Σαν σήμερα, 15 Αυγούστου 1969: Πρεμιέρα για το ροκ φεστιβάλ του Γουόνστοκ στη Νέα Υόρκη

Σαν σήμερα, στις 15 Αυγούστου 1969, ανοίγει το Woodstock Music & Art Fair στη φάρμα του Max Yasgur στη Bethel της Νέας Υόρκης, μια συγκέντρωση νέων—πάνω από 460.000 ανθρώπων σύμφωνα με εκτιμήσεις—που θα γινόταν σύμβολο της εποχής αντικουλτούρας.
Διαβάστε επίσης
Το φεστιβάλ Γούντστοκ (Woodstock Festival) ή απλά Γούντστοκ (επισήμως: Woodstock Music & Art Fair) αποτέλεσε ορόσημο μιας ολόκληρης εποχής, των «παιδιών των λουλουδιών» που διακήρυτταν την αγάπη, την ειρήνη -και τα ναρκωτικά- ως τη λύση σε όλα τα ανθρώπινα προβλήματα. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι είναι το Φεστιβάλ που άλλαξε τη ροκ μουσική όπως την ξέρουμε. Συγκαταλέγεται, άλλωστε, στη λίστα του Rolling Stone με τις 50 στιγμές που άλλαξαν την ιστορία του rock n’ roll.
Η εποχή των hippies καταγράφεται σε επικό φεστιβάλ
Το φεστιβάλ ξεκινά λίγο μετά τις 5:00 μ.μ. με τη συγκινητική εμφάνιση του Richie Havens, ο οποίος ανέβηκε πρώτος στη σκηνή. Η καθυστέρηση των υπολοίπων καλλιτεχνών—λόγω κυκλοφοριακής συμφόρησης—σήμαινε πως εκείνος τραγούδησε παραπάνω από το προβλεπόμενο· εκτέλεσε έντεκα τραγούδια, ανάμεσά τους και τα «Strawberry Fields Forever / Hey Jude» και το αυτοσχέδιο, θρυλικό «Freedom (Motherless Child)» που δημιούργησε επί τόπου, καθώς είχε εξαντλήσει το υλικό του. Αυτή η εμφάνιση επηρέασε καθοριστικά την καριέρα του και τον έκανε ευρέως γνωστό.
Αμέσως μετά, γύρω στις 5:55–6:00 μ.μ., ανέβηκε στη σκηνή ο Sri Swami Satchidananda, ο πνευματικός δάσκαλος που έδωσε το επίσημο έναυσμα του φεστιβάλ με ένα σύντομο, αλλά φορτισμένο μήνυμα ειρήνης και ενότητας, εκφράζοντας πόσο ισχυρή δύναμη μπορεί να έχει ο ήχος στη διαμόρφωση της ανθρωπιάς, σύμβολο της ένωσης Ανατολής–Δύσης.
Στη συνέχεια, περίπου στις 6:15 μ.μ., το συγκρότημα Sweetwater ανέλαβε το δεύτερο σετ. Παρουσίασε ένα ψυχεδελικό folk-rock πρόγραμμα που περιλάμβανε το «Motherless Child», «Let the Sunshine In» και άλλα τραγούδια, μέσα σε μια ατμόσφαιρα πλέον φορτισμένη από αναμονή και ένταση.
Στις 7:35 μ.μ., στη σκηνή ανέβηκε ο Bert Sommer, ο οποίος χάρισε στο κοινό το «America» των Simon & Garfunkel και απέσπασε την πρώτη ορθοστατική επευφημία του φεστιβάλ. Ακολούθησε ο Tim Hardin, γύρω στις 8:30 μ.μ., με ένα πρόγραμμα διάρκειας περίπου μιας ώρας που περιλάμβανε αγαπημένα folk κομμάτια όπως το «If I Were a Carpenter» και το «Reason to Believe».
Το φεστιβάλ διήρκησε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες
Μέσα στη βραδιά, γύρω στις 12:00 π.μ., ο Ravi Shankar παρουσίασε ένα σετ ινδικής κλασικής μουσικής—raga, tabla solo και μελωδίες—ακόμα κι όταν η βροχή άρχισε να πέφτει, κρατώντας ζωντανή την πνευματική διάσταση του φεστιβάλ.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, στις 1:00 π.μ., ανέβηκε στη σκηνή η Melanie, μπαίνοντας στη θέση των Incredible String Band που αρνήθηκαν να εμφανιστούν λόγω του καιρού. Παρότι το σετ της ήταν μικρό – περί τα 20 λεπτά – έκλεψε την καρδιά του κοινού. Πιο χαρακτηριστική στιγμή ήταν όταν οι θεατές άναψαν κεριά – στιγμή που ύστερα αποτυπώθηκε στο τραγούδι της «Lay Down (Candles in the Rain)».
Ακολούθησε ο Arlo Guthrie στις 1:45 π.μ., για περίπου 40 λεπτά, προσφέροντας folk διαλόγους με τραγούδια όπως «Coming into Los Angeles» και «Amazing Grace», αντιπροσωπεύοντας τη συνέχεια του πατέρα του Woody Guthrie, με πολιτικά και κοινωνικά φορτισμένες επιλογές.
Τέλος, τις πρώτες πρωινές ώρες, στις 3:00 π.μ., η έγκυος τότε Joan Baez ανέλαβε να κλείσει με αξιοπρέπεια και δύναμη αυτή την ιστορική πρώτη μέρα. Με ένα καλαίσθητο σετ που περιλάμβανε τραγούδια όπως «Joe Hill», «Swing Low, Sweet Chariot» και το ρηξικέλευθο «We Shall Overcome», έφερε το φεστιβάλ σε ένα συγκινητικό μουσικό σημείο κορύφωσης, ενώ η βροχή είχε φουντώσει. Το θρυλικό φεστιβάλ ολοκληρώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες.






0 ΣΧΟΛΙΑ