Σαν σήμερα, 5 Δεκεμβρίου 1831: Το χρονικό της Ε’ Εθνοσυνέλευσης – Η προσπάθεια θεσμικής αναγέννησης μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη

Στις 5 Δεκεμβρίου του 1831, η ελληνική Ιστορία, τυλιγμένη στον βαρύ ίσκιο της τραγωδίας, στρέφει ξανά το βλέμμα της προς το Άργος. Μόλις δύο μήνες έχουν περάσει από τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο, του πρώτου Κυβερνήτη της ελεύθερης Ελλάδας, και το νεοσύστατο κράτος βρίσκεται στο χείλος της εσωτερικής αναταραχής και του πολιτικού κενού. Μέσα σε αυτό το ζοφερό κλίμα, συγκροτείται η Ε’ Εθνοσυνέλευση, με την υπέρτατη αποστολή να ψηφίσει ένα νέο Σύνταγμα και να δώσει μια νέα θεσμική βάση στο Έθνος.
Η σύγκληση αυτής της Συνέλευσης δεν ήταν απλώς μια τυπική διαδικασία· ήταν μια αναγκαία πολιτική πράξη που προέκυψε από το χάος. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (27 Σεπτεμβρίου 1831), η Γερουσία είχε διορίσει μια τριμελή Διοικητική Επιτροπή, αποτελούμενη από τον Αυγουστίνο Καποδίστρια (αδελφό του φονευθέντος), τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Ιωάννη Κωλέττη. Αυτή η προσωρινή κυβέρνηση, ελεγχόμενη στην πλειοψηφία της από το καποδιστριακό κόμμα, ανέλαβε τη διακυβέρνηση σε μια περίοδο ακραίας πόλωσης και προκήρυξε τις εκλογές για την Ε’ Εθνοσυνέλευση, η οποία συγκλήθηκε με στόχο να νομιμοποιήσει τη συνέχεια της εξουσίας και να διαχειριστεί την κρίση.
Το δίλημμα του Συντάγματος και η κληρονομιά της αντιπολίτευσης
Η ανάγκη για Σύνταγμα ήταν το κεντρικό διακύβευμα που χώριζε το έθνος σε δύο στρατόπεδα πριν από τον φόνο του Κυβερνήτη. Ο Καποδίστριας, αν και εκλέχθηκε από την Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) με την υπόσχεση Συντάγματος, είχε αναστείλει την ισχύ του, κρίνοντας ότι η απόλυτη συγκέντρωση εξουσιών ήταν απαραίτητη για να αντιμετωπιστούν τα τεράστια προβλήματα της ανασυγκρότησης του κράτους (ληστεία, πειρατεία, οικονομική ένδεια). Η Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους το 1829 είχε επικυρώσει αυτή την απόφαση, αλλά η αντιπολίτευση, κυρίως οι Υδραίοι και οι «Συνταγματικοί» πολιτικοί (όπως ο Μαυροκορδάτος), επέμεναν στην άμεση εφαρμογή συνταγματικών θεσμών.
Η Ε’ Εθνοσυνέλευση, λοιπόν, συγκαλείται ως λύση σε αυτό το εκρηκτικό πολιτικό αδιέξοδο, λίγους μήνες μετά την τραγική κορύφωση της πολιτικής αντιπαράθεσης με τη δολοφονία. Οι πληρεξούσιοι, μεταξύ των οποίων και ιστορικές μορφές όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, συνέρχονται με την πίεση του χρόνου και την υποχρέωση να δημιουργήσουν ένα Πολίτευμα που θα γεφύρωνε τις διαιρέσεις.
Η δράση της Συνέλευσης: Από το Άργος στο Ναύπλιο
Οι εργασίες της Συνέλευσης ξεκινούν στο Άργος στις 5 Δεκεμβρίου 1831. Στην προκαταρκτική συνεδρίαση αναλαμβάνει την προεδρία ο Αναγνώστης Διδασκάλου, ενώ στη συνέχεια εκλέγεται πρόεδρος ο Δημήτριος Τσαμαδός, και αντιπρόεδρος ο Λάμπρος Νάκος. Η Συνέλευση αποτελείται από εκλεγμένους πληρεξουσίους, αλλά περιλαμβάνει και μέλη της προηγούμενης Δ’ Εθνοσυνέλευσης, αντανακλώντας τον σύνθετο χαρακτήρα της πολιτικής σκηνής.
Μία από τις πρώτες και πιο κρίσιμες αποφάσεις της Συνέλευσης λαμβάνεται στις 8 Δεκεμβρίου 1831, όταν διορίζει τον Αυγουστίνο Καποδίστρια ως Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως και, λίγους μήνες αργότερα, τον εκλέγει ως προσωρινό Κυβερνήτη της χώρας. Η κίνηση αυτή υποδηλώνει την προσπάθεια του καποδιστριακού κόμματος να διατηρήσει τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας, μέχρι την άφιξη του μονάρχη που αναμένεται να επιλεγεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις.
Μετά την έναρξη στο Άργος, η Ε’ Εθνοσυνέλευση μεταφέρει τις εργασίες της στο Ναύπλιο, την τότε πρωτεύουσα, όπου και ολοκληρώνονται οι 64 συνολικά συνεδριάσεις.
Το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος του 1832»
Το αποκορύφωμα των εργασιών έρχεται στις 15 Μαρτίου 1832, όταν η Συνέλευση ψηφίζει το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος του 1832», το οποίο αναφέρεται και ως «Ηγεμονικόν Σύνταγμα».
Το Σύνταγμα αυτό εισάγει ένα νέο πολίτευμα: τη Συνταγματική Μοναρχία. Καθιερώνει τον Βασιλιά ως ανώτατο άρχοντα και ορίζει ότι η εκτελεστική εξουσία ανήκει στον Ηγεμόνα του έθνους, ενώ η νομοθετική εξουσία μοιράζεται μεταξύ του Ηγεμόνα, της Γερουσίας και της Βουλής (δύο νομοθετικά σώματα). Η δομή αυτή αποσκοπεί στον περιορισμό της απόλυτης μοναρχίας, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί σημαντικές εξουσίες στον εκάστοτε Ηγεμόνα.
Πέραν των συνταγματικών ρυθμίσεων, η Συνέλευση λαμβάνει και άλλα σημαντικά ψηφίσματα, όπως εκείνα που αφορούν τη συστηματική καταμέτρηση των εθνικών κτημάτων (κατάρτιση εθνικού κτηματολογίου) και την υπόσχεση αμοιβής σε γη για τους στρατιώτες και τους ναύτες που εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους. Η απόφαση αυτή έχει τεράστια κοινωνικοπολιτική σημασία, καθώς ανοίγει τον δρόμο για τη δημιουργία μιας ευρείας τάξης μικροϊδιοκτητών αγροτών.
Το άδοξο τέλος και η παραίτηση του Αυγουστίνου
Παρά την ψηφοφορία του Συντάγματος, η πολιτική αστάθεια συνεχίζεται με αμείωτη ένταση. Οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των Καποδιστριακών και των Συνταγματικών (οι οποίοι ενισχύονται από τις Μεγάλες Δυνάμεις) οδηγούν σε εμφύλιες συγκρούσεις σε διάφορα μέρη της Πελοποννήσου.
Η κρίση κορυφώνεται τον Μάρτιο του 1832, όταν ο Ιωάννης Κωλέττης, ένας από τους τρεις της αρχικής Διοικητικής Επιτροπής, υποκινεί κίνημα. Ως αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής και στρατιωτικής πίεσης, ο Αυγουστίνος Καποδίστριας αναγκάζεται σε παραίτηση λίγες ημέρες μετά την ψήφιση του Συντάγματος, στα τέλη Μαρτίου του 1832.
Διαβάστε επίσης
Η Ε’ Εθνοσυνέλευση ολοκληρώνει τις εργασίες της στις 17 Μαρτίου 1832, αλλά το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος του 1832» δεν εφαρμόζεται ποτέ. Η παραίτηση του Αυγουστίνου οδηγεί σε πλήρη ακυβερνησία και ουσιαστικά παραδίδει τη χώρα στην εκτελεστική εξουσία των Μεγάλων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας).
Τον Μάιο του 1832, οι Δυνάμεις υπογράφουν τη Συνθήκη του Λονδίνου, ορίζοντας τον Βαυαρό Όθωνα ως Βασιλιά της Ελλάδος. Έτσι, η Ε’ Εθνοσυνέλευση, αν και απέτυχε να εφαρμόσει το πρώτο Σύνταγμα της Συνταγματικής Μοναρχίας, έθεσε ένα προσωρινό τέλος στην κρίση του εσωτερικού χάους και ετοίμασε θεσμικά το έδαφος για την έλευση του ξένου μονάρχη, ολοκληρώνοντας τον επαναστατικό κύκλο και εισάγοντας την Ελλάδα στη νέα της εποχή.






0 ΣΧΟΛΙΑ