημείο ανακάλυψε κάτι που θύμιζε κινηματογραφικό σενάριο: Μια τρύπα στο δάπεδο οδηγούσε σε ένα τούνελ 23 μέτρων, το οποίο κατέληγε στην κοίτη του ποταμού Ιλισού.
Οι δράστες δεν ήταν κοινοί ληστές. Ήταν μηχανικοί του εγκλήματος. Είχαν εκμεταλλευτεί τη φυσική κοιλότητα της σκεπασμένης κοίτης του ποταμού και, ξεκινώντας από ένα φρεάτιο της ΕΥΔΑΠ, έσκαψαν με απόλυτη στατική ακρίβεια. Το τούνελ ήταν επενδυμένο με δοκάρια, διέθετε σύστημα εξαερισμού, ακόμα και ράγες πάνω στις οποίες κινούνταν ένα μικρό βαγονέτο για τη μεταφορά των μπάζων. Υπολογίζεται ότι απομάκρυναν χώμα που θα γέμιζε δέκα φορτηγά, χωρίς κανείς στη γειτονιά να αντιληφθεί το παραμικρό, παρά τους «περίεργους ήχους» που κάποιοι θυμήθηκαν αργότερα.
Το χειρουργικό χτύπημα και η επιλεκτική λεία
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της ληστείας ήταν η «μελέτη» των δραστών. Αν και στο υπόγειο υπήρχαν 1.151 θυρίδες, οι ληστές άνοιξαν μόνο τις 301. Δεν τις πήραν με τη σειρά, αλλά επιλεκτικά, γεγονός που οδήγησε τις αρχές στο συμπέρασμα ότι ήταν «διαβασμένοι» και είχαν πληροφόρηση εκ των έσω για το ποιες θυρίδες περιείχαν τα πιο πολύτιμα αντικείμενα.
Η λεία ήταν μυθική για τα δεδομένα της εποχής: Μετρητά, ράβδοι χρυσού, σπάνια κοσμήματα και λίρες, συνολικής αξίας 5 δισεκατομμυρίων δραχμών (περίπου 15 εκατομμύρια ευρώ). Παρά το γεγονός ότι ο συναγερμός χτύπησε συνολικά τέσσερις φορές μέσα στο Σαββατοκύριακο της ληστείας, οι υπεύθυνοι της τράπεζας απέδωσαν το γεγονός σε βλάβη, αφού η κεντρική είσοδος δεν έφερε κανένα ίχνος παραβίασης.
Ο Σύρος «μάρτυρας» και το δικαστικό αδιέξοδο
Η έρευνα παρέμενε στο σκοτάδι μέχρι τον Ιούλιο του 1994, όταν ένας Σύρος κρατούμενος στον Κορυδαλλό, ο Τζουμάχ Χαλίντ, ισχυρίστηκε ότι συμμετείχε στη ληστεία ως «τσιλιαδόρος» και σχεδιαστής των υποστυλωμάτων. Κατονόμασε 17 άτομα, ανάμεσά τους τον υποδιευθυντή του υποκαταστήματος και γνωστούς επιχειρηματίες. Ωστόσο, η αξιοπιστία του κατέρρευσε όταν τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ανακάλεσε τα πάντα στην τηλεόραση. Το 1995, το Συμβούλιο Εφετών απάλλαξε όλους τους κατηγορούμενους και η υπόθεση μπήκε οριστικά στο αρχείο.
Θεωρίες που αντέχουν στον χρόνο
Μέχρι σήμερα, οι θεωρίες για την ταυτότητα των δραστών παραμένουν πολλές. Κάποιοι μίλησαν για την Ιταλική Μαφία, άλλοι για την τρομοκρατική οργάνωση ΕΛΑ, ενώ δεν έλειψαν και οι φήμες για θυρίδες γεμάτες κοκαΐνη ή μαύρο χρήμα που απέτρεψαν τα θύματα από το να δώσουν περισσότερα στοιχεία.
Διαβάστε επίσης
Το ριφιφί του 1992 παραμένει η «τέλεια ληστεία» της ελληνικής ιστορίας. Ένα έγκλημα χωρίς δακτυλικά αποτυπώματα, χωρίς DNA και, το κυριότερο, χωρίς ενόχους. Οι δράστες κατάφεραν να εξαφανιστούν μέσα από τα έγκατα της αθηναϊκής γης, αφήνοντας πίσω τους μια ιστορία τόσο δυνατή, που ακόμα και σήμερα τροφοδοτεί τη μυθοπλασία και την έρευνα.






0 ΣΧΟΛΙΑ