«Αυτός που περιμένω»: Πώς «γεννήθηκε» μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της Άννας Βίσση

Ο Σπύρος Βλασσόπουλος, που γεννήθηκε σαν σήμερα (04/10) το 1945 στην Αθήνα, έχει αφήσει παρακαταθήκη μετά τον θάνατό του μια πλούσια και πολυσχιδή μουσική πορεία. Το όνομά του συνδέθηκε με το φολκ ντουέτο Λήδα-Σπύρος, αλλά και με τραγούδια που χάρισαν επιτυχία σε καλλιτέχνες όπως οι Βλάσσης Μπονάτσος, Άννα Βίσση και Αλέκα Κανελλίδου.
Από τα ντουέτα των ’70s έως τις ξεχωριστές συνθέσεις για γνωστούς ερμηνευτές
Η γνωριμία του με τη Λήδα Χαλκιαδάκη έγινε στα μέσα της δεκαετίας του ’60, όταν ο Σπύρος ήταν ακόμα φοιτητής Πολυτεχνείου. Σύντομα, το ντουέτο Λήδα-Σπύρος ξεχώρισε με εμφανίσεις στο Rodeo και άλλες μπουάτ της εποχής, αλλά και με το άλμπουμ «Ηλεκτρικός Αποσπερίτης», που παρουσίαζε μια μοναδική σύνθεση ελληνικών ρυθμών και ποπ στοιχείων.
Η μουσική τους προσέγγιση συνδύαζε δυτικά και εγχώρια στοιχεία, με τραγούδια όπως «Οι μηχανές μου», «Ο μάγος του βουνού» και «Ωραία που ’ναι σήμερα». Η φωνή της Λήδας και οι στίχοι του Ανδρέα Αγγελάκη προσέδιδαν στα κομμάτια τους μία αυθεντική και ανανεωτική διάσταση, ενώ η συμμετοχή εξαιρετικών μουσικών συνέβαλε στην επιτυχία τους. Στη δεκαετία του ’80, συνέχισε να δημιουργεί για διάφορους καλλιτέχνες, υπογράφοντας επιτυχίες όπως «Μίλησέ μου» για την Άννα Βίσση και «Σήμερα και πάντα» για την Μπέσσυ Αργυράκη. Το 1987 κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Σαπφώ», με μουσική βασισμένη στους στίχους της Σαπφούς, ερμηνευμένο από την Αλέκα Κανελλίδου. Ο δίσκος, με την λεπτή ενορχήστρωση του Κώστα Κλάβα, θεωρείται ένα από τα κορυφαία έργα του και ουσιαστικά το κύκνειο άσμα του σπουδαίου δημιουργού.
Πώς «γεννήθηκε» ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια της Άννας Βίσση
Ένα από τα πιο ιδιαίτερα τραγούδια του ήταν το «Αυτός που περιμένω» με μουσική του ίδιου και στίχους του Δημήτρη Ιατρόπουλου. Περιλαμβάνεται στον δεύτερο προσωπικό δίσκο της Άννας Βίσση «Κίτρινο Γαλάζιο», που κυκλοφόρησε το 1979. Ο στιχουργός Δημήτρης Ιατρόπουλος αποκάλυψε στον Κωνσταντίνο Παυλικιάνη την ιστορία πίσω από το τραγούδι.
Ένα από τα αγαπημένα μου ζευγάρια είναι οι αδελφοί Τζαβάρα, οι οποίοι ξεκίνησαν από μένα. Εντελώς. Τα πρώτα τους τραγούδια είναι δικά μου, όπως επίσης και τα πρώτα τραγούδια της γυναίκας του Νίκου Τζαβάρα, της πασίγνωστης Σόφης Ζαννίνου, η οποία ήταν πολύ γνωστή ως ηθοποιός, γιατί ήταν κόρη του μεγάλου Ζαννίνο -ο οποίος είχε παίξει και στο «Εξπρές Του Μεσονυχτίου», διεθνείς ρόλους και τέτοια. Η Σόφη μεγάλωσε από μικρή μέσα στο θέατρο. Κάποια στιγμή, όμως, βγήκε και με τη φωνή της και της είχα γράψει τα πρώτα της τραγούδια. Επειδή, λοιπόν, είχα τα Τζαβαράκια, με τα οποία έγραφα και λαϊκά και ευαίσθητα τραγούδια, κάποια στιγμή έπρεπε να πάμε με τη Σόφη στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Τότε ήτανε προκριματικά και μερικά περνάγανε στα τελικά. Ένα πράγμα σαν τη Eurovision τώρα. Οπότε της έγραψα ένα τραγούδι, γιατί με τα Τζαβαράκια έγραφα συναισθηματικά τραγούδια της καρδιάς και προσωπικά μου τραγούδια, όπως το «Στην πιο φτωχή τη γειτονιά / γεννήθηκα κάποια βραδιά / σε μιας φτωχής την αγκαλιά / κι ο κόσμος ξένος», ωραίες μπαλάντες που έχω γράψει με τα παιδιά, και γράφουμε ένα τραγούδι «Αυτός που περιμένω / δεν παριστάνει κάτι / είναι ένα ανθρωπάκι / όπως είναι όλοι μας». Ένα τραγούδι που να έχει έναν χαρακτήρα λαϊκό και ανθρώπινο, για ένα λαϊκό κορίτσι της γειτονιάς που περιμένει ένα καλό παιδί. Δεν θα είναι ούτε φιγούρας, ούτε φίρμας, αλλά θα δουλεύει μες στα κρύα για την αγάπη της, τη λαϊκή αγάπη της, τη γνήσια αγάπη της γειτονιάς. Έρχεται λίγο και σαν καλός κλασικός ελληνικός κινηματογράφος. Το στέλνουμε το τραγούδι και τ’ απορρίπτουνε! Και δεν πάει στο φεστιβάλ η Σόφη. Το παίρνω, λέω:
– Παιδιά, τί να το κάνω;
– Δεν θα κάνουμε δίσκο αυτό τον καιρό.
– Καλά.
Είχα έναν άλλο φίλο, σπουδαίο μου φίλο, τον Σπύρο τον Βλασσόπουλο, έναν πλούσιο άνθρωπο -είχε ένα μεγάλο και γνωστό εστιατόριο, στέκι καλλιτεχνών, στο κέντρο της Αθήνας. Ήταν πολύ ευαίσθητος άνθρωπος και καλός μουσικός ο ίδιος. Δηλαδή στο περιθώριο της ζωής του, του άρεσε να παίζει κιθάρα κι έκανε και καταπληκτική δεύτερη φωνή. Αλλά αυτός ήταν και συνθετικό ταλέντο. Είχε παντρευτεί την κόρη της Δανάης Στρατηγοπούλου, τη Λήδα. Η Δανάη με φώναζε «γιο» της. Είχα μεγάλες σχέσεις με τη Δανάη. Με λάτρευε κι είχα σχέσεις μαζί της και ως δημοσιογράφος. Τότε, λοιπόν, ήταν στο ξεκίνημά της η Αννούλα η Βίσση, ούτε είχε γνωρίσει ακόμα τον Νίκο Καρβέλα, ούτε τίποτα. Κάπου δούλευε με τον Νταλάρα σε κάτι μαγαζιά. Είχε έρθει από την Κύπρο, από τη Λάρνακα νομίζω, κι ήταν ακόμα μικρή (σ.σ. η Άννα Βίσση ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία 16 ετών, ωστόσο την εποχή που ηχογράφησε το «Αυτός Που Περιμένω» ήταν σχεδόν 22 ετών). Ήταν πανέξυπνο παιδί, με καλά αγγλικά, από καλή οικογένεια, και καλό παιδί. Πολύ καλό παιδί. Και μου λέει ο Σπύρος να γράψουμε κάποια τραγούδια για την Άννα Βίσση. Λέω «να γράψουμε». Γράψαμε 5-6 τραγούδια της Άννας και κάποια στιγμή, επειδή το ‘χα ξεμπλοκάρει από τα Τζαβαράκια το τραγούδι, μου λέει ο Σπύρος:
– Δεν μου το δίνεις κι αυτό;
– Είναι λαϊκό. Με την κοπέλα είπαμε να της κάνεις πράγματα πιο ανοικτά λιγάκι… Πιο νεοκυματικά.
– Δως το μου να το δω.
Το γράφει ο Σπύρος, με φωνάζει, και μου λέει:
– Το ‘κανα pop-rock!
– Πώς ρε παιδί μου;
Το ακούω και λέω:
– Ρε συ, τι δουλειά έχει αυτός ο στίχος μ’ αυτή τη μουσική;
– Θυμήσου με!
Και καταλαβαίνω ότι έχει φτιάξει ένα σουξέ ο μάγκας, μεγάλο σουξέ, και αυτή η φράση «Αυτός που περιμένω» επαναλαμβάνεται 49 φορές! Κι έγινε απ’ τα μεγάλα τραγούδια της Άννας πια, για την οποία -εκτός απ’ αυτό- της έγραψα και το «Να ‘μουνα στα χέρια σου καράβι», μια μπαλάντα -το «Αγάπησέ Με»- πάλι με τον Βλασσόπουλο. Μου έλεγε ο Μάτσας ότι από τα 20.000 τραγούδια που είχε στην εταιρεία, το «Αγάπησέ Με» ήταν η αγαπημένη του «λεζάντα».






0 ΣΧΟΛΙΑ