ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΜΟΥΣΙΚΗ

Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ: Ο στυλοβάτης της Δυτικής Μουσικής – «Φεύγει» σαν σήμερα, 28 Ιουλίου 1750, από τη ζωή μετά από μετεγχειρητικές επιπλοκές και κακή περίθαλψη

Μπαχ
Φωτογραφία shutterstock
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Σαν σήμερα, 28 Ιουλίου 1750, έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 65 ετών, ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, μία από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες στην ιστορία της μουσικής. Ο θάνατός του, αποτέλεσμα μετεγχειρητικών επιπλοκών και κακής περίθαλψης μετά από αποτυχημένες επεμβάσεις στο μάτι, βρήκε τον συνθέτη σχεδόν τυφλό και απογοητευμένο, σε μια εποχή όπου η ιδιοφυΐα του δεν είχε ακόμη αναγνωριστεί πλήρως. Παρόλο που στην εποχή του θαυμαζόταν ως ένας εξέχων οργανίστας, τσεμπαλίστας και κατασκευαστής οργάνων, η συνθετική του ιδιοφυΐα θεωρούνταν παρωχημένη. Η πραγματική αναγνώρισή του ήρθε πολύ αργότερα, μετά το 1800, αρχικά στην πατρίδα του και στη συνέχεια σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου 1685 στο Άιζεναχ του Δουκάτου του Ζάξε-Άιζεναχ, στη σημερινή Θουριγγία της Γερμανίας. Ήταν ο μικρότερος από τα οκτώ παιδιά του βιολιστή Γιόχαν Αμπρόζιους Μπαχ, που υπήρξε και ο πρώτος του δάσκαλος στη μουσική, και της Μαρίας Ελισάβετ. Η παιδική του ηλικία σημαδεύτηκε από την απώλεια και των δύο γονιών του. Σε ηλικία μόλις 10 ετών, την κηδεμονία του ανέλαβε ο μεγαλύτερος αδελφός του, Γιόχαν Κρίστοφ, ο οποίος εργαζόταν ως μουσικός στην πόλη Όρντρουφ.

Τα πρώτα βήματα και η διαμόρφωση του μουσικού του ταλέντου

Στο Όρντρουφ, ο αδελφός του δίδαξε στον νεαρό Γιόχαν Σεμπάστιαν όργανο και τσέμπαλο, ενώ ο πρωτοψάλτης Χέρντερ τον μύησε στη θεωρία της μουσικής και τη σύνθεση. Ο Μπαχ ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του με μεγάλες επιδόσεις, ψάλλοντας παράλληλα στην εκκλησία του Όρντρουφ μέχρι το 1700. Το ταλέντο του γρήγορα αναγνωρίστηκε, και σύντομα άρχισε να εργάζεται με συμβόλαιο στον Ναό του Αγίου Μιχαήλ στο Λίνεμπουργκ, συνεχίζοντας παράλληλα να σπουδάζει σύνθεση με τον οργανίστα της εκκλησίας.

Το 1703, μετά από μια εντυπωσιακή δοκιμή στο νέο όργανο του Αγίου Βονιφάτιου στο Άρνστατ και μια συναυλία που προκάλεσε θαυμασμό, ανέλαβε τη θέση του οργανίστα στη συγκεκριμένη εκκλησία, η οποία σήμερα είναι γνωστή ως «Η εκκλησία του Μπαχ». Εκεί παρουσίασε και την πρώτη του καντάτα. Το 1707 παντρεύτηκε τη δεύτερη ξαδέρφη του, Μαρία Μπάρμπαρα Μπαχ, αφού κληρονόμησε ένα θείο του.

Συνεχείς αλλαγές θέσεων

Παρά τη σημαντική διάκριση ως οργανίστας και τη γενικά επιτυχημένη θητεία του στο Άρνστατ, ο Μπαχ αντιμετώπισε προβλήματα με τους εργοδότες του, γεγονός που τον οδήγησε σε παραίτηση. Στη συνέχεια, ανέλαβε τη θέση του οργανίστα στον Ναό του Αγίου Βλασίου της πόλης Μιλχάουζεν, όπου συνέχισε να συνθέτει και να παρουσιάζει τέσσερις ακόμη καντάτες. Ωστόσο, οι παρεμβάσεις των εκκλησιαστικών αρχών στο μουσικό του έργο έγιναν ξανά αιτία παραίτησης.

Μπαχ
Φωτογραφία: shutterstock

Το 1708, ο Μπαχ άρχισε να υπηρετεί στην Αυλή της Βαϊμάρης, αναλαμβάνοντας διάφορα καθήκοντα και γράφοντας πολλά σημαντικά έργα. Μετά την προαγωγή του σε εξάρχοντα (konzertmeister), είχε την υποχρέωση να γράφει και να παρουσιάζει στην Αυλή μια καντάτα κάθε μήνα. Αρχικά, αφοσιώθηκε με πάθος στα νέα του καθήκοντα, αλλά οι σχέσεις του με την Αυλή διαταράχτηκαν. Η φυλάκισή του για ένα μήνα τον Νοέμβριο του 1717, επειδή τόλμησε να αψηφήσει απόφαση του τοπικού ηγεμόνα, διέρρηξε οριστικά τις σχέσεις του με την Αυλή της Βαϊμάρης.

Μετά την αποφυλάκισή του, εργάστηκε για λογαριασμό του φιλόμουσου πρίγκιπα Λεοπόλδου του Άνχαλτ-Κέτεν. Στο Κέτεν, ο Μπαχ διηύθυνε τη χορωδία και την ορχήστρα στην οποία συμμετείχε και ο ίδιος ο πρίγκιπας ως εκτελεστής βιόλας ντα γκάμπα. Το διάστημα 1717-1723 υπήρξε εξαιρετικά παραγωγικό για τον συνθέτη, αφού έγραψε σχεδόν όλα τα μεγάλα του κοσμικά έργα, κοντσέρτα, σονάτες και το πρώτο μέρος του «Καλώς συγκερασμένου κλειδοκύμβαλου». Το 1720, πέθανε απρόσμενα η σύζυγός του, και τον επόμενο χρόνο παντρεύτηκε την Άννα Μαγκταλένα Βίλκε, κόρη μουσικού.

Τα χρόνια της Λειψίας και το τέλος

Ωστόσο, σύντομα βρέθηκε αντιμέτωπος με νέα προβλήματα, αυτή τη φορά αναφορικά με την εκπαίδευση των παιδιών του. Έτσι, άλλαξε για άλλη μια φορά εστία, καταλήγοντας στη Λειψία, αναλαμβάνοντας τη θέση του κάντορα (διευθυντή εκκλησιαστικής χορωδίας) στον Ναό του Αγίου Θωμά. Η θέση αυτή, την οποία είχε αρνηθεί ο γνωστός σήμερα συνθέτης Γκέοργκ Φίλιπ Τέλεμαν, ήταν εξαντλητική. Μεταξύ άλλων υποχρεώσεων, έπρεπε να μη γράφει μουσική για θέατρο, να παρέχει μουσική εκτός από τον Άγιο Θωμά και στον Ναό του Αγίου Νικολάου τις Κυριακές και τις γιορτές, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη περίσταση του ζητηθεί, να διδάσκει στη σχολή του Αγίου Θωμά, κ.ά.

Οι παρουσίες του και η γενικότερη συμπεριφορά του ελέγχονταν συνεχώς από την τοπική Αρχή, με αποτέλεσμα οι έριδες και οι τριβές να φέρνουν συχνά τον συνθέτη σε αντιπαράθεση με το συμβούλιο της πόλης. Παρ’ όλες τις δυσκολίες, ο Μπαχ ανταποκρίθηκε στα καθήκοντά του, παράγοντας έναν εξαιρετικά μεγάλο όγκο έργου με αξιοσημείωτη σπουδαιότητα.

Η όρασή του, ωστόσο, γινόταν ολοένα και ασθενέστερη, μέχρι που χάθηκε οριστικά έπειτα από δύο αποτυχημένες εγχειρήσεις που τού έκανε ένας πλανόδιος Άγγλος κομπογιαννίτης, ο Τζον Τέιλορ. Ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, ήδη πολύ ταλαιπωρημένος, πέθανε στις 28 Ιουλίου 1750, σε ηλικία 65 ετών, αφήνοντας πίσω του έντεκα ενήλικους απογόνους (εννέα από τα 20 παιδιά του πέθαναν σε μικρή ηλικία), πέντε εκ των οποίων έγιναν μουσικοί.

Ο Μπαχ αναγνωρίζεται ως ο συνθέτης που τελειοποίησε την πολυφωνία και καθιέρωσε ουσιαστικά το τονικό σύστημα, πάνω στο οποίο στηρίζεται το οικοδόμημα της λεγόμενης Δυτικής Μουσικής. Είναι δημιουργός μεγαλόπνοων έργων εκκλησιαστικής και κοσμικής μουσικής, όπως η «Λειτουργία σε σι ελάσσονα», «Τα κατά Ματθαίον Πάθη», «Τα κατά Ιωάννην Πάθη», το «Ορατόριο των Χριστουγέννων», «Το καλώς συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο», «Η τέχνη της φούγκας», «Παραλλαγές Γκόλντνμπεργκ» και «Βρανδεμβούργια Κοντσέρτα». Ήταν ένας ακέραιος, τίμιος και συνειδητός οικογενειάρχης, αν και καθόλου φιλόδοξος.

Η μουσική του Μπαχ, που λησμονήθηκε σχεδόν αμέσως μετά τον θάνατό του, ανέσυρε από την αφάνεια πολύ αργότερα ο Μέντελσον, όταν ερευνούσε το έργο του Μπαχ, τον οποίο θαύμαζε απεριόριστα. Ουσιαστικά, όμως, ο Μπαχ «ανακαλύφθηκε» πλήρως τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, και σήμερα θεωρείται όχι μόνο μία από τις κορυφαίες μορφές στην ιστορία της μουσικής, αλλά και ένας από τους πιο πολυπαιγμένους και αγαπημένους συνθέτες παγκοσμίως.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου