«Έσφιγγα την κόρη μου στην αγκαλιά μου, δεν πίστευα ότι ήμουν ζωντανή»: Η Χαρίτα Μάντολες στο Athensmagazine.gr, 51 χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο

Πενήντα ένα χρόνια έχουν περάσει από την τραγωδία της Κύπρου το καλοκαίρι του 1974, όμως οι μνήμες παραμένουν νωπές, ιδιαίτερα για εκείνους που βίωσαν το δράμα στο πιο προσωπικό και σπαρακτικό του επίπεδο. Μία από τις πιο εμβληματικές μορφές αυτής της πληγής που ακόμη δεν έχει κλείσει, είναι η Χαρίτα Μάντολες, η γυναίκα-σύμβολο που είδε τη ζωή της να γκρεμίζεται μέσα σε μια στιγμή. Μόλις 27 ετών τότε, με δύο μικρά παιδιά στην αγκαλιά, είδε τον σύζυγό της, τον πατέρα της και άλλα δέκα συγγενικά της πρόσωπα να εκτελούνται μπροστά στα μάτια της.
Από τότε μέχρι και σήμερα, η Χαρίτα Μάντολες δεν σταμάτησε ποτέ να αγωνίζεται. Για τους αγνοούμενους. Για τη μνήμη. Για τη δικαιοσύνη. Γι’ αυτό και έγινε γνωστή ως «η μάνα των αγνοουμένων». Μαζί με την κόρη της, Ειρήνη, που μεγάλωσε μέσα στον πόνο αλλά και στον αγώνα της μητέρας της – και μετέπειτα και της ίδιας, μιλούν αποκλειστικά στο Athensmagazine.gr και την Μαρία Βέλμαχου και την Αναστασία Κολυβά, ξετυλίγοντας τις πιο οδυνηρές στιγμές της ζωής τους, αλλά και τον αγώνα για δικαίωση.
Η Χαρίτα Μάντολες και η κόρη της, Ειρήνη, στο Athensmagazine.gr
Η 15η Ιουλίου 1974 ήταν η αρχή ενός εφιάλτη που δεν τελείωσε ποτέ. Το πραξικόπημα έσπειρε φόβο, διχασμό και άνοιξε τον δρόμο για την τραγωδία που ακολούθησε. Πολλά έχουν γραφτεί για εκείνες τις ημέρες, αλλά τίποτα δεν είναι πιο δυνατό από τη ζωντανή μαρτυρία μιας γυναίκας που τα βίωσε.
Διαβάστε επίσης
Τι μνήμες σας φέρνει η μέρα του πραξικοπήματος;
Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε. Από τη στιγμή που αυτό που έχει γίνει. Να σκοτώνει αδερφός τον αδερφό, πατέρας το παιδί… Αυτά τα πράγματα είναι ανεπίτρεπτα για την θρησκεία μας. Να τρέχει ο πατέρας μου να μας φωνάζει: «Σκότωσαν τον Μακάριο!» και έλεγαν: «Κόρη μου, τι θα γίνουμε, τι θα απογίνουμε;» Έκλαιγαν. Βάλαμε το ραδιοφωνάκι και άκουγε ο πατέρας μου αυτά που φώναζαν οι πραξικοπηματίες. Μας έλεγαν να μην βγαίνουμε έξω, γιατί θα έρθει η σειρά μας να μας κλείσουν στο κάστρο της Κερύνειας, ότι θα μας βάλουν μέσα… Έκλεισαν δύο μελλοντικούς μου κουμπάρους στο κάστρο της Κερύνειας. Δεν τους άνοιξαν όταν ήρθαν τα αεροπλάνα οι Τούρκοι, και έπεσαν αυτοί από τις πολεμίστρες του κάστρου. Πολύ ψηλά. Δέσανε κουβέρτες και σεντόνια για να πέσουν κάτω, μέσα στη θάλασσα. Ευτυχώς αυτοί είχαν την τύχη να γλιτώσουν. Κάποιοι άλλοι όμως πνίγηκαν. Κάποιοι άλλοι αγνοούνται και σκοτώθηκαν στον πόλεμο. Αυτά μπορούμε να ξεχάσουμε; Δεν περάσαν τα 50 χρόνια. Σαν να είναι σήμερα που έγινε αυτό το κακό.
Από τις 15 μέχρι τις 20 Ιουλίου 1974, η Κύπρος ζούσε σε μια εκκωφαντική σιωπή. Οι δρόμοι άδειοι, τα στόματα κλειστά, οι ψίθυροι γεμάτοι φόβο. Το πραξικόπημα είχε ήδη ανοίξει τις πύλες της καταστροφής, και όλοι περίμεναν, χωρίς να ξέρουν ακριβώς τι, αλλά νιώθοντας πως το χειρότερο πλησίαζε.
Και από τις 15 Ιουλίου μέχρι τις 20;
Σπίτι περνούσαν και μας έλεγαν: «Μην βγαίνετε έξω. Μέσα να είστε.» Αυτό. Και μετά ξημέρωσε η 20η Ιουλίου του 1974. Μας ξύπνησαν οι εκρήξεις. Οι βόμβες, τα αεροπλάνα. Γιατί ήμασταν πολύ κοντά στη θάλασσα. Στερέψαν και τα δάκρυα μας και όλα. Δεν έχουμε δάκρυ. Ο πόνος είναι βαθύς πολύ. Μας ξύπνησαν οι εκρήξεις. Άρχισαν οι εκρήξεις, να χτυπούν οι Τούρκοι σε ένα στρατόπεδο έξω από την Κερύνεια. Και μετά ήρθαν και κατέβηκαν εκεί, κοντά μας. Και ρώτησα εγώ τον άντρα μου τι γίνεται και αυτός μου λέει: «Ήρθαν οι Τούρκοι.» 20 Ιουλίου πρωί ήρθαν οι Τούρκοι. Εγώ φώναζα μαζί του. «Γιατί μου λες ήρθαν οι Τούρκοι;» Μου λέει «Ναι». Όλο το βράδυ άκουγα το ραδιοφωνάκι. Το είχα από τον BBC, από τον αγγλικό ραδιοσταθμό, και έλεγαν ότι τα πλοία από την Τουρκία κατευθύνονται προς την Κερύνεια. Και δεν είναι αυτό που ήθελαν οι πραξικοπηματίες; Να παραδώσουν την Κερύνεια στην Τουρκία. «Γρήγορα» μου λέει, «έλεγαν να πάρουμε τα παιδιά και να τρέξουμε, να κρυφτούμε.»
Διαβάστε επίσης
Και πού να κρυφτούμε; Είχαμε δύο μικρά παιδιά. Η κόρη μου δύο χρονών, ενός ο γιος μου. Ξυπνήσαμε τον πατέρα μου που έμενε στο σπίτι μας, μαζί μας. Φωνάξαμε δίπλα τη μικρή αδερφή μου με δύο μωρά, τριών μηνών και δύο χρονών, και τρέξαμε κάτω από τα λεμονόδεντρα να κρυφτούμε.
Ένα παιδάκι έχασε τους γονείς του. Βγήκαν από το σπίτι τους, τρέχανε να κρυφτούν, βγήκαν κάτω από τα λεμονόδεντρα και χάθηκαν μεταξύ τους. Έκλαιγε το μωρό, ήρθε κοντά μας και λέει: «Έχασα τη μανούλα μου, δεν την είδες; Και τον πατέρα μου;». Δεν τους είδαμε. Λέει: «Τι να κάνω τώρα; Πού να πάω μόνος μου; Τι να γίνω; Να μείνω μαζί σας; Να μείνω μαζί σας;» Ήτανε 14 χρονών. «Μείνε γιε μου μαζί μας, γιατί να μην μείνεις;» Δεν ξέραμε τι θα ακολουθούσε. Έμεινε το μωρό μαζί μας. Σε λίγο ήρθε ένας άντρας με τρία παιδάκια και λέει: «Χάσαμε τη μανούλα μας, τη γιαγιά μας. Δεν τις είδατε;» Λέει ο πατέρας: «Τους δώσαμε ψωμί και νερό. Θα πάμε πάνω να κρυφτούμε.»
Έφυγαν από κοντά μας. Ώρα 8 και 20. Λέει το ραδιόφωνο: «8 και 20, όλοι οι έφεδροι στρατιώτες να κατακαχθούν στη μονάδα τους.» Ήταν έφεδρος ο σύζυγός μου και ο γαμπρός μου, της μικρής αδερφής μου. Λέει: «Πρέπει να πάμε να καταχθούμε στη μονάδα μας». Έτρεξαν, έφυγαν από κοντά μας. Άργησαν αρκετά να επιστρέψουν. Έκαναν κανένα δύο ώρες, να πάνε έξω. Επέστρεψαν πίσω με πολλούς στρατιώτες. Και τότε έγινε 12 το μεσημέρι, είναι η ώρα μία. Είπαν οι άντρες: «Εδώ θα μας σκοτώσουν οι αδέσποτες σφαίρες που ρίχνουν οι Τούρκοι.» Έριχναν πάρα πολλές σφαίρες οι Τούρκοι και θα μας σκοτώσουν οι αδέσποτες σφαίρες ή οι φωτιές που φέρνουν. Πρέπει να φύγουμε, να πάμε να κρυφτούμε σε ένα υπόγειο, είπαν.
Ο μπαμπάς μου είχε ένα υπόγειο που πάνω από αυτό το υπόγειο είναι το σπίτι της αδερφής μου, που ήταν με πέτρα χτισμένα από κάτω. Και λέει: «Δεν μπαίνουν οι σφαίρες. Να πάμε να κρυφτούμε εκεί.».
Μείναμε μέχρι το βράδυ. Το βράδυ ήρθε κοντά μας η κοπέλα που είχε χάσει τον άντρα της με τα παιδιά, που πέρασαν από κάτω μας και έφυγαν για τον βουνό. Ήρθε η κοπέλα και ήθελε να πάει κάποιος μαζί της να βρει τον άντρα της. Ήταν ο αδερφός της μαζί μας και της λέει: «Δεν θα φύγουμε τώρα νύχτωσε. Να πάμε αύριο το πρωί να δούμε. Κάπου βρίσκεται ο σύζυγός σου. Πρόσεχε, μη φοβάσαι», της έλεγε. Και έτσι έμεινε μαζί μας και ξημέρωσε η άλλη μέρα.
Όταν ξημέρωσε, ο σύζυγός μου είπε: «Θα πάω πάνω στο σπίτι μας.» Ήταν δίπλα μας το σπίτι μας. «Θα πάω να φέρω γάλα και νερό για τα παιδιά», λέει. «Θα έρθω και εγώ να σε βοηθήσω», του λέω. «Όχι, μείνε πίσω, μου λέει, «μην έρθεις.» Εγώ βγήκα από το υπόγειο. Αυτός έφυγε. Εγώ περίμενα λίγο να βγω έξω. Και ο σύζυγός μου ήξερε ότι θα πήγανα από πίσω του. Πήγε και βγήκε στην τζαμαρία του σπιτιού και με έβλεπε, γιατί πίστευε ότι θα έρθω πίσω του. Και εκείνη την ώρα ένα αεροπλάνο κατέβαινε πολύ χαμηλά. «Πρόσεχε! Πρόσεχε!».
Εκείνη την ώρα, άκουσε τη φωνή του, ένας στρατιώτης που ήταν πληγωμένος κοντά μας και μπήκε μες στο φούρνο του σπιτιού μας. Γιατί δεν ήξερε αν είμαστε Έλληνες ή Τούρκοι εκεί. «Δεν ξανά ήρθα», λέει, «και δεν εγνώριζα.» «Και όλο το βράδυ άκουγα τα παιδιά σας μέσα στο υπόγειο που έκλαιγαν και δεν μπορούσα να φωνάξω γιατί δεν έχω ξανά έρθει εδώ και δεν ξέρω αν είσαστε Έλληνες ή Τούρκοι. Αλλά όταν άκουσα τον άντρα να φωνάζει ‘Πρόσεχε!’, κατάλαβα ότι ήσασταν Έλληνες.» Και έτσι, ο σύζυγός μου έτρεξε κοντά μας και φώναζε αυτός: «Βοήθεια!». Πήγε στον στρατιώτη, τον είδε. Ήταν μέσα στο φούρνο του σπιτιού μας και μετά βγήκε και μπήκε κάτω από το κοτέτσι. Και ο σύζυγός μου πήγε κοντά του. Έτρεξα και εγώ. Αυτός ήρθε κοντά μου και μου λέει: «Έλα να βοηθήσουμε έναν στρατιώτη».
Διαβάστε επίσης
Έτρεξα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον στρατιώτην αυτόν. Έτρεμε από το φόβο, έτρεμε και η γλώσσα του ήταν κρεμασμένη κάτω από το μάγουλο. Και εγώ τον άγγιζα και του έλεγα: «Γιε μου, μη φοβάσαι, είσαι μαζί μας τώρα, μη φοβάσαι». Πήγε σιγά σιγά μέσα, ήρθε και τον πήρε ο σύζυγός μου. Τον πήραμε μαζί πάνω στο σπίτι μας, τον έβαλε στο μπάνιο, ήταν πληγωμένος πίσω. Του έπλυνε τις πληγές και του έδεσε, και του έβγαλε τα ρούχα τα στρατιωτικά και του έδωσε πολιτικά ρούχα και φόρεσε. Και του έφτιαξε έναν καφέ.
Εκείνη την ώρα έφτασαν η μάνα της Μαρούλας, της κοπέλας που έχασε τον σύζυγό της. Κοντά μας έφτασαν η μάνα της. Η Μαρούλα βγήκε πάνω στο σπίτι μας και ήθελε να φύγει, να τρέξει να βρει τον άντρα της και τα μωρά. Όταν ήρθε η μητέρα της, της λέει: «Κόρη μου, δεν βρήκες τον άντρα τους ακόμα; Γρήγορα, έλα να πάμε να τον βρούμε». Και εγώ φώναζα: «Μη φύγετε! Μη φύγετε από μας! Μείνετε μαζί μας! Κάπου θα κρύφτηκε ο σύζυγός σου, μη φύγετε!». Αυτές όμως πήραν την ανηφόρα, να ανηφορίσουν. Εγώ πήγα στο παράθυρο και το μπάνιο μου και πάνω από το σπίτι μου ήταν ένα σπίτι της αδερφής μου. Είχαν Τούρκους εκεί, γεμάτο. Βγήκαν και τις άρπαξαν. Τα ουρλιαχτά τους, οι τσιριές τους είναι μέσα στα αυτιά μου. Δεν μπορούν να φύγουν. Τις άρπαξαν. Δεν βρέθηκαν ακόμα ούτε ζωντανές, ούτε νεκρές.
Σε λίγο περνάει μπροστά από το σπίτι μας ένας Τούρκος, κρατούσε μια χειροβομβίδα στο δεξί του χέρι και έναν ασύρματο στην πλάτη του. Πέρασε μπροστά μας. Δεν ξέρω, 5–10 λεπτά πέρασαν. Εγώ δεν ήξερα τι να κάνω. Γρήγορα, λέω, πήρα λαμπάδες, κεριά, τα ανάψαμε. Κι αυτοί που ήμασταν πάνω στο σπίτι, 6–7 άτομα, γονατίσαμε κάτω από τον κορμό του σπιτιού, γιατί πιστεύαμε ότι θα έπεφτε το σπίτι πάνω μας. Ανάψαμε τα κεριά και προσευχόμασταν. Εμένα φαίνεται ο Θεός με καθοδηγεί και μου δίνει τη δύναμη και τη φώτιση, γιατί βλέπω τον στρατιώτη και άρχισα να τον ρωτώ: «Ποιος είσαι γιε μου; Πώς βρέθηκες εδώ;» Κι αυτός μου είπε αυτά τα λόγια, όπως ακριβώς μου τα είπε. «Τρία χωριά μάς μάζεψαν και μας έβαλαν σε τρία λεωφορεία. Μας κατέβασαν εδώ πιο κάτω από το σπίτι σας. Όλα τα παιδιά είναι νεκρά κάτω από κάποιες ελιές. Εγώ πληγώθηκα και έκανα τον νεκρό το βράδυ, και όταν έφυγαν οι Τούρκοι, σύρθηκα μέχρι το σπίτι σας. Άκουγα τα παιδιά, αλλά δεν ήξερα αν είσαστε Έλληνες ή Τούρκοι. Και όταν άκουσα τον άντρα να φωνάζει ‘Πρόσεχε’, κατάλαβα ότι είστε Έλληνες. Και φώναξα ‘Βοήθεια’.»
Έγινε 5 και 20 το απόγευμα. Ακούσαμε πάνω ποδοβολητά, σπάγαν τα πάντα έξω, πολλές φωνές. Από τις τρύπες του στάβλου γύρω γύρω και ήμασταν περικυκλωμένοι από τους Τούρκους. Πώς θα φύγουμε όλοι; Και τότε είπαμε να παραδοθούμε. Οι άντρες έλεγαν: «Δεν θα παραδοθούμε στους Τούρκους». Οι γυναίκες έλεγαν: «Είμαστε άοπλοι και γυναικόπαιδα, και δεν φταίξαμε σε κανέναν». Και τότε μια κοπελίτσα βρήκε μέσα στο στάβλο αυτό, μες στο υπόγειο, ένα καλάμι και ένα άσπρο ρούχο. Το έδεσε πάνω στο καλάμι και το βγάλανε από την τρύπα του στάβλου έξω, και φώναζε: «Μην πυροβολείτε! Είμαστε άοπλοι και γυναικόπαιδα!».
Οι Τούρκοι έσπρωξαν την πόρτα, την άνοιξαν και μας είπαν με τα χέρια ψηλά, τα χέρια, ένας ένας να βγαίνουμε από μέσα από τον στάβλο. Βγήκαμε όλοι και μας έβαλαν πάνω. Ήταν εδώ, στο σπίτι της αδερφής μου, η βεράντα, και μας είπαν: «Καθίστε εδώ, να δούμε τι θα σας κάνουμε». Τα βάσανα του Ιησού Χριστού, εκεί μας έκαναν. Χτυπούσαν τους άντρες πάρα πολύ. Τραβούσαν τα ρούχα τους και τους ξέσκισαν. Μας ποδοπάτησαν κάτω τα μπιμπερά των παιδιών, τα γάλατα, τα ρούχα. Μας τα ποδοπάτησαν. Τούρκοι πολλοί ήρθαν κοντά μας.
Και φέραμε μαζί μια Αγγλέζα, της οποίας έτρεχαν αίματα από τα πόδια της, με έναν αγοράκι μικρό, 5–6 χρονών. Και μας είπαν ότι τον σύζυγό της τον σκότωσαν σε ένα σπίτι πιο κάτω. «Και εμένα με πήραν και με κακοποίησαν πολλές φορές.» Οι Τούρκοι. Πολλοί Τούρκοι. Και μετά αποφάσισαν ότι θα μας πάρουν αιχμαλώτους. Μας ανηφόριζαν για το βουνό. Όταν περπατήσαμε κανένα χιλιόμετρο, μας χτυπούσαν, μας κλωτσούσαν. Μας είπαν να στρίψουμε αριστερά, σε έναν δρόμο. Μας είπαν: «Καθίστε εδώ τώρα.» Και προσευχόμασταν στον Αρχάγγελο Μιχαήλ, τον Άγιο Νικόλαο. Στου Πέτρου και Παύλου την εκκλησία, που ήταν στο πιο πάνω χωριό. Και παρακαλούσαμε να μας βοηθήσουν. Να γλιτώσουμε. Οι Τούρκοι γύρω μας στήσανε τρυπόδια. Και βάλανε τα όπλα πάνω και πυροβολούσαν.
Ένας Τούρκος άρπαξε έναν άντρα από την παρέα μας, μέσα στον κύκλο, με ένα μωρό στην αγκαλιά του. Έβγαλε το περίστροφο να τον σκοτώσει. Κάθε λίγο. Η γυναίκα του φώναζε: «Μην τον σκοτώσεις! Είναι ο άντρας μου και το παιδί μου! Μην τον σκοτώσεις!»
Ένας Τούρκος άλλος… Εκεί είχε μια ελιά μεγάλη. Είναι αιωνόβια ελιά, που έχει κουφάλα μέσα. Πήγαινε και κάθισε ένας Τούρκος. Ήταν μπροστά, μακριά από μας, αλλά μπροστά μας. Τον βλέπαμε. Κάθε λίγο έβγαινε από την κουφάλα και μας έκανε σύνθημα με το χέρι. Κάθε λίγο. Λέγανε οι άντρες οι δικοί μας: “Μα τι θέλει να πει αυτός; Ότι οι Τούρκοι θα αρχίσουν να πυροβολούν και θα μας σκοτώσουν όλους;” Και κάποιοι έλεγαν: “Όχι, ίσως θέλει να μας βοηθήσει, γι’ αυτό κρύβεται στην κουφάλα του δέντρου και να βγαίνει έξω και να μας κάνει αυτό το σύνθημα. Ίσως θέλει να πει, για να μας βοηθήσει, ότι οι Τούρκοι θα αρχίσουν να πυροβολούν και να πέσουμε κάτω.”
Και ακριβώς είναι αυτά τα λόγια τα τελευταία που άκουσα από τον σύζυγό μου. Μου είπε: “Αν οι Τούρκοι αρχίσουν να πυροβολούν, να πέσεις κάτω και να κάνεις την νεκρή.” Πίστευα ότι κι αυτός το ίδιο θα έκανε. Δεν ήταν έτσι όμως.
Και όταν μας είπαν “περιμένουμε να έρθει ο αξιωματικός τώρα”, σε λίγο έφτασε ο αξιωματικός. Ήρθε. Ήταν ένας κοντός με τρεις αστέρες χρυσές στο μανίκι του. “Ποιος από αυτούς μπορεί να μιλήσει μαζί μου τούρκικα για να τους πω τι θα τους κάνουμε;” είπε ο αξιωματικός. Και σηκώθηκε ανάμεσά μας μια γυναίκα. Ήταν από ένα χωριό που ζούσαν και Τούρκοι και ήξερε τούρκικα. Σηκώθηκε ανάμεσά μας και του λέει: “Πρέπει να σεβαστείτε, είμαστε άοπλοι και γυναικόπαιδα.” Και αυτός αμέσως το χέρι το έστρεψε από πάνω μας και είπε: “Όλους θα σας εκτελέσουμε.” Αυτή του λέει: “Γιατί να μας εκτελέσετε; Είμαστε άοπλοι και γυναικόπαιδα. Δεν φταίξαμε σε κανένα. Δεν κρατήσαμε όπλο εμείς.”
Και τότε οι Τούρκοι μας είπαν να σηκωθούμε από κάτω και να περπατάμε δύο-δύο στη γραμμή. Μας έσπρωχναν, μας κλωτσούσαν, μας χτυπούσαν πίσω. Όταν επιστρέφαμε πίσω, μας είπαν: “Τώρα τρεις-τρεις στη γραμμή να περπατάτε. Πρέπει να κάνεις τριάδα για να επιστρέψεις.” Επέστρεψα πίσω εγώ από τη μια μεριά, κρατούσα τον πατέρα μου, την κόρη μου και τον σύζυγό μου από την άλλη. Και όταν επιστρέψαμε πίσω, πάλι εκεί που ήμασταν προηγουμένως, μας άρχισαν να μας χτυπούν. “Πίσω τώρα, δυο-δυο στη γραμμή να περπατάτε.” Πόλεμο νεύρων.
Και τότε, εκείνη την ώρα, δίπλα μου, ένας Τούρκος στρατιώτης πυροβόλησε έναν άντρα από την παρέα μας. Τον πυροβόλησε μια φορά. Τον πυροβόλησε πάλι. Και αυτός ήρθε και στην ελίτσα, ήταν μια μικρή ελιά εκεί, με έβαλε στην αγκαλιά του και την έσφιξε ο άνθρωπος αυτός. Και ο στρατιώτης τον πυροβόλησε.
Και εκείνη την ώρα, φαίνεται ήρθαν και σε μένα τα λόγια που μου είπε ο σύζυγός μου: “Αν δω κάποιον να πυροβολούν, να πέσω κάτω, να κάνω την νεκρή.” Έπεσα κάτω, αλλά έσφιγγα πολύ την κόρη μου στην αγκαλιά μου. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε. Και ένιωσα να με κλωτσάνε, με χτυπούσαν, με κλωτσούσαν. Το ένιωθα, αλλά δεν πίστευα ότι ήμουν ζωντανή. Το χέρι μου, στο πόδι μου το άγγιξα και ένιωσα το πόδι μου και λέω: “Η κόρη μου;” Την έπνιξα στην αγκαλιά μου. Και τότε πήρα δύναμη και σηκώθηκα και άρχισα να φωνάζω τον άντρα μου.
Και μετά άρχισα να φωνάζω: “Το μωρό μου!” Που κρατούσε ο άντρας μου. Δεν περπατούσε. Έκλαιγε πάρα πολύ το παιδί. Ήταν πληγωμένο. Ήταν πληγωμένο και τα αίματα, μαζί με τα δάκρυά του, έγινε όλο αίματα. Δεν μίλησε ως εκείνη την ημέρα το μωρό μου. Και εκείνη την ώρα βρέθηκε αυτός ο Τούρκος που ήταν κρυμμένος στην κουφάλα. Βρέθηκε μπροστά μου. Τον πήρα από το μανίκι και του φώναζα: “Το μωρό μου είναι ζωντανό και δεν με αφήνουν να το πιάσω! Άφησέ με εσύ!” Και αυτός πήρε το μωρό μου από το χέρι και μου το πέταξε μακριά, μέσα στ’ αγκάθια.
Ακόμα δύο κοριτσάκια. Το ένα είχε τη σφαίρα στο χέρι και το άλλο στο πόδι, πάνω στους γονείς τους. Τα πήρε και αυτά και μας τα πέταξε. Και έτρεξα να πάρω το γιο μου από μέσα στ’ αγκάθια. Προσπαθούσα να το σηκώσω. Κρατούσα και την κόρη μου. Και έτρεξε μια κοπελίτσα και λέει μου: “Άφησε μου το Γιάννη σου, έχασα το δικό μου το μωρό. Αφήσ’ μου το.” Αφού δεν μπορούσα να τα σηκώσω, της το άφησα. Το έβαλε έτσι σφιχτά και το έσφιξε στην αγκαλιά της. Κι ένας Τούρκος το τραβάει, με λύσαν από πάνω της και το πετάει πάλι μακριά. Και τρέχει μια γιαγιά, το έβαλε στην αγκαλιά της και δεν την άφηνε να το πάρει ο Τούρκος. Κι αυτός ο Τούρκος έβγαλε τη λόγχη, την τράβηξε από πάνω στο λαιμό και κατέβηκε κάτω τη γιαγιά.
Και τότε εγώ έτρεξα να πάρω πάλι το γιο μου από μέσα στ’ αγκάθια, που τον πέταξε ο Τούρκος. Και τρέξε μια μεγαλύτερη αδερφή μου και μου λέει: “Άσε μου το Γιάννη σου, γιατί έχασα και τα τρία μου τα μωρά. Πέθαναν και τα τρία μου τα μωρά. Κρατούσαν τον πατέρα τους σφιχτά από τα χέρια. Πίστευαν ότι έχουν περισσότερη ασφάλεια με τον πατέρα τους, γιατί ήταν 7, 8 και 9 χρονών τα μωρά.” Και όταν πυροβόλησαν τον πατέρα, και τα άφησαν, έπεσαν κάτω όπως έπεσε ο πατέρας. Και τα είδαν οι αδερφοί μου και νόμιζαν ότι τα εσκότωσαν. Δεν τα εσκότωσαν όμως. Αλλά τον άνθρωπο που βάλαμε μπροστά μας με το μωρό, να τον σκοτώσουν προηγουμένως, αυτός άρχισε να τρέχει όταν είδε να πυροβολούν. Και τον είδε ο Τούρκος της Κουφάλας και του έγνεψε να κρυφτεί πίσω από το θάμνο. Και έτρεχε αυτός και τα παιδιά της αδερφής μου τον είδαν – τον θείο τους – να τρέχει. Πήραμε δύναμη, λέει, και τρέξαμε και φτάσαμε τον θείο, τον Βασίλη. Και τα προστάτευσαν τα μωρά. Και μας έφερε γύρω ύστερα, μακριά, και τα πήραμε. Και έτσι. Δεν μπορώ να ξεχάσω αυτά. Συνέχεια είναι «ταινία» και γυρίζει στο μυαλό μου. Δώδεκα ανθρώπους σκότωσαν. Και τον στρατιώτη εκεί.
Και τότε μας διώχναν να φύγουμε, μας διώχναν να φύγουμε, και έτρεξε αυτός ο Τούρκος της κουφάλας πάλι, που τρέχαν οι στρατιώτες να πάρουν κορίτσια πάλι, και έβαζε το όπλο επάνω τους, και μας γλίτωνε. Προσεύχομαι για αυτόν τον Τούρκο, προσεύχομαι πολύ να τον έχει καλά ο Θεός, γιατί με βοήθησε να πάρω το γιο μου και μας προστάτευσε, και δεν πήραν άλλες κοπέλες. Τρέχαμε. Αυτός ο άνθρωπος που έτρεξε και βοήθησε, και τα παιδιά της αδερφής μου πήγαν και κρύφτηκαν σε έναν πηγάδι — εφτά μέρες μέσα στο πηγάδι. Και εφτά μέρες, λέει, κατέβηκε ο Άγιος Γεώργιος και του είπε: «Έβγα πάνω τώρα, έβγα έξω». Εβγήκαν, και εκεί είχαν δύο στρατιώτες, δικούς μας στρατιώτες, και τον πήραν στο νοσοκομείο.
Εμείς κρυφτήκαμε σε έναν άλλον, κοντά στη θάλασσα, σε ένα υπόγειο. Περάσαμε εκεί τρεις νύχτες, δεν μπορώ να περιγράψω. Βρήκαμε ένα κρεβάτι με βαμβάκι, βάζαμε βαμβάκι και τους γεμίζαμε τα αυτιά και το στόμα, να μην κλαίνε και να μην ακούν έξω τις σφαίρες. Όμως το τρίμηνο της αδερφής μου έκλαιγε συνέχεια. Έλεγαν οι γυναίκες: «Πνίξε το, να μην μας ακούσουν έξω οι Τούρκοι, πνίξε το». Σταμάτησε να κλαίει, χωρίς φαγητό, χωρίς τίποτα.
Εμείς κάναμε απόπειρα να πάμε να πέσουμε στη θάλασσα. Αυτή η κοπελίτσα όμως, η ξαδέρφη μου που είχε το ξενοδοχείο, ήταν και νοσοκόμα. Λέει: «Εγώ δεν θα πνιγώ, ελάτε πίσω, και δεν πρέπει να δώσουμε την ψυχή μας του σατανά. Ο πόλεμος θα τελειώσει. Και θα μας γυρέψουν». Δεν μας αφήνει να πάμε. Κι έτσι, την τρίτη νύχτα, την άλλη μέρα το πρωί, οι δύο στρατιώτες, δικοί μας, κατά λάθος ήρθαν εκεί και μας βρήκαν, και ειδοποίησαν τα Ηνωμένα Έθνη. Και ήρθαν λεωφορεία που έβγαζαν αιχμαλώτους και μας έβγαλαν στις ελεύθερες περιοχές.
Ο αγώνας συνεχίζεται. Πόσα χρόνια και να περάσουν, εμείς είμαστε εκεί. Η προσπάθεια συνεχίζεται, 50 χρόνια τώρα, όπως ξέρετε. 1619 οι αγνοούμενοι. Πρέπει να μάθουμε για όλους αυτούς τι έχει γίνει.
Η Ελλάδα, η ελληνική κυβέρνηση, έχει κάποια αρχεία. Ο στρατός. Υπάρχουν αρχεία και γνωρίζει πάρα πολλά πράγματα για κάποιους από τους αγνοούμενους. Όμως αυτά τα αρχεία δεν τα έχει δώσει ποτέ στην κυβέρνηση της Κύπρου. Θεωρούνται απόρρητα και τα κρατάει η κυβέρνηση της Ελλάδας σαν απόρρητα. Έχουν γίνει προσπάθειες για να δοθούν τα αρχεία, ώστε να ενοποιηθεί όλο το αρχείο. Υπάρχουν διάφορα αρχεία να ενοποιηθούν. Αλλά είναι πολύ σημαντικές οι πληροφορίες που έχει και ο ελληνικός στρατός, τα οποία δεν έχουν δώσει. Και οι βασικές πληροφορίες είναι στα ημερολόγια πολέμου που διατηρούσε η Τουρκία το 1974.
Δηλαδή η Τουρκία γνωρίζει και για τον τελευταίο αγνοούμενο τι ακριβώς έγινε. Ο λόγος που δεν δίνει τα στοιχεία είναι ακριβώς για να συνεχίζει τον πόνο και την αναμονή. Δηλαδή ένα είδος βασανιστήριο απέναντι στην κυπριακή κυβέρνηση, την οποία βέβαια η Τουρκία δεν αναγνωρίζει. Δηλαδή, η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την κυπριακή κυβέρνηση. Άρα, σε μια προσπάθεια να συνεχίζει το μαρτύριο. Γιατί υπάρχουν περιπτώσεις που ξέρουμε ότι υπάρχουν τάφοι, που εκεί έγιναν στρατόπεδα, έγιναν μνημεία. Και δεν δίνει δικαίωμα στην Επιτροπή που είναι υπεύθυνη για να γίνουν τα σκάμματα, να βρεθούν οι άνθρωποι.
Επειδή είπατε την ελληνική κυβέρνηση, φαντάζομαι, είμαι σίγουρη ότι έχετε προσπαθήσει πολλές φορές. Έχετε πάρει κάποια απάντηση πιο συγκεκριμένη;
Κοίταξε, την πληροφορία την έχω από φίλους μου, που ακόμα οι γονείς τους είναι αγνοούμενοι. Ήταν και στρατιωτικοί κάποιοι από αυτούς, και προσπάθησαν να έρθουν σε επικοινωνία. Οι τελευταίες πληροφορίες ήταν ότι: «Ναι, βεβαίως θα δοθούν τα αρχεία. Είναι όμως κάποια που είναι απόρρητα, και — ξέρω ‘γω — πρέπει να δοθούν κάποιες άδειες για να ανοίξουν αυτά τα απόρρητα αρχεία για να δοθούν.» Όμως είναι πολύ σημαντικό. Δηλαδή, θα μπορούσε να δώσει κάποιες πληροφορίες, τις οποίες δεν έχει η δική μας πλευρά, για να μπορέσει να προχωρήσει, στο να πιέσει να βρεθούν τότε οι άνθρωποι. Αλλά κατά καιρούς έχουν κάνει, ναι.
Εγώ έχω να πω κάτι άλλο. Τώρα άρχισαν οι αιχμάλωτοί μας, 50 χρόνια τώρα, άρχισαν και μιλούν. Οι αιχμάλωτοι πολέμου, που πήγαν στην Τουρκία, που τους κρατούσαν οι Τούρκοι. Και έχω κάποια πληροφορία, ότι στον πόλεμο στην Κύπρο το 1974 οι Τούρκοι έφεραν και Έλληνες αξιωματικούς, οι οποίοι είχαν κάνει τον στρατό στην Κωνσταντινούπολη και έκαναν το στρατό με τους Τούρκους εκεί και τους έφεραν εδώ να πολεμήσουν. Ενώ αυτοί προσπαθούσαν να βοηθήσουν Έλληνες. Και βγήκαν βιβλία, πάρα πολλά, αληθινές ιστορίες, και γράφει ότι 12 αξιωματικοί Έλληνες ήρθαν στην Κύπρο και τους έχουν σκοτώσει οι Τούρκοι. 12 αξιωματικοί Τούρκοι υπήκοοι. Τούρκοι υπήκοοι, Έλληνες όμως. Και τους έφεραν εδώ, ενώ τους έφεραν για να τους σκοτώσουν. Και εγώ διερωτώμαι με αυτές τις μανούλες στην Κωνσταντινούπολη, που περιμένουν τα παιδιά τους και αυτοί τους έφεραν και τους σκότωσαν και βοήθησαν και πολλούς Έλληνες αυτοί οι στρατιωτικοί αξιωματικοί.
Κατά καιρούς, η προσπάθεια και των κυβερνήσεων από την Ελλάδα αλλά και των κυπριακών κυβερνήσεων στην προσπάθειά τους να κρατούν και να καθησυχάζουν την Τουρκία, ώστε να μην τους προσβάλλουν, να μην τους δημιουργούν θέματα, για να έχουμε καλές σχέσεις μαζί τους, κατά καιρούς αφήνουν το θέμα στο περιθώριο. Δηλαδή, θα μπορούσαν άνετα και η Ελλάδα και η Κύπρος, όπως στην Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όταν έρχεται η ψήφιση ενός μεγάλου κονδυλίου για να δοθεί στην Τουρκία, να μπει ένα βέτο και να τους πουν «Όχι, θα προχωρήσουμε, υπάρχει ένα ανθρωπιστικό θέμα ανοιχτό, είναι το θέμα των αγνοουμένων. Εάν δεν δώσετε τα στοιχεία που έχετε για αυτούς τους ανθρώπους, δεν προχωρούμε στο να δοθεί αυτό το κονδύλι.» Δεν το κάνουν.
Είναι τούτο η Ειρήνη μου που μου είπε ο Γάλλος, ο Πρόεδρος, προχθές που ήμουν στο Κοινοβούλιο, ότι αυτά που μου είπες, μου είπαν να μη βάλουν την Τουρκία στην Ευρώπη το πρώτο. Και θα τα πω, και να μας βγουν και τους αγνοουμένους θα το προτείνω αυτό, λέει. Και αν δεν δώσουν αυτά που τους λέμε να τα δεχτούν, θα τους κόψω τη βοήθεια.
Το θέμα των αγνοουμένων, ένα από τα εγκλήματα πολέμου που συνεχίζεται ακόμα στην Κύπρο και δεν δίνεται καμία σημασία, είναι ο εποικισμός που γίνεται στα κατεχόμενα. Δηλαδή, αυτή τη στιγμή ο αριθμός των εποίκων, δηλαδή των Τούρκων, είναι διπλάσιος ίσως από τον Τουρκοκύπριο.
Ήδη, πριν μερικές μέρες, οι Τουρκοκύπριοι — η ομάδα Τουρκοκυπρίων — έχουν κάνει αγωγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και καταγγέλλουν την Τουρκία για το γεγονός ότι συνεχίζει τον εποικισμό με σκοπό να αλλοιωθεί ο δημογραφικός χαρακτήρας, βεβαίως, των κατεχομένων. Ούτε για αυτό το θέμα, δηλαδή. Οι κυβερνήσεις μας έπρεπε να κάνουν πόλεμο για αυτό το θέμα… Δηλαδή, προσπαθούν να αλλάξουν τον δημογραφικό χαρακτήρα, ενώ οι Τουρκοκύπριοι έχουν κάθε δικαίωμα να παραμείνουν στην Κύπρο, όπως έχουν δικαίωμα να παραμείνουν οι Μαρωνίτες, οι Αρμένιοι, όπως έχουν δικαίωμα να παραμείνει οποιοσδήποτε Ευρωπαίος πολίτης. Αλλά ο εποικισμός είναι παράνομος, είναι ένα έγκλημα πολέμου.
Διάβασα πριν κανένα μήνα για τον Χριστοδουλίδη, που προσκάλεσε τον Ερντογάν στην Κύπρο. Πώς το είδατε αυτό; Γιατί λέει ήταν διπλωματικό.
Ναι, καθαρά διπλωματικό, γιατί δεν υπάρχει πιθανότητα ο Ερντογάν να έρθει στην Κύπρο. Ο Ερντογάν δεν αναγνωρίζει την κυπριακή κυβέρνηση, απλά έτσι, διπλωματικά, προσπαθούσε να δείξει ότι εμείς έχουμε όλοι την καλή διάθεση. Βέβαια, ο Ερντογάν δεν είναι ευπρόσδεκτος στην Κύπρο για κανένα λόγο, ούτε ο Ερντογάν ούτε οποιοσδήποτε υποστηρίζει τα όσα έγιναν. Εγώ προκαλώ τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον κ. Χριστοδουλίδη, το θέμα των αγνοουμένων και το θέμα των κατοικιών μας να το βάλει στην Ευρώπη, γιατί για να μπούμε στην Ευρώπη μας είπαν: «Να μπείτε στην Ευρώπη και εμείς θα σας βοηθήσουμε να λυθεί και το Κυπριακό».
Ο Νταβούτογλου, ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, ο παλιός υπουργός Εξωτερικών, σε ένα πολύ σημαντικό βιβλίο που είχε γράψει για το Κυπριακό, είχε γράψει ότι η Κύπρος είναι στρατηγικό σημείο για εμάς και ακόμα και να μην υπήρχε Τουρκοκύπριος στην Κύπρο, θα δημιουργούσαμε έναν για να έχουμε λόγο ύπαρξης. Αυτό το πράγμα, δηλαδή εγώ που είμαι, τέλος πάντων, ένας απλός πολίτης, μπορώ να το καταλάβω. Δεν μπορούν να το καταλάβουν οι πολιτικοί μας, δεν μπορεί να το καταλάβει η κυβέρνηση της Ελλάδας, η πολιτική της Ελλάδας, η πολιτική δική μας, η πολιτική της Ευρώπης; Έκαναν τόσο χαμό για τη Ρωσία γιατί έκαναν εισβολή, έκαναν τόσο χαμό τώρα για το Ισραήλ και κάνουν τόσες να τους βάλουν κάποιους όρους, που δεν τους έκαναν στην Κύπρο, που είναι ευρωπαϊκή χώρα, που είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Γιατί δεν ισχύει το ίδιο; Αυτό το πράγμα πρέπει να προβληματίσει και την Ελλάδα, γιατί σήμερα είναι η Κύπρος, αύριο μπορεί να είναι το Αιγαίο, μεθαύριο μπορεί να είναι η Θράκη. Δηλαδή, οτιδήποτε μπαίνει πάνω από όλα είναι το συμφέρον των χωρών.
Καταλαβαίνω ότι έχετε μία απογοήτευση μεγάλη και από την Ελλάδα και την Ελληνική Κυβέρνηση, εννοείται, παραπάνω από τις άλλες χώρες.
Σίγουρα, και από τις δικές μας κυβερνήσεις, αλλά και από τις δικές μας και από τους βουλευτές μας και όλα, 50 χρόνια τώρα. Έχουν περάσει 51 χρόνια. Εγώ ήμουν 2 χρονών, είμαι 53, η γενιά των ανθρώπων που βίωσαν την εισβολή, όπως είναι η μάνα μου, «φεύγουν» σιγά σιγά. Η δική μου γενιά, στην προσπάθειά τους οι πρόσφυγες να μην κάνουν αναφορά λόγω και πόνου, πολλές φορές άφησαν το θέμα, και ο κόσμος πλέον έχει συνηθίσει την κατοχή, έχει συνηθίσει αυτό το πράγμα. Δηλαδή, δεν υπάρχει παλμός και αγωνιστικότητα. Τώρα που είναι τα 50 χρόνια, θυμούνται στις επετείους μόνο οι πολιτικοί. Για εμάς όμως, αυτό το θέμα δεν είναι απλά μια επέτειος, εμάς είναι κάθε μέρα, είναι η καθημερινότητά μας.
Και αντιλαμβάνεσαι ότι τούτο το πράγμα είναι ένα πολύ βαθύ τραύμα, και τούτο το τραύμα, βέβαια, το μεταφέρουμε και στα παιδιά μας. Δηλαδή, έχω δύο παιδιά μικρά, 24-25 χρονών, είμαι σίγουρη ότι έχω μεταφέρει τούτο το τραύμα στα παιδιά μου, ένα τραύμα που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, αλλά δυστυχώς παραμένει ένα τραύμα. Και εντάξει, συζητούν για μια λύση, η λύση που συζητούν ονομάζεται «διζωνική», που έχει περάσει από τα Ηνωμένα Έθνη, τα οποία δεν είναι άμοιρα ευθυνών. Δηλαδή, τα Ηνωμένα Έθνη έχουν μεγάλη ευθύνη σε τούτο που συμβαίνει στην Κύπρο. Δεν έχουν προσπαθήσει να φέρουν ειρήνη.
Για την Ελλάδα το 1974, τότε με τον Ιωαννίδη, έκαναν τραγικά λάθη, δεν έλαβαν υπόψη τον ελληνισμό της Κύπρου και φτάσαμε σήμερα σε τούτη την καταστροφή. Δηλαδή, σίγουρα υπάρχει πικρία και για το 1974, για τον τρόπο που συμπεριφέρθηκε η Ελλάδα και στη συνέχεια ο Καραμανλής. Όχι μόνο ο Ιωαννίδης, αλλά και στη συνέχεια ο Καραμανλής όταν είπε ότι «η Κύπρος βρίσκεται μακριά». Να ακούμε τούτο το πράγμα: Ευρωπαϊκή Ένωση, Ευρωπαϊκή Ένωση, και εμείς δεν είχαμε κανένα εγγυητικό από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τουλάχιστον στο θέμα του Κυπριακού.
Εγώ τώρα, σύμφωνα με το σχέδιο που προσπαθούν να προωθήσουν στην Κύπρο, τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, ενώ εγώ μπορώ να έρθω στην Ελλάδα να μείνω, να εργαστώ και να αγοράσω ένα σπίτι, ενώ μπορώ να πάω στη Γαλλία, στην Ιταλία, στην Ισπανία, δεν θα έχω δικαίωμα, σύμφωνα με το σχέδιο που προσπαθούν, να πάω στην Κερύνεια, που είναι το σπίτι μου, και να αγοράσω εκεί, για να μείνω εκεί.
Μπορεί να ήμουν δύο χρονών και να μην έχω πραγματική ανάμνηση της συγκεκριμένης μέρας, όμως σίγουρα υποσυνείδητα υπάρχει μνήμη, έντονα η μνήμη του αποχωρισμού, η μνήμη του φόβου. Σίγουρα υπάρχει. Εκτός των άλλων, μεγάλωσα με τη μάνα μου κάθε μέρα να γίνεται αναφορά σε τούτο το πράγμα, άρα τούτο το τραύμα, της μέρας, δεν υπήρχε τρόπος να μη με μεταφερθεί. Επίσης, νιώθω και νιώθω απίστευτη υποχρέωση απέναντι στον πατέρα μου. Θεωρώ ότι τον προδίδω αν δεν συνεχίσω με κάποιον τρόπο να δικαιωθεί τούτος ο πόνος που προκάλεσε τούτο το κακό. Δηλαδή, το να είναι Ιούλιος και να μην είμαι στην Κύπρο, να είμαι παρούσα στις αντικατοχικές, να κάνω κάτι για αυτόν τον τόπο, νιώθω ότι δεν θα μπορέσω να κοιμηθώ.
Εγώ έχω διαβάσει και με έχεις συγκινήσει που έχετε πει ότι έχετε μείνει στα 27.
Έμεινα εκεί και περιμένω να πάω πίσω, γιατί δύναμή μου είναι ο Θεός, η Αγία μου, η Παναγία μου, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ μου δίνει τη δύναμη, τη φώτιση. Το πιστεύω ότι θα πάω πίσω για να συνεχίσω να μεγαλώνω.
Μπορεί να μην έχουμε πίστη στους πολιτικούς, αλλά έχουμε πίστη στους ανθρώπους της Ελλάδας, δηλαδή στον ελληνικό λαό. Δηλαδή, ειδικά τα τελευταία χρόνια που έχει μάθει τι έγινε στην Κύπρο, γιατί τα προηγούμενα χρόνια ούτε αναφορές γίνονταν ούτε τίποτα, έχουν δείξει μια απίστευτη ευαισθησία, επικοινωνούν μαζί μας. Με τη μητέρα μου, όσες φορές έχει πάει στην Ελλάδα, έχει πάει και μίλησε σε σχολεία, σε εκκλησίες, σε πάρα πολλούς τόπους.
Και νομίζω βοήθησε πολύ και το «Famagusta» ήταν μια πάρα πολύ αξιοπρεπής δουλειά, δηλαδή ήταν ένας τρόπος να φτάσει κοντά στον πιο μικρό άνθρωπο αυτό που συνέβη στην Κύπρο.
Λυπηρό βέβαια, γιατί μέσα από μια σαπουνόπερα έπρεπε να μάθει ο ελληνικός κόσμος τι ακριβώς συνέβη και στην Κύπρο, αλλά τέλος πάντων, ήταν ένας τρόπος. Δηλαδή, εντάξει, ήταν και όλες οι ιστορίες που αναφέρονταν ήταν όλες αληθινές, ήταν όλες από μαρτυρίες και υπάρχουν χιλιάδες αλλεπάλληλες, δηλαδή είναι απίστευτο.
Εγώ αγαπώ την Ελλάδα και τους ανθρώπους πάρα πολύ. Κάθε λίγο με παίρνουν στην Ελλάδα και μιλώ σε σχολεία, στο Δημαρχείο, οι γιατροί στη Θεσσαλονίκη με πήραν, στις πανεπιστήμια και πηγαίνω και βλέπω εκείνη την αγάπη.
Ήσασταν και είστε το σύμβολο των αγνοουμένων, δηλαδή και προσωπικά για πάρα πολύ καιρό.
Όχι, δεν μου αρέσει αυτό. Ένα σύμβολο είναι αυτές οι μανούλες. Και όλες οι γυναίκες αυτές. Εγώ κάνω ό,τι μπορώ και εμένα μου δίνει δύναμη και φώτιση. Είναι ο Θεός που με φωτίζει, μου δίνει δύναμη. Δεν ξέρω, είναι από τον Θεό που παίρνω αυτή τη δύναμη, όπως ο Αρχάγγελος Μιχαήλ μεταμορφώθηκε στον Τούρκο ναύτη της Κουφάλας και μας βοήθησε, και βγήκαμε τα παιδιά μας και εμείς οι γυναίκες.
Υπάρχει ένα σωματείο, προσφυγικό σωματείο, λέγεται «Αδούλωτη Κερύνεια». Η «Αδούλωτη Κερύνεια» είναι το πρώτο προσφυγικό σωματείο που δημιουργήθηκε αμέσως μετά το 1974 και αντιπροσωπεύει ολόκληρη την επαρχία της Κερύνειας και έχει διατηρηθεί εδώ για 51 χρόνια. Είμαι πρόεδρος στο παράρτημα της Λεμεσού. Στη Λεμεσό κάνουμε διάφορες δράσεις. Φέτος, διοργανώνουμε, όπως κάθε χρόνο τα τελευταία πέντε χρόνια, στο παραλιακό μέτωπο, είναι το παλιό λιμάνι της Λεμεσού, υπάρχουν εκεί πλατείες, και σε μία από τις πλατείες φέτος διοργανώνουμε μία αντικατοχική εκδήλωση. Δηλαδή, θα υπάρχει μουσική, θα υπάρχει έκθεση φωτογραφίας και φέτος διοργανώνουμε, για μία, έτσι, ιδιαίτερη δράση, έχουμε ένα πολύ μεγάλο χάρτη της Κύπρου, που είναι τρισδιάστατος. Ζητούμε από τους πρόσφυγες να βάλουν μια καρφίτσα, μια μαύρη κλωστή, από το χωριό όπου κατάγονται και που έχουν καταλήξει, δηλαδή σε οποιοδήποτε μέρος της ελεύθερης Κύπρου έχουν καταλήξει. Και εμείς ενώνουμε εκεί μια άσπρη κλωστή, που θα είναι ο δρόμος της επιστροφής.






0 ΣΧΟΛΙΑ