«Κρατούσαν τις κοπέλες και προσπαθούσαν να τις βιάσουν»: 3 συγκλονιστικές μαρτυρίες στο Athensmagazine.gr για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο

Η ιστορία της Κύπρου το καλοκαίρι του 1974 δεν γράφτηκε μόνο με αποφάσεις των ηγεσιών και στρατιωτικούς χάρτες. Γράφτηκε, κυρίως, μέσα από τα μάτια εκείνων που τη βίωσαν: ανθρώπων που ξύπνησαν μέσα σε βομβαρδισμούς, παιδιών που είδαν τα σπίτια τους να χάνονται, γονιών που έχασαν τα παιδιά τους, στρατιωτών που πολέμησαν και αγνοούμενων που δεν έχουν βρεθεί ακόμη.
Με αφορμή τα 51 χρόνια που συμπληρώνονται αύριο (20/7) από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το Athensmagazine.gr ήρθε σε επαφή με τρία πρόσωπα που δίνουν φωνή στο κυπριακό δράμα: τον Νίκο Φιλιώτη, τον Νίκο Παπακλεοβούλου και τον Μάριο Ιωάννου Ηλία. Μιλώντας στη δημοσιογράφο Αναστασία Κολυβά και Μαρία Βέλμαχου, αποκάλυψαν τα πραγματικά γεγονότα της μαύρης επετείου, τα συναισθήματα και τη σιωπηλή δύναμη με την οποία συνέχισαν τη ζωή τους.
Το παρακάτω αφιέρωμα δεν έχει στόχο την απλή καταγραφή της ιστορίας· είναι μια προσπάθεια να μοιραστούν τις αναμνήσεις τους οι άνθρωποι που βίωσαν τον πόλεμο όχι ως αριθμοί ή στατιστικά, αλλά ως ψυχές. Γιατί πίσω από κάθε ημερομηνία, πίσω από κάθε χάρτη και απόφαση, υπάρχουν πάντα άνθρωποι. Και αυτή είναι η δική τους ιστορία.
«Δεν πίστευα ότι θα γίνει τουρκική εισβολή στην Κύπρο»
O Nίκος Φιλιώτης είναι δημοσιογράφος στην Κύπρο και πολέμησε κατά των Τούρκων το 1974.
«Όταν έγινε το πραξικόπημα στην Κύπρο, υπηρετούσα στην Πράσινη Γραμμή, στη Λευκωσία και ήμουν αρχιφύλακας σε ένα φυλάκιο. Είχα αποχωρήσει από τους καταδρομείς. Το είχα ζητήσει από τον Διοικητή Καταδρομών κ. Κομπόκη, ο οποίος ήταν από αυτούς που διενήργησαν το πραξικόπημα.
Την ημέρα της εισβολής ήμουν εξοδούχος και δεν μπορούσα να επιστρέψω στο φυλάκιο, γιατί απαγορευόταν να κυκλοφορούμε. Οι υπεύθυνοι μάζεψαν όλους τους εθνοφρoυρούς με άδεια, στη γειτονική κωμόπολη Μόρφου, για να ενταχθούν στο στράτευμα. Δεν κάναμε τίποτα, γιατί μας είχαν δώσει εντολή να υποτάξουμε τους αντιδρούντες σε κάποια χωριά, στη Σολιά. Εγώ όμως αντέδρασα και βρήκα τρόπο και επέστρεψα πίσω την Τετάρτη. Το Σάββατο έγινε η εισβολή. Δεν περίμενα ότι θα γίνει».
Όπως αποκαλύπτει ο Νίκος Φιλιώτης, ενώ τους έλεγαν ότι οι Τούρκοι βρίσκονταν στην Αμμόχωστο εκείνοι δεν το πίστευαν αυτό.
«Οι πιο παλιοί εκπαιδευτές μας στις καταδρομές που είχα καταταγεί μας κορόιδευαν ότι μέχρι να απολυθούμε θα έχει καταλάβει η Τουρκία την Κύπρο. Δεν έδινα σημασία τότε, όπως δεν έδινα και στον παππού μου. Όταν έγινε το πραξικόπημα, πολλοί πανηγύριζαν και έλεγαν ότι “φάγαμε” τον Μακάριο και επιτέλους θα ενωθούμε με την Ελλάδα. Ο παππούς μου είχε όμως τη σοφία να διαγνώσει την κατάσταση. Μου έλεγε ότι θα βρουν ευκαιρία οι Τούρκοι να επιτεθούν, έτσι όπως έγινε. Τότε όμως δεν τον άκουγα, τον έβγαζα τρελό».
Η σκληρή πραγματικότητα διέψευσε τον Νίκο Φιλιώτη. «Όταν λοιπόν εισέβαλλε η Τουρκία, ήμουν στο φυλάκιο και είχαμε διπλή σκοπιά το βράδυ. Το πρωί της 20ης Ιουλίου, γύρω στις 5 η ώρα, είδαμε να πέφτουν χιλιάδες αλεξιπτωτιστές στο Καϊμακλί, στο κέντρο της Λευκωσίας. Έπεσαν στην περιοχή του τουρκικού φύλακα και πήραν αμέσως τις θέσεις τους. Δεν είχαμε ιδέα τι συνέβαινε. Βάλαμε αμέσως το ραδιόφωνο, αλλά δεν έλεγαν τίποτα.
Μετά από αρκετή ώρα, μας είπαν ότι πρόκειται για τουρκική εισβολή με βομβαρδισμούς και επίθεση στην ΕΛΔΥΚ. Εκεί παγώσαμε, διότι σε 20 μέτρα απόσταση, υπήρχε τουρκικό φυλάκιο και γνωρίζαμε τους Τούρκους που υπηρετούσαν εκεί. Δεν πυροβολούσαν. Όπως και αυτοί έτσι και εμείς είχαμε εντολές να μην πυροβολούμε και να καλυπτόμαστε. Δεν κάναμε τίποτα».
«Εκεί συνειδητοποιήσαμε ότι έχουμε πόλεμο»
Γρήγορα όμως η κατάσταση άλλαξε προς το χειρότερο. «Κάποια στιγμή, μια σφαίρα διήλθε από μία θυρίδα και χτύπησε το κράνος μου, που πετάχτηκε τρία μέτρα πίσω. Χάσαμε τη μιλιά μας για 15-20 λεπτά. Εκεί συνειδητοποιήσαμε ότι έχουμε πόλεμο. Αλλά δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε.
Μετά από λίγο, ξεκίνησε ανταλλαγή πυροβολισμών στα φυλάκια στην Πράσινη Γραμμή. Στην αρχή πολεμούσαμε με τους Τουρκοκύπριους στρατιώτες και στη συνέχεια με τους αλεξιπτωτιστές, οι οποίοι ήταν πραγματικά αδίστακτοι».
Ο Νίκος Φιλιώτης «φλέρταρε» πολλές φορές με το θάνατο. «Θυμάμαι ότι μία σφαίρα πέρασε από τη μύτη μου και μία άλλη μου τρύπησε το πουκάμισο. Μάλιστα, μία σφαίρα πήγε να με χτυπήσει όσο ήμουν στην τουαλέτα.
Οι μέρες πέρασαν με ανταλλαγή πυροβολισμών και επιβλήθηκε εκεχειρία. Έτσι, αποφάσισα να σηκώσω τη γαλανόλευκη σημαία, η οποία είχε πέσει λόγω των πυροβολισμών. Οι στρατιώτες με απέτρεψαν και μου έλεγαν ότι είμαι τρελός. Μου έσωσαν τη ζωή. Μετά από λίγες ημέρες, ένας πήγε να κάνει το ίδιο και σκοτώθηκε. Για άλλη μία φορά, λοιπόν, στάθηκα τυχερός», προσθέτει.
«Έψαχνα με τις πιτζάμες τους δικούς μου»
Ωστόσο, ξεκίνησαν ξανά οι εχθροπραξίες. «Οι Τούρκοι κατέλαβαν το φυλάκιο και 17 φίλοι μας έχασαν τη ζωή τους. Μία σφαίρα με χτύπησε στο χέρι και αναγκάστηκα να πάω στο νοσοκομείο, όπου έμεινα για 40 μέρες. Πονούσα πάρα πολύ και έμεινα μέσα πάνω από ένα μήνα. Πήρα μία αναστολή και μετά επέστρεψα στο στράτευμα.
Τον Αύγουστο έγινε η δεύτερη εισβολή. Έψαχνα τους δικούς μου, γιατί έγιναν πρόσφυγες και δεν ήξερα πού να τους βρω. Οι Τούρκοι είχαν καταλάβει και το χωριό μας κοντά στη Μόρφου. Βγήκα από το νοσοκομείο με πιτζάμες και άρχισα να τους ψάχνω. Τους βρήκα σε ένα σπίτι – αποθήκη, όπου κρυβόντουσαν.
Αλλάξαμε τέσσερα – πέντε χωριά για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε. Όπως όλες οι οικογένειες, έχουμε αγνοούμενους συγγενείς και φίλους. Στη δική μας την περίπτωση, οι πιο πολλοί έχουν βρεθεί. Πριν λίγες ημέρες, βρέθηκαν τα οστά ενός φίλου στα κατεχόμενα εδάφη στον Πενταδάχτυλο. Έγινε η κηδεία με όλες τις τιμές στην Μακεδονίτισσα».
«Ο πραγματικός φάκελος της Κύπρου βρίσκεται θαμμένος στη Βουλή των Ελλήνων»
Οποιαδήποτε συζήτηση για το Κυπριακό δεν υφίσταται εάν δεν γίνει αναφορά στην προδοσία που βίωσαν από το πρώτο χέρι οι αγωνιστές.
«Στο κέντρο της Λευκωσίας οι Τούρκοι δεν είχαν προελαύσει. Εκεί που ήμουν εγώ είχαν καταλάβει το διπλανό φυλάκιο, αλλά γενικότερα δεν είχαμε χάσει έδαφος στη Λευκωσία. Είχαμε σχέδιο να πολεμήσουμε, αλλά ο λοχαγός μάς έλεγε να κάνουμε υπομονή, γιατί θα έρθουν άρματα και θα κάνουμε επίθεση μέσα στα Κατεχόμενα.
Είχαμε κυκλώσει την πόλη πριν γίνει η συνένωση με τον θύλακα της Κερύνειας, όμως ήρθε η εντολή να οπισθοχωρήσουμε και να μην αντιδράσουμε. Ήθελαν να μην αντισταθούμε για να πάρουν εύκολα οι Τούρκοι ένα μέρος της Κερύνειας. Δεν μας επέτρεψαν να κάνουμε κάτι περισσότερο».
Έτσι έγινε και στη μάχη του Κοτζά Καγιά, την οποία μας περιέγραψε ο Νίκος Φιλιώτης.
«Μια μοίρα καταδρομέων εισέβαλλε σε στρατόπεδο των Τούρκων και σκότωσαν όλους τους στρατιώτες του τάγματος. Όλη τη δουλειά την έκανε ο θρυλικός ελλαδίτης λοχαγός, ο Ηλίας Γλεντζές. Δεν ήρθε όμως το πεζικό να αντικαταστήσει τους καταδρομείς για να συνεχίσουν τη δράση και έτσι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Ήταν προδοσία. Μόνο κάτι παιδιά με αυτόματα από τους καταδρομείς πήγαν στον χώρο της εισβολής. Τίποτα δεν μπορούσαν να κάνουν αυτοί!
Είχαμε επιπλέον στοιχίσει τα πυροβόλα στον Πενταδάχτυλο με τέτοιον τρόπο, ώστε να κάνουμε επίθεση σε όσους έρθουν από τη θάλασσα. Ζητήσαμε να κατεβάσουμε τα πυροβόλα στην παραλία, γιατί βλέπαμε τα τουρκικά πλοία μέσα στη θάλασσα. Δεν μας επέτρεψαν να κάνουμε αυτή την κίνηση. Πήγαμε να μεταφέρουμε τα πυροβόλα την επόμενη μέρα, αλλά τα τουρκικά αεροπλάνα μάς πρόλαβαν. Ξεκίνησε η εισβολή. Έστω και ένα πυροβόλο να χρησιμοποιούσαμε εναντίον των πλοίων, δεν θα μπορούσαν να πλησιάσουν τις ακτές. Ήτανε μιλημένο να κάνουμε ένα βήμα πίσω».
Μετά τα φρικτά αυτά γεγονότα, η λέξη “εισβολή” ήταν η μόνη λέξη που άκουγες, όπως επισημαίνει ο Νίκος Φιλιώτης.
«Κατηγορήθηκαν οι αγωνιστές, οι οποίοι ήταν κατά του Μακαρίου. Το πραξικόπημα όμως το έκανε η ΕΛΔΥΚ μαζί με την Εθνική Φρουρά. Όλοι όμως φέρουν μερίδιο ευθύνης. Ο Ιωαννίδης δέχτηκε οι Τούρκοι να καταλάβουν ένα μικρό μέρος της Κύπρου για να λυθεί το Κυπριακό. Ακόμη και η ηγεσία και ο Μακάριος το πίστεψαν αυτό. Ένας αθώος όμως δεν θα το πίστευε αυτό.
Ο φάκελος της Κύπρου εδώ στην Κύπρο υποτίθεται ότι άνοιξε αλλά κάποια πράγματα δεν έχουν αποκαλυφθεί. Η υπόθεση θα ανοίξει πάλι από την αρχή. Ο πραγματικός φάκελος της Κύπρου βρίσκεται θαμμένος στη Βουλή των Ελλήνων. Εκτίθενται πολύ μεγάλα ονόματα και συμφωνίες που έγιναν με Άγγλους, Τούρκους αλλά και με Κύπριους».
«Ο αγώνας συνεχίζεται»
51 χρόνια μετά τη εισβολή, ο Νίκος Φιλιώτης συνεχίζει να προβάλλει δημοσιογραφικά το θέμα της Κύπρου. Ως μέλος του συνδέσμου βετεράνων, συμμετέχει σε εκδηλώσεις και πορείες.
«Μετά την εισβολή, τα πρώτα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα. Δουλειές δεν υπήρχαν. Όταν συναντούσαμε κάποιον φίλο και γνωστό, το πρώτο πράγμα που ρωτούσαμε ήταν εάν έχει βρει δουλειά, όχι εάν είναι καλά. Η φτώχεια ήταν τεράστια και πολλοί από εμάς έμειναν σε σκηνές. Σταδιακά έγιναν οι συνοικισμοί και στεγαστήκαμε.
Προφανώς βρισκόμαστε τώρα σε πολύ καλύτερη μοίρα, αλλά αυτό δεν αλλάζει κάτι. Ο αγώνας συνεχίζεται. Δεν τα παρατάμε. Περιμένουμε την ευκαιρία να γίνει η απελευθέρωση και η επανένωση. Νιώθουμε ότι είμαστε ακόμη αγωνιστές και όσα χρόνια και να περάσουν θα είμαστε έτοιμοι να πολεμήσουμε για τον τόπο μας. Είμαστε ακόμη πρόσφυγες και θέλουμε να επιστρέψουμε στις πατρογονικές μας εστίες».
«Θέλαμε να κατέβουμε στην Κύπρο για να υπερασπιστούμε την πατρίδα μας»
Ο Νίκος Παπακλεουβούλου υπηρέτησε στην Κύπρο ως έφεδρος αξιωματικός και πολέμησε στον Αττίλα ΙΙ.
«Όταν έγινε η τουρκική εισβολή, ήμουνα στην Αθήνα, διότι σπούδαζα μαθηματικά και μου είχαν απομείνει δύο μαθήματα για να πάρω το πτυχίο. Ήμουνα στο γραφείο όταν πληροφορήθηκα από το ραδιόφωνο ότι έγινε η τουρκική εισβολή.
Αμέσως τα παράτησα όλα και έτρεξα στα γραφεία της ΕΦΕΚ, της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αθηνών, για να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Είχαμε οργή για ό,τι έγινε και το πρώτο πράγμα που σκεφτήκαμε ήταν να κατέβουμε στην Κύπρο και να βρεθούμε στο μέτωπο, να υπερασπιστούμε την πατρίδα μας.
Επισκεφτήκαμε διάφορα στρατολογικά γραφεία, αλλά δυστυχώς δεν υπήρχε θετική απάντηση, με τη δικαιολογία ότι δεν ήμασταν εγγεγραμμένοι. Eπειδή ήμουν και το μοναδικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΕΦΕΚ, φρόντισα να γίνουν κάποιες επιτροπές, ώστε όλοι οι Κύπριοι στην Αθήνα ενωμένοι να αγωνιστούμε για την πατρίδα.
Στις 22 Ιουλίου, επισκεφτήκαμε το Γενικό Επιτελείο Στρατού. Οι επιτελάρχες προσπαθούσαν να μας καθησυχάσουν ότι η κατάσταση είναι ελεγχόμενη, αν και καταλάβαμε ότι τα πράγματα ήταν τραγικά.
Μας υποσχέθηκαν ότι θα βρεθεί κάποιο πλοίο για να μπορέσουμε να κατέβουμε στην Κύπρο, μάλιστα εντός ημέρας. Πράγματι από το μεσημέρι τα ραδιόφωνα καλούσαν τους Κύπριους να μεταβούν στα γραφεία της Εθνικής Ειδικής Οργάνωσης. Παράλληλα προσπαθούσαμε να συσπειρωθούμε, γιατί ερχόταν κόσμος από Θεσσαλονίκη και Αγγλία.
Επομένως, το απόγευμα της 22ης Ιουλίου κατεβήκαμε στον Πειραιά για να πάρουμε το πλοίο για την Κύπρο. Είχε έρθει και ένα τάγμα Ελλαδιτών πλήρως εξοπλισμένο και έτοιμο για μάχη. Δυστυχώς, περίμενα ότι θα υπάρχει περισσότερος κόσμος. Κάποιοι δεν ήρθαν γιατί δεν ειδοποιήθηκαν.
Συνολικά ήμασταν περισσότεροι από 1000 άνδρες, δυνατοί, εκπαιδευμένοι και πάνω απ’ όλα αποφασισμένοι. Μας ονόμασαν “Ιερό Λόχο”. Ο διοικητής μάς είπε ότι θα φτάσουμε στη Λεμεσό και από εκεί θα πηγαίναμε στο μέτωπο στον Άγιο Ιλαρίωνα», περιγράφει ο Νίκος Παπακλεοβούλου.
«Ανακλήθηκε στο παραπέντε η συνέχιση της αποστολής»
Όλα όμως άλλαξαν στο παρά πέντε. «Το βράδυ της 24ης Ιουλίου, ενώ ταξιδεύαμε, νιώσαμε ένα μεγάλο τράνταγμα, ενώ κοιμόμασταν, και καταλάβαμε ότι το πλοίο έκανε μια απότομη αναστροφή. Μας ειδοποίησαν ότι κινδυνεύει η Ρόδος και λάβαμε διαταγή να πάμε προς το νησί.
Όταν φτάσαμε… τι είδαμε; Τον κόσμο στο λιμάνι να κάνει βόλτα απερίσπαστα! Ήταν προφανές ότι ήταν πράξη προδοσίας, καθώς ανακλήθηκε στο παραπέντε η συνέχιση της αποστολής. Μας κατέκλυσε τεράστια πίκρα και στενοχώρια. Οι προδοσίες στην Κύπρο έχουν πολλές όψεις: κάποιες φαίνονται, ενώ άλλες αποσιωπούνται. Ακόμα αναρωτιόμαστε ποιος έδωσε την εντολή να ακυρωθεί η αποστολή. Δεν δικαιούμαστε να το μάθουμε; Γιατί δεν γίνεται νύξη για ένα τέτοιο σημαντικό γεγονός;
Ακόμα ζητάμε απαντήσεις και δεν τις παίρνουμε. Σίγουρα κάποιους θέλουν να καλύψουν. Μετά τη μεταπολίτευση, παρέμειναν στην εξουσία στελέχη της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων που υπηρέτησαν στα χρόνια της Χούντας. Πιστεύω ότι, εάν είχαν πολεμήσει αυτά τα 1000 άτομα που ερχόντουσαν από την Ελλάδα, δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί η δεύτερη στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο. Ήμασταν πολύ μεγάλη μονάδα και αποφασισμένοι να θυσιαστούμε για την πατρίδα.
Όπως ήταν αναμενόμενο, επιστρέψαμε απογοητευμένοι στην Αθήνα. Αμέσως πήγαμε στα γραφεία της ΕΔΕΚ όπου κάποιοι που είχαν μείνει πίσω είχαν στήσει τραπεζάκια και έκαναν εράνους. Μόλις μας είδαν εξαφανίστηκαν. Δυστυχώς πάντα υπάρχουν και οι εκμεταλλευτές των καταστάσεων», σημειώνει ο Νίκος Παπακλεοβούλου.
Οι Κύπριοι αγωνιστές δεν το έβαλαν κάτω. Πάση θυσία θα κατέβαιναν στη Μεγαλόνησο. «Εμείς οργανώναμε διαδηλώσεις για να κινητοποιηθεί η ελληνική κυβέρνηση. Πώς γίνεται να γιόρταζαν την αποκατάσταση της δημοκρατίας, ενώ στην Κύπρο είχε ξεριζωθεί κόσμος και οι Τούρκοι είχαν σκοτώσει τόσους ανθρώπους;
Μετά τις 24 του μήνα, έγινε εκεχειρία και αποφασίσαμε να προσπαθήσουμε ξανά να κατέβουμε στην Κύπρο. Προσέγγισα την οικογένεια Ποταμιάνου, που ήταν πάντοτε φιλική προς την Κύπρο. Ήταν πλοιοκτήτες και μας διέθεσαν ένα πλοίο. Στις 3 Αυγούστου καταφέραμε 400 άτομα να αποβιβαστούμε στην Κύπρο, όπου τα πράγματα ήταν πιο ήρεμα. Δεν είχαμε βέβαια κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο να ακολουθήσουμε.
Ο καθένας από εμάς βάσει του νόμου της επιστράτευσης υποχρεώθηκε να παρουσιαστεί στη μονάδα του. Είχαμε ως στόχο να περιφρουρούμε δύο δυνατούς Τουρκοκυπριακούς θύλακες, για να μην δημιουργήσουν επεισόδια και επιτεθούν στα χωριά. Αποπειραθήκαμε να καταλάβουμε έναν, αλλά μας σταμάτησαν. Μετά τον πόλεμο, επέστρεψα στην Αθήνα, τελείωσα τις σπουδές μου και ξεκίνησα να ασχολούμαι με έναν άλλο κλάδο: αυτόν της τέχνης».
«Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η μισή Κύπρος είναι σκλαβωμένη»
Ο Νίκος Παπακλεοβούλου έχει έντονη δραστηριότητα όσον αφορά στην προώθηση του εθνικού θέματος της Κύπρου. Η μουσική και το τραγούδι αποτελούν δύο βασικά μέσα για να διατηρούνται ζωντανές οι ιστορικές μνήμες. Όπως τονίζει και ο ίδιος, η μουσική δεν είναι μόνο για διασκέδαση αλλά και ένα μέσο έκφρασης και ευαισθητοποίησης.
«Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η μισή χώρα είναι σκλαβωμένη, υπάρχουν χιλιάδες αγνοούμενοι, δεν μπορούμε να δούμε τους τάφους των γονιών μας και οι εκκλησίες έχουν καταστραφεί. Η πολιτιστική κληρονομιά στην Κύπρο έχει πληγεί σε πολύ σημαντικό βαθμό. Οι εκκλησίες μας έχουν μετατραπεί σε στάβλους ζώων, σε αποχωρητήρια και σε σινεμά, αλλά δεν μιλάνε πολλοί για αυτό. Θα περίμενα από τους ανθρώπους του πνεύματος και τους καλλιτέχνες να θέτουν σε προτεραιότητα την Κύπρο.
Είναι κρίμα να μην φωνάζουμε για την απελευθέρωση της Κύπρου και να μη λέμε ότι υπάρχει μία παράνομη κατοχή στο νησί. Προσπαθώ μέσα από τα τραγούδια ο κόσμος να μαθαίνει για τους ήρωες και την τουρκική εισβολή και να ενημερώνεται για την ιστορία της Κύπρου. Έχω συνεργαστεί με καταξιωμένους καλλιτέχνες, όπως ο Βασίλης Λέκκας, ο Πασχάλης Τσαρούχας, ο Χρήστος Κάλλοου και άλλους πολλούς και έχουμε βγάλει ποιοτικά τραγούδια».
Πέρα όμως από τα γεγονότα του 1974, ο Νίκος Παπακλεοβούλου έχει κάνει σκοπό της ζωής του να γίνουν γνωστοί οι ήρωες του 1955-1959. «Προέρχομαι από μία οικογένεια αγωνιστών της ΕΟΚΑ και γνωρίζω ότι υπάρχουν 108 άτομα που έχουν χαρακτηριστεί ως ήρωες από την Πολιτεία.
Είναι 107 άνδρες και μία σπουδαία γυναίκα που ήταν μητέρα έξι παιδιών και έγκυος στο έβδομο. Υπήρχαν και μικρά παιδιά που σκοτώθηκαν, ετών 7 και 16. Είναι κρίμα να γνωρίζουμε στην Ελλάδα και την Κύπρο μόνο τους 15-20, όπως τον Παλληκαρίδη και τον Αυξεντίου, και όχι τους υπόλοιπους. Όλοι έδωσαν τη ζωή τους σε αποστολή που τους ανέθεσε η οργάνωση.
«Ο αγώνας της ΕΟΚΑ είναι συνέχεια της επανάστασης του 1821»
Αυτοί οι ήρωες είναι αδικημένοι, από άποψη προβολής, και αυτό πάντα μου προκαλούσε τεράστια πικρία. Δεν μου αρέσει να γίνονται διακρίσεις. Επομένως αποφάσισα να κάνω δημόσιο το έργο μου, για να γίνουν γνωστοί αυτοί οι αγωνιστές. Τα ανεβάζω όλα στο OneDrive και όλοι μπορούν να δουν τις εκδηλώσεις δωρεάν. Έχω δώσει το έργο μου επίσης και στα σχολεία. Δυστυχώς όμως το εθνικό θέμα δεν πουλάει. Κάθε χρόνο κάνω εκδηλώσεις. Βέβαια δεν υπάρχει η κατάλληλη οικονομική στήριξη.
Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι τα παλικάρια της ΕΟΚΑ με τη θέλησή τους έδωσαν τη ζωή τους. Δεν υπήρχε νόμος που τους ανάγκαζε να επιστρατευτούν. Ο αγώνας της ΕΟΚΑ είναι ο μεγαλύτερος νικηφόρος αγώνας του ευρύτερου ελληνισμού και συνέχεια της επανάστασης του 1821. Αν δεν υπήρχε το ΄21 δεν θα υπήρχε το ΄55, καθώς οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ γαλουχήθηκαν με τις ιστορίες της Ελληνικής Επανάστασης», υπογραμμίζει.
Για τον Νίκο Παπακλεοβούλου, ο μεγαλύτερος καημός του είναι η προδοσία. Δεν τον ενδιαφέρει που ο αγώνας που δώσανε το 1974 δεν αναγνωρίστηκε από την Πολιτεία, γιατί απώτερος σκοπός ήταν το καλό της πατρίδας. «35 στρατιώτες από αυτούς που είχαν κατέβει στην Κύπρο είναι ή αγνοούμενοι ή έχουν σκοτωθεί. Ζητάμε και για αυτούς δικαίωση, αλλά κανείς δεν μιλάει για αυτό που τους συνέβη. Η αλήθεια πρέπει να λέγεται για όλα. Κάποιες αποφάσεις είναι καταδικαστέες και είχαν σκοπό την καταστροφή της Κύπρου. Γνωρίζουμε τους βασικούς υπεύθυνους των γεγονότων, αλλά είναι πολλοί που έχουν μείνει στο απυρόβλητο. Ποιοι είναι αυτοί; »
Ο Μάριος Ιωάννου Ηλία έχει δύο αγνοούμενους θείους
Ο Μάριος Ιωάννου Ηλία γεννήθηκε στις 19 Ιουνίου 1978 στην Πάφο της Κύπρου. Είναι διεθνώς αναγνωρισμένος Ελληνοκύπριος συνθέτης, ακαδημαϊκός και διευθυντής καλλιτεχνικών και πολιτιστικών θεσμών. Δεν έχει ζήσει ο ίδιος το τραύμα της εισβολής, αλλά οι οικογενειακές μαρτυρίες τού έχουν μεταφέρει την ιστορική μνήμη και την αλήθεια για τις βαρβαρότητες των γεγονότων.
«Oι γονείς μου κατάγονταν από την Κερύνεια και ζούσαν μια πλουσιοπάροχη ζωή. Ήταν γαιοκτήμονες και είχαν τα χωράφια τους σε διάφορες περιοχές. Ήταν αρραβωνιασμένοι και προγραμματίζανε το καλοκαίρι του 1974 να παντρευτούν.
Η οικογένεια της μητέρας μου εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις πατρογονικές εστίες δια της βίας. Στην αρχή αρνήθηκαν και έτσι παρέμειναν εγκλωβισμένοι για δύο ολόκληρα χρόνια. Όμως λόγω της συνεχούς ασκούμενης βίας, εξαναγκάστηκαν να φύγουν από την Κερύνεια. Η μοίρα έπαιξε πιο σκληρό παιχνίδι στον πατέρα μου, που έχει δύο αδέλφια, 16 και 17 χρονών τότε, που εξακολουθούν να είναι αγνοούμενα.
Όταν έγινε η εισβολή, πήγαν να κρυφτούν σε ένα ιδιόκτητο μέρος, γιατί πίστευαν ότι θα ήταν κάτι προσωρινό. Κάθε πρωί ο παππούς τους πήγαινε τροφή και νερό σε μία πηγή. Για κακή τους τύχη, ένα πρωί είχε βρέξει και τα αποτυπώματα των παπουτσιών είχαν μείνει πάνω στο βρεγμένο έδαφος.
Πιθανότατα ένας Τούρκο-Κύπριος, ο οποίος δούλευε στα αγροκτήματα του παππού, είχε ενημερώσει τον τουρκικό στρατό ότι σε εκείνη την περιοχή υπήρχαν φρέσκα αποτυπώματα. Την άλλη μέρα ο στρατός που είχε κρυφτεί συνέλαβε τα παιδιά. Ο παππούς όταν πήγε να τους αφήσει το φαγητό παρατήρησε ότι το έδαφος ήταν ανάκατο. Υπήρχαν κομμάτια από τα ρούχα που φορούσαν οι γιοι του μαζί με αίμα. Αντιλήφθηκε ότι κάτι τραγικό είχε συμβεί και έμαθε ότι τους κρατούσαν κρατούμενους.
Όταν πήγε να τους δει, ένας αξιωματικός του τουρκικού στρατού είχε εκμυστηρευτεί στον παππού ότι είχαν πυροβολήσει τους γιους του στα πόδια και τους είχαν δείρει βάναυσα, ώστε να μαρτυρήσουν πληροφορίες. Αυτοί όμως ήταν έφηβοι και δεν είχαν καμία σχέση με το στρατό. Ο παππούς επέστρεψε στο σπίτι, γιατί είχε συμφωνηθεί ότι θα πήγαινε στα κρατητήρια την επόμενη μέρα για να τους φέρει ρούχα και για να τους περιθάλψει».
«Από τις 15 Σεπτέμβρη του 1974 μέχρι και σήμερα αγνοούνται»
Δυστυχώς, τα δύο παιδιά εξαφανίστηκαν. Οι γονείς τους δεν μπορούσαν να τους δηλώσουν στον Ερυθρό Σταυρό, γιατί ήταν εξαφανισμένοι, όπως εξηγεί ο Μάριος Ιωάννου Ηλία. «Από τις 15 Σεπτέμβρη του 1974 μέχρι και σήμερα αγνοούνται. Δεν υπάρχει καμία ακριβής πληροφορία για τον εντοπισμό των θείων μου, αν και υπάρχουν μαρτυρίες.
Είναι βάρβαρο να σου φέρνουν μέσα σε μια κάσα παπουτσιών, δύο-τρία κοκαλάκια που ανήκουν στον άνθρωπό σου και να σου λένε ότι έχει ταυτοποιηθεί. Δύσκολο είναι κάποιος να το αποδεχτεί, ειδικά εάν έχει ζήσει με την ελπίδα της επανένωσης. Είναι ένα θέμα που χρίζει ιδιαίτερης αντιμετώπισης από το κράτος. Δεν είναι μόνο η τύχη των αγνοουμένων, αλλά και ο σεβασμός στον άνθρωπο και στους συγγενείς που έμειναν πίσω. Οι ζωντανοί είναι αυτοί που συνεχίζουν να υποφέρουν.
Επίσης, ο αδερφός του παππού μου στάθηκε άτυχος. Τον πυροβόλησαν εν ψυχρώ τη στιγμή που πήγε να ανοίξει την πόρτα της φάρμας για να απελευθερώσει τα ζώα του για να επιβιώσουν. Με τη σειρά της, η γιαγιά μου μου έλεγε ότι ο κατοχικός στρατός κρατούσε εκείνη και άλλες νεαρές γυναίκες αιχμάλωτες και οι Τούρκοι προσπαθούσαν επανειλημμένα να βιάσουν τις νεότερες. Με ένα μαχαίρι είχε αποτρέψει τους στρατιώτες να τις πλησιάσουν. Είχε σθένος και αντίσταση αυτή η γυναίκα».
Η οικουμενική διάσταση του κυπριακού τραύματος
Ο Μάριος Ιωάννου Ηλία παράγει τέχνη που εμπνέεται από τα προσωπικά βιώματα, αλλά και από μία οικουμενική και καθολική διάσταση που εκφράζει τον Ελληνισμό και την ανθρωπότητα μέσα στους αιώνες. Δεν είναι τυχαίο που τον αποκαλούν το παιδί θαύμα της σύγχρονης μουσικής.
«Θα σας αναφέρω τρία έργα που αναδεικνύουν την κυπριακή τραγωδία.
Το πρώτο ορατόριο ήταν ανάθεση της Κυπριακής Δημοκρατίας και έχει τον τίτλο “Πονεμένες Παναγίες”. Είναι αφιερωμένο στις μάνες των αγνοουμένων, που μπορεί να είναι ή Ελληνοκύπριες είτε Τουρκοκύπριες. Όταν κάναμε τις πρόβες της ορχήστρας, είχα ενημερωθεί ότι στους μουσικούς υπήρχε μία Τουρκοκύπρια. Την είχα προσεγγίσει και είχαμε μιλήσει για την πραγματική διάσταση του έργου. Η Παναγιά είναι έναν οικουμενικό σύμβολο, το οποίο δεν συσχετίζεται με οποιοδήποτε διαβατήριο κάποιας χώρας και εθνικότητας.
Η μάνα είναι μάνα ανεξάρτητα από τον τόπο καταγωγής της. Η οδύνη που νιώθει ως απόρροια της απώλειας του παιδιού δεν μπορεί να περιοριστεί σε οποιαδήποτε εθνική και πολιτικογραφημένη διάσταση. Οι “Πονεμένες Παναγιές” αφορούν οποιαδήποτε μάνα που υποφέρει όπως υπέφερε και η ίδια η Παναγία κάτω από το σταυρό.
Το δεύτερο ορατόριο είχε παρουσιαστεί πέρσι για την 50η μαύρη επέτειο του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής και φέρει τον τίτλο “Οι καμπάνες θα ηχήσουν και πάλι”. Αντιπαραβάλλει την Εβδομάδα των Παθών του Ιησού Χριστού με τον Γολγοθά 51 χρόνων της Κύπρου. Είναι μοιρασμένο σε 7 στάδια όπως και οι 7 ημέρες της Εβδομάδας των Παθών και γίνεται αναφορά στις πράξεις της Προδοσίας, της Σταύρωσης, της Ταφής και της Ανάστασης, την οποία προσμένουμε σε πνευματική και υλική διάσταση.
Στο έργο κάνουμε μία μικρή αναφορά στην αρχαία τραγωδία και στην έννοια της κάθαρσης. Η Ανάσταση παίρνει τη μορφή της λύτρωσης, της κάθαρσης από τον πόνο. Εφόσον η Ανάσταση για κάποιες μάνες δεν μπόρεσε να επέλθει σε αυτή τη ζωή, το έργο στο κλείσιμό του, προσδίδει αυτή την αναστάσιμη διάρκεια και ως εκ τούτου την λύτρωση η οποία επέρχεται μέσω της Ανάστασης.
Το τρίτο έργο, το “Αίμα” πραγματοποίησε πρεμιέρα πέρυσι τον Νοέμβριο στη Βιέννη. Μας μιλάει για τη σημασία διάλυσης του αυταρχισμού και της βίας και διατήρησης της ελπίδας. Πρέπει να αντιστεκόμαστε στον χρόνο και να παραμένουμε πιστοί στο χρέος για τη διαφύλαξη της πολυπολιτισμικής μας ταυτότητας, εφόσον είμαστε σε ένα σταυροδρόμι διάφορων πολιτισμών».
«Όσο πιο μακριά είμαι από την Κερύνεια τόσο πιο κοντά της την αισθάνομαι»
Για τον Μάριο Ιωάννου Ηλία, η Κερύνεια μπορεί να μην είναι το βιολογικό του σπίτι, αλλά είναι το πνευματικό του σπίτι. «Όσο πιο μακριά βρίσκομαι γεωγραφικά από αυτή τη νοηματική πατρίδα, που δεν είχα ευτυχήσει να ζήσω, τόσο πιο κοντά νιώθω ότι πλησιάζω. Αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί αν δεν υπήρχαν οι γονείς μου και οι παππούδες μου.
Μέσα από τα βιώματά τους, ένιωθα ότι ήμουν και εγώ εκεί. Σε κάποια φάση, όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα, υπήρξε το δίλημμα αν είναι ηθικά ορθό να παρουσιάσουμε το διαβατήριο και την ταυτότητά μας ως πολίτες της Κύπρου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να πάμε στο ίδιο μας το σπίτι.
Θεωρήσαμε ότι είχαμε καθήκον να γνωρίσουμε τις πατρογονικές μας εστίες, οι οποίες έχουν πέσει θύμα εκμετάλλευσης. Στα οικόπεδα του πατέρα μου σήμερα βρίσκονται πανεπιστήμια, νοσοκομεία, τράπεζες, σούπερ μάρκετ, έχουν ανοίξει δρόμους και έχουν γίνει αγνώριστα. Έχουν γίνει και στρατιωτικές περιοχές, άρα δεν μπορούμε να πάμε εκεί.
Κρατάμε όμως τις μνήμες. “Οι καμπάνες θα ηχήσουν και πάλι” τελειώνουν με τη ρήση του Μιχάλη Πασιαρδή: “Η γη είναι το κράτημα στη γη να κρατηθούμε”. “Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας”, είπε ο Ρίτσος και μελοποίησε ο Θεοδωράκης. Η γη είναι πολύ σημαντική γιατί διατηρεί ζωντανή τις αφηγήσεις όλων αυτών που έχουν ζήσει οι άνθρωποί μας».
Η πληγή του Κυπριακού παραμένει ανοιχτή
Στο μυαλό του Νίκου Φιλιώτη πάντα υπάρχει η σκέψη ότι πρέπει η Κύπρος να ελευθερωθεί. «Ψυχή τε και σώματι είμαστε ταγμένοι σε αυτόν τον στόχο και πιστεύω ότι στο τέλος η απελευθέρωση θα ευοδωθεί. Δεν μπορούμε όμως να αναλάβουμε και άλλη πρωτοβουλία. Δεν είμαστε πολιτικοί. Περιμένουμε το σύνθημα για να προχωρήσουμε σε κινήσεις. Θέλουμε να φτιάξουν τα πράγματα στην Τουρκία, να φύγουν τα τουρκικά στρατεύματα και να επανενωθεί ο τόπος, ώστε να ζήσουμε όλοι μονοιασμένοι, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι».
Ο Νίκος Παπακλεοβούλου πιστεύει ότι πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση για το Κυπριακό. «Τα παιδιά τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο δεν μεγαλώνουν πια με την ιστορία και τα ιδανικά της φυλής μας. Ήρθε η ώρα να τους μεταδώσουμε την αγάπη προς την πατρίδα και την ιστορία μας, γιατί μόνο έτσι ο Ελληνισμός θα μπορέσει να επιζήσει και να αντιμετωπίσει ένα αδίσταχτο τουρκικό έθνος, που δεν έχει τιμωρηθεί ποτέ για τα τόσα κακά που έχει προκαλέσει».
Ο Μάριος Ιωάννου Ηλία αναρωτιέται πώς κάποιος που δεν γνωρίζει για την ύπαρξη της Κύπρου μπορεί να ευαισθητοποιηθεί για αυτά που συμβαίνουν. Η τέχνη καταφέρνει να υπερβαίνει κάθε γλωσσολογικό εμπόδιο, επιτρέποντας στον κόσμο εκτός Κύπρου να μάθει την αλήθεια για τα γεγονότα του 1974. «Η πραγματική ψυχή ενός έθνους είναι ο λαός και η παρακαταθήκη του. Την πρώτη μαρτυρία και μνήμη οφείλουμε να διασφαλίσουμε από γενιά σε γενιά, καθώς οι εξελίξεις στην ανθρωπότητα συνήθως ξεκινούσαν από κάποιες ατομικές ενέργειες. Ένα έθνος πρέπει να βρει το σθένος να συμπορεύεται και να φέρει αλλαγές ως κοινωνικό σύνολο».






0 ΣΧΟΛΙΑ