ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Η μεγάλη χειραψία της ιστορίας: Σαν σήμερα, (30/10) το 1930, Βενιζέλος και Κεμάλ υπογράφουν την Ελληνοτουρκική φιλία

Η μεγάλη χειραψία της ιστορίας: Σαν σήμερα, (30/10) το 1930, Βενιζέλος και Κεμάλ υπογράφουν την Ελληνοτουρκική φιλία
H Ελληνοτουρκική φιλιά του 1930
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Σαν σήμερα, στις 30 Οκτωβρίου 1930, οκτώ μόλις χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη βίαιη αναγκαστική ανταλλαγή πληθυσμών, δύο ιστορικές προσωπικότητες, ο Έλληνας Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος και ο ιδρυτής της Τουρκικής Δημοκρατίας, Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, επισφράγισαν στην Άγκυρα μια νέα σελίδα στις σχέσεις των δύο εθνών. Η υπογραφή του Συμφώνου Φιλίας, Ουδετερότητας και Διαιτησίας (γνωστό ως Σύμφωνο Φιλίας και Σταθερότητας) ήταν το επιστέγασμα ενός σκληρού πολιτικού ρεαλισμού και μιας αμοιβαίας αναγνώρισης ότι η συνέχιση της εχθρότητας ήταν καταστροφική για την εθνική ανάπτυξη και των δύο χωρών.

Η αναγκαιότητα του ρεαλισμού

Η περίοδος που ακολούθησε τη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923 βρήκε την Ελλάδα εξαντλημένη οικονομικά, με την κοινωνική συνοχή να δοκιμάζεται από την ανάγκη αποκατάστασης των 1,5 εκατομμυρίου προσφύγων. Ταυτόχρονα, η Τουρκία του Κεμάλ, αν και νικήτρια, βρισκόταν στη φάση της οικοδόμησης ενός νέου, εκκοσμικευμένου κράτους και χρειαζόταν ειρήνη στα σύνορά της για να επικεντρωθεί στις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, επιστρέφοντας στην πρωθυπουργία το 1928, αναγνώρισε με την οξυδέρκεια που τον χαρακτήριζε ότι ο αλυτρωτισμός είχε τελειώσει οριστικά. Η νέα ελληνική στρατηγική έπρεπε να επικεντρωθεί στην εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας όπως είχε καθοριστεί από τη Λωζάνη και στην οικονομική ανάκαμψη. Η προσέγγιση με την Άγκυρα ήταν ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος προς την εθνική ευημερία και τη σταθερότητα.

Ο δρόμος προς την υπογραφή δεν ήταν εύκολος. Είχαν προηγηθεί πολυετείς διαπραγματεύσεις, οι οποίες είχαν ξεκινήσει το 1924 και είχαν συναντήσει εμπόδια, κυρίως λόγω της αστάθειας των ελληνικών κυβερνήσεων (η Ελλάδα είχε δέκα αλλαγές κυβερνήσεων μεταξύ 1924 και 1930) σε αντίθεση με τη σταθερή τουρκική ηγεσία. Τα κρίσιμα σημεία ήταν τα οικονομικά ζητήματα που απέρρεαν από την ανταλλαγή πληθυσμών και το ζήτημα των περιουσιών των ανταλλαξίμων.

Οι οικονομικές θυσίες και το περιεχόμενο της συμφωνίας

Για να επιτευχθεί η τελική συμφωνία, ο Βενιζέλος προέβη σε μια επώδυνη παραχώρηση στο οικονομικό πεδίο, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο δριμείας κριτικής στο εσωτερικό της Ελλάδας, ιδίως από τους πρόσφυγες που τον στήριζαν. Ως βάση της τελικής συμφωνίας ορίστηκε ο συμψηφισμός των περιουσιών των Ελλήνων προσφύγων της Μικράς Ασίας με τις περιουσίες των Μουσουλμάνων της Ελλάδας που είχαν ανταλλαχθεί.

Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι η Ελλάδα, παραδεχόμενη ότι είχε λάβει περιουσίες χαμηλότερης αξίας από αυτές που εγκαταλείφθηκαν στην Τουρκία από τους Έλληνες, προέβη σε αμοιβαία απόσβεση των οικονομικών υποχρεώσεων μεταξύ των δύο κρατών. Έτσι, οι Έλληνες πρόσφυγες στερήθηκαν των αποζημιώσεων που περίμεναν, με τον Βενιζέλο να τους υποδεικνύει ότι το ελληνικό κράτος είχε ήδη δαπανήσει τεράστια ποσά για την αποκατάστασή τους, θέτοντας ως απόλυτη προτεραιότητα την εθνική σταθερότητα έναντι της άμεσης οικονομικής αποζημίωσης.

Το Σύμφωνο της 30ης Οκτωβρίου 1930 δεν ήταν μία απλή συνθήκη ειρήνης. Περιλάμβανε τρεις βασικές συμφωνίες:

  • Σύμφωνο φιλίας, ουδετερότητας, συνδιαλλαγής και διαιτησίας: Οι δύο χώρες αναλάμβαναν την αμοιβαία υποχρέωση να μη μετάσχουν σε οποιαδήποτε πολιτική ή οικονομική συνεννόηση που θα στρεφόταν εναντίον της άλλης, εγγυώμενες ουσιαστικά την εδαφική ακεραιότητα της άλλης.
  • Πρωτόκολλο για τους ναυτικούς εξοπλισμούς: Οι δύο χώρες υποχρεώνονταν να μην προβούν σε παραγγελίες ή κατασκευές πολεμικών πλοίων χωρίς προηγούμενη συνεννόηση. Αυτό επέτρεψε στον Βενιζέλο να ακυρώσει την παραγγελία ενός δαπανηρού θωρηκτού (του «Σαλαμινία») και να εξοικονομήσει πόρους.
  • Σύμβαση εμπορίου, εγκατάστασης και ναυτιλίας: Δόθηκε η δυνατότητα στους υπηκόους του κάθε κράτους να ταξιδεύουν και να εγκαθίστανται (με περιορισμούς) στο έδαφος του άλλου, ενώ ρυθμίστηκε και το καθεστώς των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, όπως και των «φυγάδων».

Ο επίλογος του συμφώνου: Η διεθνής αναγνώριση

Η υπογραφή έγινε στην Άγκυρα, όχι στην Κωνσταντινούπολη, και αποτέλεσε ένα ιστορικό σταθμό που χαιρετίστηκε από τον διεθνή Τύπο ως πράξη μεγάλης πολιτικής φρόνησης και ειλικρίνειας. Ο Τούρκος Πρωθυπουργός, Ισμέτ Ινονού, κατά την υπογραφή, δήλωσε χαρακτηριστικά πως το διακριτικό πνεύμα των συνθηκών αυτών είναι η «ειλικρίνεια η πλέον βαθυτάτη».

Η ελληνική διπλωματία είδε την προσέγγιση να επισφραγίζεται το 1934, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος έστειλε μια πολυσυζητημένη επιστολή προς την Επιτροπή των Βραβείων Νόμπελ, προτείνοντας τον Μουσταφά Κεμάλ για το Νόμπελ Ειρήνης. Η κίνηση αυτή, αν και προκάλεσε αμηχανία και αντιδράσεις στην Ελλάδα, επιβεβαίωσε την απόλυτη πίστη του Βενιζέλου στη νέα πολιτική πορεία.

Το Σύμφωνο Φιλίας του 1930 έθεσε τις βάσεις για μια δεκαετία σχετικής ηρεμίας και συνεργασίας, με αποκορύφωμα τη συμμετοχή των δύο χωρών στο Βαλκανικό Σύμφωνο. Απέδειξε ότι ακόμη και λαοί με ένα παρελθόν τόσο βαρύ όσο το ελληνικό και το τουρκικό, μπορούν, υπό την πίεση του ρεαλισμού και της παγκόσμιας πραγματικότητας, να φτάσουν σε πλήρη συνεννόηση, ανοίγοντας δρόμους προς την ειρήνη, τη σταθερότητα και την ανάπτυξη.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου