Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2021

Ντούσαν Ίβκοβιτς: Ο «Σοφός» του ευρωπαϊκού μπάσκετ - Η πορεία του μεγάλου δασκάλου και η σχέση λατρείας με την Ελλάδα

Ο κόσμος του μπάσκετ φτωχότερος

16 Σεπτεμβρίου 2021 11:29
Ντούσαν Ίβκοβιτς: Ο «Σοφός» του ευρωπαϊκού μπάσκετ - Η πορεία του μεγάλου δασκάλου και η σχέση λατρείας με την Ελλάδα
Από ATHENSMAGAZINE TEAM

Όλο το ευρωπαϊκό μπάσκετ, και όχι μόνο, θρηνεί. Ο Ντούσαν Ίβκοβιτς δεν είναι πια μαζί μας, με τον «θρυλικό» προπονητή να πεθαίνει σε ηλικία 77 ετών, «βυθίζοντας» άπαντες στη θλίψη.

Ο ίδιος, μέσα σε 58 χρόνια επαγγελματικής ενασχόλησης με το άθλημα, τα 10 ως παίκτης και τα υπόλοιπα ως προπονητής, έβαλε τη δική του «σφραγίδα», βοηθώντας το να αναπτυχθεί και να προχωρήσει σε άλλο επίπεδο. Στη δική του εποχή, ήταν φυσικά από τους κορυφαίους, με τις ελληνικές ομάδες να ευεργετούνται της παρουσίας του.

Ήταν, άλλωστε, ο «αρχιτέκτοντας» δύο εκ των τριών ευρωπαϊκών του Ολυμπιακού, ενώ άφησε σπουδαίο έργο στον Άρη του Γκάλη, στο μεγάλο ΠΑΟΚ των αρχών της δεκαετίας του 1990, στην ΑΕΚ που έγινε «Βασίλισσα» ξανά στα χέρια του και στον Πανιώνιο της «φλεγόμενης» Πλατείας.

Η συγγένεια με τον Τέσλα και η ενασχόληση με το μπάσκετ

Ο σπουδαίος Νίκολα Τέσλα, εφευρέτης, μηχανικός και εκ των σημαντικότερων φυσικών στην ιστορία, απεβίωσε τον Ιανουάριο του 1943 σε ηλικία 86 ετών, λίγο πριν τιμηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, που τον αναγνώρισε ως τον εφευρέτη της ασύρματης επικοινωνίας. Σημειολογικά, λίγους μήνες αργότερα τον Οκτώβριο του 1943, σε μια απομακρυσμένη φτωχογειτονιά του Βελιγραδίου, το Crveni Krst, γεννήθηκε ο Ντούσαν Ίβκοβιτς.

Τον Τέσλα δεν τον γνώρισε ποτέ, άκουγε μόνο ιστορίες σαν παιδί από τη γιαγιά του, Όλγα Μάντιτς, αδελφή της μητέρας του σπουδαίου εφευρέτη. Κληρονόμησε, όμως, το πάθος του για τα περιστέρια και διατηρεί μέχρι σήμερα μια οικογενειακή παράδοση που διαρκεί πάνω από έναν αιώνα και έχει αποτυπωθεί μέχρι και σε βιβλίο. Μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του, το Σλόμπονταν "Πίβα" Ίβκοβιτς, τρύπωναν στη σοφίτα του πατρικού τους σπιτιού στο Crveni Krst και έπαιζαν με τα κειμήλια και τα τιμαλφή της οικογένειας, πριν μυηθούν στη μαγεία της εκτροφής περιστεριών, που έδωσαν και το έναυσμα για τη σπουδή των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων στο σπουδαίο πρόγονό τους.

Ο πατέρας τους, νομικός και στιβαρών αρχών, στην αρχή διαφωνούσε με την ενασχόληση των αγοριών του με το μπάσκετ. Η κλίση του "Πίβα", όμως, ήταν σαφής, επρόκειτο για έναν καλλιτέχνη του αθλήματος, έναν άνθρωπο που διείδε στο μπάσκετ μια ευκαιρία ανοίγματος των οριζόντων του και στην ουσία έπεισε και το μικρό αδελφό του, τον Ντούσαν, να παρατήσει την πυγμαχία και να ασχοληθεί κι εκείνος με την πορτοκαλί μπάλα.

Ο Ντούσαν κατόρθωσε και συνδύασε με επιτυχία και την ενασχόληση με το μπάσκετ, αγωνιζόμενος για πάνω από μια δεκαετία με τα χρώματα της ΚΚ, αλλά και τη μόρφωσή του, αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο τμήμα Γεωλογίας του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου ακριβώς στο διάστημα που η Γιουγκοσλαβία διένυε την πιο παραγωγική περίοδό στη σύγχρονη ιστορία της. Και σε οικονομικό και σε πολιτικό επίπεδο, ο Γιόζιπ Μπροζ "Τίτο" είχε μετατρέψει το βαλκανικό κράτος σε βιομηχανική δύναμη της Ευρώπης. Μαζί με τα άκρως ανταγωνιστικά σε πανευρωπαϊκό επίπεδο προϊόντα της γείτονος χώρας, αναπτύχθηκε και μια άλλου τύπου βιομηχανία, εκείνη της παραγωγής αθλητών και προπονητών.

Περίπου τότε γεννήθηκε και η μεγάλη των πλάβι σχολή, η σχολή από την οποία «αποφοίτησε» ο Ντούντα. Ο «Πίβα» ήδη έχτιζε το μύθο του σαν head coach της Ραντνίτσκι, με την οποία έκανε το απίστευτο και κατέκτησε το Πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας το 1973. Είχε σχεδόν επαναπροσδιορίσει το άθλημα στη χώρα, ασχολούμενος κυρίως με τα τμήματα υποδομής και πιστεύοντας με θέρμη πως το μπάσκετ ανήκει στα νιάτα και στα αθλητικά προσόντα.

Ακριβώς την ίδια οπτική είχε και ο Ντούντα κι όταν ένας έτερος μεγάλος του σέρβικου μπάσκετ, ο Ράνκο Ζεράβιτσα, του πρότεινε να αφήσει τα τμήματα υποδομής της Ραντνίτσκι και να πάει στην Παρτιζάν, ο Ίβκοβιτς δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί πολύ. Αποφάσισε να κολυμπήσει στα βαθιά πριν κλείσει τα 35, να προβιβαστεί από assistant του αποχωρήσαντος Ζεράβιτσα, σε head coach μαζί με τον Μπόρισλαβ Τσόρκοβιτς. Ο Ίβκοβιτς βρέθηκε να προπονεί μπασκετμπολίστες του μεγέθους του Ντράγκαν Κιτσάνοβιτς, του Ντράζεν Νταλίπαγκιτς, του Ντράγκαν Τόντοριτς, του Μίοντραγκ Μάριτς, του Μπόμπαν Πέτροβιτς, του Αρσένιε Πέσιτς, του Μιλένκο Σάβοβιτς. Σαν ονόματα μπορεί να μη λένε πολλά στους Έλληνες φιλάθλους, πρόκειται όμως για θρύλους του ευρωπαϊκού μπάσκετ, για ανθρώπους που έχουν γράψει την ιστορία της Παρτιζάν τη δεκαετία που το γιουγκοσλαβικό μπάσκετ έθετε τις βάσεις για να αναρριχηθεί στις κορυφές του παγκόσμιου χάρτη.

Παρότι νέος και χωρίς παραστάσεις σε υψηλό επίπεδο, ο Ίβκοβιτς ανταπεξήλθε και κατόρθωσε με εκείνον τον γαλαξία αστέρων να πραγματοποιήσει το πιο ονειρεμένο ντεμπούτο σαν rookie coach που θα μπορούσε να φανταστεί. Η Παρτιζάν του κατέκτησε όλους τους τίτλους, διαλύοντας τους πάντες στο διάβα της. Ειδικότερα η κατάκτηση του Κυπέλλου Κόρατς εναντίον της ιταλικής Arrigoni Rieti στη «Χάλα Πίονιρ» πανηγυρίστηκε δεόντως και το da volim crno bele ηχούσε στα αυτιά των κατοίκων της πρωτεύουσας για πολλές μέρες μετά από τον τελικό εκείνου του Μαρτίου του 1979 στο Βελιγράδι. Το νταμπλ στις εγχώριες διοργανώσεις ήταν το κερασάκι στην «τούρτα» για την ανερχόμενη δύναμη του ευρωπαϊκού μπάσκετ, ίσως στο δυσκολότερο, πιο τεχνικό και πιο τακτικό πρωτάθλημα όλης της Ευρώπης.

Η έλευση στην Ελλάδα και... ο Γκάλης

Η φιλοσοφία του Ίβκοβιτς βασιζόταν κατά κύριο λόγο στην οργάνωση. Ανέκαθεν εκτιμούσε ότι για να λειτουργήσει σωστά μια ομάδα ανθρώπων, πρέπει γύρω τους να υπάρχουν σταθερές, να ισχύουν κανόνες, να είναι κατανοητό σε άπαντες ότι πρώτα έρχεται το συμφέρον του συνόλου και κατόπιν οι ατομικές επιδόσεις.

Το ανήσυχο πνεύμα του και η εμμονή στην εφαρμογή της νεωτεριστικής φιλοσοφίας του τον κράτησαν μόλις μια διετία στον πάγκο της Παρτιζάν, που δεν άντεξε το γεγονός ότι ήταν εκείνος που έδειξε την πόρτα της εξόδου στα «ιερά τέρατα» Κιτσάνοβιτς και Νταλιπάγκιτς, προκειμένου να ξεκινήσει η παραγωγή των επόμενων πρωταθλητών.

Την πόρτα του τη χτύπησαν πολλοί, εκείνος προτίμησε να παραμείνει μερικούς μήνες άνεργος, προτού επικοινωνήσει μαζί του ο Ανέστης Πεταλίδης για λογαριασμό του Άρη. Ο τότε προπονητής του Άρη, Φρεντ Ντέβελυ, είχε αποχωρήσει από τη Θεσσαλονίκη με κατηγορίες για ομοφυλοφιλία (!), ο Άρης είχε μείνει ακέφαλος αφού και ο Ιωαννίδης ακατανόητα είχε επιλέξει να αποχωρήσει και να προπονήσει τη Λάρισα της Β’ Εθνικής και ο Ίβκοβιτς αναλαμβάνει την ωρολογιακή βόμβα στην αρχή της δεκαετίας του ’80. Δεν λογαριάζει από βεντέτες, στην ουσία θέτει στο περιθώριο τον προερχόμενο από τραυματισμό Χάρη Παπαγεωργίου (τότε σταρ και σκόρερ του Άρη), ενώ δυσκολεύεται να συνεννοηθεί με τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα ενός Ελληνοαμερικανού με μαλλί αφάνα: του Νίκου Γκάλη.

Ο Γκάλης των πρώτων χρόνων στην Ελλάδα είναι ένας απρόσιτος τύπος, ένας πολύ δύσκολος άνθρωπος που δεν εμπιστεύεται κανέναν και έχει συναντήσει μια πολύ δύσκολη κατάσταση που του την περιέγραφαν εντελώς διαφορετικά, όταν προσπαθούσαν να τον πείσουν να αγωνιστεί στην πατρίδα των γονιών του.

Ο Γκάλης δεν μπαίνει στα καλούπια που θέλει να τον βάλει ο Ίβκοβιτς, οι δυο τους απλώς συνυπάρχουν, ενώ ο ίδιος ο Ίβκοβιτς τον κατηγορεί ότι δεν βάζει πάνω απ’ όλα το καλό της ομάδας και σε μια αποστροφή του λόγου του, τονίζει εκνευρισμένος ότι με τον Γκάλη ο Άρης δεν πρόκειται να κατακτήσει ποτέ τίποτα. Ίσως παραμένει μέχρι σήμερα η πιο λανθασμένη απόφαση ολόκληρης της καριέρας του Ίβκοβιτς.

Πέραν αυτού, η (σχεδόν) διετία του Ντούντα στον Άρη δεν είναι κακή. Απεναντίας, προωθεί νεαρά παιδιά όπως ο Ρωμανίδης, ο Φιλίππου, ο Δοξάκης, θέτει τις βάσεις και οργανώνει τα τμήματα υποδομής του συλλόγου, στο πρωτάθλημα κλείνει με τη διόλου ευκαταφρόνητη επίδοση της δεύτερης και της τρίτης θέσης.

Χρόνια μετά την αποχώρησή του, πάντως, ο Ίβκοβιτς ανέφερε πως «και με τον Άρη και με τον Γκάλη χωρίσαμε σαν φίλοι. Δεν είχα πρόβλημα. Αν κάποιος θέλει να πει ότι είχα πρόβλημα με τον Γκάλη, αυτό δεν είναι αλήθεια. Μου είπαν πιο πολύ εδώ στην Ελλάδα ότι δεν τα πάω καλά με τις βεντέτες. Τα πάω πολύ καλά».

Η Εθνική Γιουγκοσλαβίας και η επιστροφή στην Ελλάδα

Τεράστια ήταν και η προσφορά του στην Εθνική Γιουγκοσλαβίας. Αποφασίζει να κάνει ένα πολύ επίπονο rebuilding που κοστίζει στη Ραντνίτσκι την παραμονή στην κατηγορία, η ομάδα τερματίζει προτελευταία με πέντε νίκες σε 22 παιχνίδια και υποβιβάζεται.

Είναι η θρυλική σεζόν 1982/83, η χρονιά του θαύματος της Μπόσνα Σεράγεβο του Σβέτισλαβ Πέσιτς, που κατέκτησε τον τίτλο με εκείνη την περίεργη απόφαση της Ομοσπονδίας της Γιουγκοσλαβίας να επαναληφθεί το καθοριστικό παιχνίδι με τη Σιμπένκα ενός νεαρού διαβόλου, του Ντράζεν Πέτροβιτς.

Είναι και η πρώτη χρονιά που οι δρόμοι του νεαρού και αυθάδους Κροάτη συναντώνται με εκείνους του 40χρονου πια Ντούσαν Ίβκοβιτς.

Στην Πανεπιστημιάδα του Έντμοντον στον Καναδά, ο Ίβκοβιτς είναι ο head coach των νεαρών Γιουγκοσλάβων και εκπλήσσεται από το ταλέντο του νεαρού αγοριού από το Σίμπενικ.

Ο 19χρονος Πέτροβιτς τρέχει, σκοράρει, πασάρει, παίρνει πρωτοβουλίες και καθοδηγεί μια ομάδα γεμάτη μελλοντικούς σταρ του ευρωπαϊκού μπάσκετ όπως ο Τσβετίτσιανιν, ο Ζίζιτς, ο Περάσοβιτς, ο Σουνάρα, ο Γκρμπόβιτς.

Είναι η πρώτη επαφή του Ντούντα με τα εθνικά κλιμάκια, γίνεται αντιληπτό ότι η Ομοσπονδία εμπιστεύεται επάνω του ένα πρότζεκτ πολύ φιλόδοξο.

Εκείνη η Γιουγκοσλαβία του Πέτροβιτς, σε ένα απίστευτο τουρνουά στον Καναδά, κατακτά το αργυρό μετάλλιο (για να γίνει αντιληπτό, οι Αμερικανοί είχαν παρατάξει μια ομάδα με Μπάρκλεϊ και Μαλόουν και τερμάτισαν τρίτοι), λυγίζοντας στη δύναμη της έδρας των Καναδών.

Ο Ίβκοβιτς έχει ήδη πάρει μια πρώτη γεύση από τη νουβέλ βαγκ του γιουγκοσλαβικού μπάσκετ, επιστρέφει στο Βελιγράδι και προς έκπληξη όλων δεν αφήνει τη Ραντνίτσκι, ακολουθώντας την και στη χαμηλότερη κατηγορία.

Την ξαναπροβιβάζει στην πρώτη κατηγορία, λατρεύεται σαν Θεός στην Ουστάνιτσκα, την περιοχή όπου το μικρό γηπεδάκι της Ραντνίτσκι, το «Σούμιτσ», έχει γνωρίσει ανεπανάληπτες στιγμές υπό τον Πίβα, φτάνοντας ακόμη και μέχρι τον τελικό του κυπέλλου πρωταθλητριών εναντίον της θρυλικής Καντού.

Έναν χρόνο αργότερα όμως, είναι αδύνατον να παραμείνει στο Βελιγράδι, όταν καλείται να αναλάβει τη Σιμπένκα, την ομάδα εκείνου του μικρού «διαβόλου» που τα έκανε όλα μέσα στο γήπεδο.

Διαδέχεται τον Βλάντο Τζούροβιτς στον πάγκο της πιο ταλαντούχας ομάδας της Γιουγκοσλαβίας, μιας ομάδας που πλην Ντράζεν, είχε στο ρόστερ της αθλητές όπως ο Ίβιτσα Ζούριτς, ο Ζίβκο Λιουμπόγεβιτς, ο Μίλαν Ζέτσεβιτς, ο Σρέτεν Τζούριτς.

Με το που καταφθάνει στην Dvorana Baldekin, ενημερώνεται ότι ο Ντράζεν και ο Ζούριτς αποχωρούν για την Τσιμπόνα, τη μεγάλη ομάδα της Κροατίας.

Για πολλοστή φορά, η αποστολή του Ντούντα είναι το χτίσιμο από την αρχή, η παραγωγή αθλητών, η οργάνωση μιας ομάδας που γυρίζει σελίδα.

Παρά την αποψίλωση, κατορθώνει και τερματίζει έκτος σε ένα τρομερά ανταγωνιστικό πρωτάθλημα, το οποίο ασφαλώς και κατακτά η Τσιμπόνα, με διαφορά 10 βαθμών από τον δεύτερο Ερυθρό Αστέρα.

Την επόμενη σεζόν κάνει το θαύμα του, βελτιώνει ακόμη περισσότερο την ομάδα, τερματίζει τέταρτος, πάνω από Παρτιζάν, πάνω από Γιουγκοπλάστικα, πάνω από τον Ερυθρό Αστέρα και φτάνει μέχρι τα ημιτελικά των play offs, αποκλείοντας την Παρτιζάν.

Επαναλαμβάνει τον άθλο και την επόμενη σεζόν, που είναι και εκείνη που τον παγιώνει στις κορυφαίες φυσιογνωμίες των πάγκων για τη γείτονα χώρα και του χαρίζει και την κλήση από την Ομοσπονδία για τον πάγκο της μεγάλης Εθνικής, στο πλευρό του Κρέζιμιρ Τσόσιτς.

Η Σιμπένκα του Ίβκοβιτς ξανατερματίζει τέταρτη, αποκλείει και πάλι σε μια συγκλονιστική σειρά την Παρτιζάν και λυγίζει μόνο απέναντι στην Τσιμπόνα του Ντράζεν στα ημιτελικά.

Η πορεία της όμως δεν περνά απαρατήρητη και ο Κρέζο αποκτά έναν πολύ προικισμένο assistant στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Ισπανίας, το καλοκαίρι του 1986.

Οι Γιουγκοσλάβοι, στο τουρνουά όπου ο κόσμος θαύμασε δύο εξωγήινους σκόρερς, τον Νίκο Γκάλη και τον Ντράζεν Πέτροβιτς, αποκλείονται μετά από ένα συγκλονιστικό παιχνίδι με τους Σοβιετικούς, έχασαν με 91-90 στην παράταση και αρκέστηκαν στο χάλκινο μετάλλιο.

Είναι σαφές, όμως, ότι έρχεται η ώρα τους. Ο Ντούντα, για πρώτη φορά στην καριέρα του, ασκεί παράλληλα καθήκοντα και συμπληρώνει τρίτη σεζόν στην ίδια ομάδα.

Εν όψει του Ευρωμπάσκετ της Αθήνας, οδηγεί τη Σιμπένκα στην πέμπτη θέση στο πρωτάθλημα της σεζόν 1986/87, αλλά αποκλείεται στον προημιτελικό των play offs από τον μετέπειτα φιναλίστ Ερυθρό Αστέρα.

Ο στόχος ήταν εξ αρχής το καλοκαιρινό Ευρωμπάσκετ της Αθήνας, το τουρνουά που για τους Γιουγκοσλάβους ήταν η ευκαιρία για τη «ρεβάνς» απέναντι στους Σοβιετικούς. Υπολόγιζαν όμως χωρίς τον Γκάλη.

Η Γιουγκοσλαβία του Τσόσιτς και του Ίβκοβιτς βρίσκει τοίχο στον οίστρο της εθνικής Ελλάδας, χάνει δύο φορές και περιορίζεται στην άβολη τρίτη θέση και το χάλκινο μετάλλιο. Η αποτυχία εκτιμήθηκε ως παταγώδης.

Η Ομοσπονδία αποφασίζει να πάρει δραστικά μέτρα και την ώρα που ο Ίβκοβιτς έχει μετακομίσει στο Νόβι Σαντ και έχει αναλάβει το πρότζεκτ της Βοϊβοντίνα, ανακοινώνει ότι ο Τσόσιτς παύεται από ομοσπονδιακός αναλαμβάνει το πόστο ο πρώτος βοηθός του, ο Ντούσαν Ίβκοβιτς.

Ο Ντούντα παραλαμβάνει ένα τρομακτικό national pool, μια φουρνιά μοναδική στα χρονικά του ευρωπαϊκού μπάσκετ: Ντράζεν Πέτροβιτς, Βλάντε Ντίβατς, Τόνι Κούκοτς, Ντίνο Ράτζα, Σάσα Τζόρτζεβιτς, Ζάρκο Πάσπαλι, Στόγιαν Βράνκοβιτς, Ντάνκο Τσβετίτσιανιν, Γκόραν Γκρμπόβιτς, Φράνιο Αράποβιτς, Ζόραν Τσούτουρα, Ζέλικο Ομπράντοβιτς, Ζντράβκο Ραντούλοβιτς, είναι μόνο ορισμένα από τα ονόματα που προκαλούσαν τρόμο σε κάθε αντίπαλο.

Είναι απίστευτο, αλλά ο Ίβκοβιτς είναι ο προπονητής που έχει αναλάβει το rebuilding της Βοϊβοντίνα στη β’ κατηγορία και ταυτόχρονα προπονεί την καλύτερη Γιουγκοσλαβία όλων των εποχών, την ομάδα-καρπό της απίστευτης δουλειάς που έγινε τη δεκαετία του ’70 και επί της ουσίας καθαγίασε την μεγάλη των πλάβι σχολή.

Με συνοπτικές διαδικασίες, ανεβάζει τη Βοϊβοντίνα και το καλοκαίρι έρχεται η μεγάλη ώρα της Σεούλ, η ώρα των Ολυμπιακών Αγώνων.

Η Γιουγκοσλαβία του Ίβκοβιτς αποδίδει ένα πολύ μοντέρνο μπάσκετ, μια μίξη ταλέντου και τακτικής πειθαρχίας, στο παρκέ η αρμονία είναι μοναδική, το μπάσκετ που παρακολουθούμε είναι βγαλμένο από άλλον αιώνα.

Οι Γιουγκοσλάβοι διαλύουν τους Σοβιετικούς στην πρεμιέρα, προκρίνονται άνετα πρώτοι από τον όμιλό τους, καθαρίζουν για πλάκα Καναδούς και Αυστραλούς σε προημιτελικά και ημιτελικά και στον τελικό περιμένουν ξανά τους Σοβιετικούς.

Τους σταματάει και πάλι το θαύμα της φύσης, ο Άρβιντας Σαμπόνις, που συνεπικουρούμενος από τον Σαρούνας Μαρτσουλιόνις διαλύει πάσα αμφιβολία για την κατάκτηση του χρυσού μεταλλίου.

Παρά την ήττα με 76-63, ο Ίβκοβιτς θεωρείται επιτυχημένος και η Ομοσπονδία εκδίδει ανακοίνωση τονίζοντας ότι είναι αμετακίνητος.

Οι παίκτες τον αγαπούν γιατί είναι δίκαιος, ξέρει πολύ καλά να κρατά τις ισορροπίες στο εσωτερικό μιας πολύ δύσκολης ομάδας και υπόσχεται ότι στο Ευρωμπάσκετ του Ζάγκρεμπ, η ομάδα δεν θα είναι απλώς έτοιμη, αλλά σαρωτική.

Αφού διεκπεραιώνει την πρώτη σεζόν της Βοϊβοντίνα στη μεγάλη κατηγορία, οδηγώντας την στην 9η θέση και την άνετη σωτηρία, εκείνον τον Ιούνιο στο Ζάγκρεμπ συνδυάζει θέαμα και ουσία, απελευθερώνει τον λατρεμένο από το κοινό Πέτροβιτς (που εν τω μεταξύ έχει μετακομίσει στη Ρεάλ Μαδρίτης) και κατακτά το χρυσό μετάλλιο, κερδίζοντας τους πάντες με πάνω από 20 πόντους διαφορά.

Στον τελικό συναντά την Εθνική Ελλάδας που είχε “αδειάσει” από τον θρυλικό ημιτελικό με τη Σοβιετική Ένωση και το 81-80 με το τρίποντο του Φάνη και την υψωμένη γροθιά του Γκάλη.

Οι Γιουγκοσλάβοι κερδίζουν άνετα με 98-77, είναι το πρώτο χρυσό του Ίβκοβιτς, το πρώτο και για τη νουβέλ βαγκ του γιουγκοσλαβικού μπάσκετ που πλέον δεν αποτελείται από αμούστακα παιδιά, αλλά από άνδρες έτοιμους να κατακτήσουν ακόμα και το ΝΒΑ.

Την επόμενη χρονιά, για μόλις έναν βαθμό δεν βάζει τη Βοϊβοντίνα στην τετράδα, η δουλειά όμως ήδη είχε γίνει.

Ο Ίβκοβιτς για πολλοστή φορά είχε παραλάβει μια ομάδα που ήταν στα πρόθυρα του μαρασμού και την οδήγησε στις κορυφές του γιουγκοσλαβικού πρωταθλήματος. Η αποστολή στο Νόβι Σαντ είχε ολοκληρωθεί.

Το καλοκαίρι έρχεται η παγκόσμια καταξίωση. Η Γιουγκοσλαβία τίθεται επικεφαλής του ομίλου στο Σάντα Φε, στο Μουντομπάσκετ της Αργεντινής, έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού της την κόντρα με τους Σοβιετικούς.

Ξεπερνά εύκολα τα εμπόδια του πρώτου γύρου, αλλά στο δεύτερο βρίσκεται ενώπιον ενός ομίλου-μνημείο στο παγκόσμιο μπάσκετ: Ελλάδα, Βραζιλία του Οσκάρ και οι Σοβιετικοί.

Η ομάδα του Ίβκοβιτς είναι εντυπωσιακή, δεν αφήνει περιθώρια σε κανέναν. Δυσκολεύεται μόνο απέναντι στην Εθνική μας, την οποία κερδίζει μόλις με 10 πόντους διαφορά. Τους Σοβιετικούς τους διαλύει με 100-77 σε μια αποθέωση του επιθετικού μπάσκετ.

Στο Λούνα Παρκ του Μπουένος Άιρες έρχεται η απόλυτη καταξίωση και ο λόγος που οι Αμερικανοί αποφάσισαν να σταματήσουν να σνομπάρουν τις διεθνείς διοργανώσεις, αποστέλλοντας αποστολές με αμούστακα παιδιά από τα κολέγια.

Οι Γιουγκοσλάβοι τους κερδίζουν με τους δικούς τους όρους, με το σκορ ψηλά, υπερισχύοντας σε τεχνικά και σε αθλητικά προσόντα. Το τελικό 99-91 αδικεί την ομάδα του Ίβκοβιτς, ο μεγάλος Κέννυ Άντερσον παραδέχεται μετά από το τέλος του ημιτελικού ότι ήταν αδύνατον να σταματήσουν μια τόσο καλοκουρδισμένη μηχανή γεμάτη ταλέντο.

Ο τελικός της 19ης Αυγούστου του 1990 είναι μια εποποιία. Γιουγκοσλαβία-Σοβιετική Ένωση 92-75, στην τελευταία μεγάλη μάχη των δύο μεγάλων ευρωπαϊκών συνομοσπονδιών.

Στην άλλοτε νουβέλ βαγκ του Ντούντα έχουν απλώς προστεθεί ο Άριαν Κόμαζετς, ο Ζόραν Σάβιτς και ο Γιούρι Ζντοβτς.

Όλοι οι υπόλοιποι είναι εκεί, πιστοί στρατιώτες του Ίβκοβιτς. Ορισμένοι τον βλέπουν σαν πατέρα, άλλοι σαν δάσκαλο, κάποιοι και σαν φίλο όπως ο Βλάντε Ντίβατς.

Παρότι Σέρβος και με το γιουγκοσλαβικό ζήτημα να υποβόσκει, οι Κροάτες -προεξέχοντος του Ντράζεν- τον λατρεύουν.

Σε παλαιότερη συνέντευξή του στην ελληνική δημόσια τηλεόραση και στον Βαγγέλη Ιωάννου, ο Ντούσαν Ίβκοβιτς αναφέρθηκε, μεταξύ πολλών άλλων, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992, τονίζοντας ότι η Γιουγκοσλαβία εκείνης της εποχής θα μπορούσε να είχε κερδίσει τους Αμερικανούς.

«Αν δεν είχαμε τον πόλεμο πίστευα ότι θα κερδίζαμε την dream team. Την ώρα που οι υπόλοιπες ομάδες και παίκτες έβγαιναν φωτογραφίες με τους παίκτες της Αμερικής, τον Τζόρνταν και τους άλλους, εμείς δουλεύαμε για αυτό το παιχνίδι γιατί εγώ πίστευα ότι μπορούσαμε να κερδίσουμε» τόνισε χαρακτηριστικά ο Ίβκοβιτς, που μίλησε και για τον Ντράζεν Πέτροβιτς: «Ο Ντράζεν ήταν φοβερός δουλευταράς. Παράδειγμα αν το σχολείο ξεκινάει στις 8, αυτός είναι εκεί από τις 7.30, έτοιμος να μάθει και να δουλέψει».

Σε ερώτηση για το αν θα διάλεγε κάποιον από τους παίκτες του ως κορυφαίο, απάντησε: «Δεν μπορώ να διαλέξω έναν παίκτη μου, όλοι ήταν παιδιά μου».

Παράλληλα, δεν έχει περάσει μια δεκαετία από τότε που αποχώρησε από τη Θεσσαλονίκη και μάλιστα όχι με τις καλύτερες των αναμνήσεων. Το κλίμα, όμως, στη πατρίδα του είναι βαρύ, η υφέρπουσα πολεμική διάθεση αυτονομιστών και φανατικών έχει οδηγήσει τη χώρα στα πρόθυρα του εθνικού μαρασμού, ο εμφύλιος είναι ante portas.

Η Θεσσαλονίκη μοιάζει ιδανική διέξοδος, είναι κοντά στο Βελιγράδι και στους περιστερώνες του, κοντά στον «Πίβα». Αυτήν τη φορά δεν είναι ο Άρης που έχει χτυπήσει την πόρτα του, αλλά ο μεγάλος αντίπαλος ΠΑΟΚ, που χρόνια πασχίζει να εκθρονίσει τον Γκάλη από την κορυφή της Α1. Ο Νίκος Βεζυρτζής τον πείθει σε λίγα λεπτά να αναλάβει μια ομάδα ανισόρροπη, «τρελή» όπως τη χαρακτήριζαν κάποιοι (κατακτούσε το Κυπελλούχων στη Γενεύη και έχανε το Κύπελλο από τον Πανιώνιο σε διάστημα μιας βδομάδας), κυρίως όμως πληγωμένη και με το φάντασμα του Άρη επάνω της.

Βλέπει γνώριμα πρόσωπα στο Παλέ. Πρώτος απ’ όλους ο Μπάνε Πρέλεβιτς, το δημιούργημα του φίλου του Γκόραν Μίλκοβιτς από τον Ερυθρό Αστέρα, ένα γνήσιο προϊόν του γιουγκοσλαβικού μπάσκετ, που απλώς περίμενε έναν πολύ μεγάλο προπονητή για να απογειώσει την καριέρα του. Μαζί του ο Τζον Κόρφας, ο Παναγιώτης Φασούλας, ο Κεν Μπάρλοου, ο Πιτ Παπαχρόνης, ο Νίκος Μπουντούρης. Ο τελευταίος, ίσως ο πιο ωφελημένος μπασκετμπολίστας του ΠΑΟΚ εκείνης της εποχής από τη διαχείριση Ίβκοβιτς, ο βενιαμίν που κατέληξε καλύτερος έκτος παίκτης του πρωταθλήματος.

Ο ΠΑΟΚ είναι σαρωτικός, παρότι ξεκινά ράθυμα και πληγώνεται από την ήττα στο τοπικό ντέρμπι με τον Άρη, κατακτά το πολυπόθητο πρωτάθλημα με εξαιρετική άνεση, είναι μια ομάδα μοντέρνα, που αποδίδει πολύ ελκυστικό μπάσκετ. Η σεζόν σημαδεύεται από την τραγωδία του Μπολιέ στη Ναντ, στο παιχνίδι που ράγισε οριστικά το γυαλί του Παναγιώτη Φασούλα με τον οργανισμό ΠΑΟΚ.

Ο στοιχειωμένος τελικός του Κυπελλούχων με τη Ρεάλ, το τρίποντο του Πρέλεβιτς από τα 11 μέτρα με 14 δευτερόλεπτα να απομένουν, η άστοχη βολή του Μαρκ Σίμπσον, η λάθος πάσα του Φασούλα, το καλάθι του Ρίκι Μπράουν παρά τα υψωμένα χέρια της «αράχνης» μπροστά του. Ο Ίβκοβιτς υπόσχεται το άλλο Κύπελλο, το «μεγάλο».

Την επόμενη σεζόν έχει δημιουργήσει τον δικό του ΠΑΟΚ. Ο Παπαχρόνης που... κοιμόταν στη θεωρία αποχωρεί, καταφθάνει παρά τις αντιρρήσεις ο Κλιφ Λέβινγκστον από τους Σικάγο Μπουλς. Ο ΠΑΟΚ έχει την καλύτερη πεντάδα στην Ευρώπη, παίζει εκπληκτικό μπάσκετ με έναν δαιμονισμένο Πρέλεβιτς, οι Μπάρλοου και Λέβινγκστον είναι το πιο ζηλευτό δίδυμο ξένων, ο Φασούλας σκεπάζει τα καλάθια, ο Κόρφας οργανώνει μαεστρικά, ο Μπουντούρης είναι η αποκάλυψη της σεζόν. Μετά από μια "γιορτή" με την Ορτέζ, ο ΠΑΟΚ προκρίνεται στο Final 4 της Αθήνας τον Απρίλιο του 1993. Λίγοι έχουν δώσει σημασία στον Παναγιώτη Φασούλα που εκνευρισμένος μετά από το ματς με την Ορτέζ στο Αλεξάνδρειο, παραπέμπει τους δημοσιογράφους στο «σοφό».

Ο «σοφός» ήταν ο Ίβκοβιτς, που είχε χάσει τον έλεγχο των αποδυτηρίων, δεν μπορούσε να ελέγξει μήτε το Λέβινγκστον (που έπινε περίπου 4 λίτρα coca cola την ημέρα και τρέλαινε τον Ντούντα) μήτε τον Φασούλα με τις τάσεις φυγής. Μέχρι και σήμερα ο Ντούντα αποδίδει την αποτυχία εκείνου του Final 4 στον τραυματισμό του Χρήστου Τσέκου, ενός βαρύ center που ο Ίβκοβιτς είχε προετοιμάσει ειδικά για να αντιμετωπίσει το «θωρηκτό» Ρουσκόνι, που ο ισχνός Φασούλας δεν μπορούσε να «σπρώξει» μακριά από το καλάθι.

Οι περισσότεροι αποδίδουν την αποτυχία στα τρίποντα του Μαουρίτσιο Ραγκάτσι και του Στέφανο Ιακοπίνι, ο Ίβκοβιτς στην απουσία του Τσέκου, πάνω στον οποίο είχε στηθεί όλο το πλάνο της ομάδας. Ο ΠΑΟΚ χάνει με δύο πόντους στον ημιτελικό με τη Μπενετόν του Σκάνσι και του Κούκοτς, εν συνεχεία καταρρέει και ο Ολυμπιακός τον πετάει εκτός τελικών του Πρωταθλήματος και εκτός Ευρωλίγκα. Μοιραία έρχεται η απομάκρυνση, ο Ντούντα όμως δεν αφήνει τη χώρα μας. Αναλαμβάνει το μεγαλύτερο και πιο αγαπημένο πρότζεκτ της καριέρας του, τον Πανιώνιο.

Ο Πανιώνιος, το πρώτο «όχι» στον Κόκκαλη και... η βόλτα στη Ρώμη

Στο οικογενειακό περιβάλλον της Νέας Σμύρνης θα βρει την ηρεμία του, θα δουλέψει μακριά από την πίεση και τη φρενίτιδα του ΠΑΟΚ και του περιβάλλοντος της Θεσσαλονίκης. Κάνει απίθανη σεζόν με τον Πανιώνιο, πείθει μπασκετμπολίστες όπως ο Ντίνκινς και ο Πάσπαλι, να δώσουν και την ψυχή τους σε εκείνο το πρότζεκτ. Ο Πανιώνιος παίζει το μπάσκετ που πρεσβεύει ο Ίβκοβιτς, φτάνει μέχρι και τον ημιτελικό του Κόρατς, όπου αποκλείεται από τον μετέπειτα νικητή του θεσμού ΠΑΟΚ, το κλειστό της Αρτάκης γνωρίζει μοναδικές στιγμές, γεμίζει ασφυκτικά, γύρω μόνο χαμόγελα.

Ήδη από το καλοκαίρι του 1995 ο Σωκράτης Κόκκαλης τον θέλει στον Ολυμπιακό, πασχίζει να τον πείσει να αφήσει τον Πανιώνιο και να αναλάβει μια πληγωμένη ομάδα από τους δύο χαμένους τελικούς σε Τελ Αβίβ και Σαραγόσα. Προς έκπληξη φίλων, συνεργατών και του ίδιου του Κόκκαλη, ο Ίβκοβιτς αρνείται, αντιπαραθέτει ότι θέλει να ολοκληρώσει το έργο του στην πλατεία, βγάζει τον Πανιώνιο στην Ευρωλίγκα, τον ξαναοδηγεί ψηλά στο Κόρατς όπου αποκλείεται στα προημιτελικά από τη Στεφανέλ.

Είναι από τις σπάνιες φορές που ο τότε Πρόεδρος του Ολυμπιακού επιστρέφει και ξανασυζητάει με έναν άνθρωπο που του αρνήθηκε να συνεργαστούν. Η σεζόν θα είναι πολύ δύσκολη, ο κόσμος του Ολυμπιακού αγάπησε παράφορα τον Γιάννη Ιωαννίδη, ακόμη και στο τέλος του «ξανθού» στο ΣΕΦ οι φίλαθλοι του Ολυμπιακού τραγουδούσαν «ποτέ μην έρθει η στιγμή ν’ αφήσεις το λιμάνι, θα σ’ αγαπάμε μια ζωή, Ιωαννίδη Γιάννη». Η σεζόν είναι αλλόκοτη, δύσκολη, μια σεζόν γεμάτη ανηφόρα.

Ο Ίβκοβιτς δεν έχει να αποδείξει τίποτα σε κανέναν. Το καλοκαίρι έχει οδηγήσει πίσω από την κουίντα τη Σερβία στο αργυρό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα, χάνοντας μόνο στον τελικό εναντίον της Dream Team #3 του Barkley, του Malone, του Pippen, του Robinson, του Stockton, του Hakeem, του Shaquille. Πιο εύκολη όμως ήταν η δουλειά του απέναντι στα ιερά τέρατα του ΝΒΑ, παρά στον Ολυμπιακό "του Ιωαννίδη". Ο Ολυμπιακός γνωρίζει ντροπιαστικές ήττες, χάνει ακόμη και από ομάδες όπως ο Παπάγου και ο ΒΑΟ κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου του πρώτου μισού της σεζόν και των αλλαγών που προσπαθεί να επιφέρει στο αγωνιστικό πλάνο της ομάδας ο Ίβκοβιτς.

Η ομάδα από τον Φεβρουάριο δείχνει να συνέρχεται, όταν κατορθώνει και αποκλείει την Παρτιζάν με 2-1 κερδίζοντάς την δύο φορές στη «Χάλα Πίονιρ» και ανατρέποντας κάθε προγνωστικό μετά από την εντός έδρας ήττα στα play offs της Ευρωλίγκας. Το κομβικό σημείο που η σχέση του με τον κόσμο του Ολυμπιακού δείχνει να περνά στο επόμενο στάδιο είναι η διάλυση του αιώνιου αντιπάλου Παναθηναϊκού, με το εκκωφαντικό 49-69 μέσα στο ΟΑΚΑ.

Η νίκη είναι συντριπτική και αποτελεί και προσωπική νέμεση του ίδιου του Ντούσαν Ίβκοβιτς επί του άσπονδου φίλου του Μπόζινταρ Μάλκοβιτς, του ανθρώπου που οδήγησε τον Παναθηναϊκό στην κατάκτηση του πρώτου Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος ελληνικής ομάδας στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ και θεωρείτο ο νέος Μωυσής του γιουγκοσλαβικού μπασκετ. Η νίκη του Ντούντα έκανε αίσθηση και στην πατρίδα του. Ήταν γνωστό ότι υπήρχαν δύο κυρίαρχες μπασκετικές σχολές εκείνη την εποχή. Στην κορυφή της μίας ήταν ο Μπόζα και στην άλλη ο Ντούντα, με τον θρόνο που θα άφηνε κενό ο Άτσα Νίκολιτς να χωράει μόνον έναν από τους δύο. Η νίκη του Ίβκοβιτς ήταν η επιβεβαίωση ότι ο «ένας» ήταν εκείνος.

Η σεζόν έκλεισε ονειρεμένα, ανέλπιστα, θαρρεί κανείς ότι η μοίρα επέστρεψε μονομιάς όσα στέρησε από τον Ολυμπιακό των προηγούμενων ετών, στον Ολυμπιακό του Ίβκοβιτς. Η προσέγγιση του Ίβκοβιτς στο Final 4 της Ρώμης χαρίζει στον σύλλογο το πρώτο ευρωπαϊκό τρόπαιο, το δεύτερο στη σεζόν μετά από το μικρότερης σημασίας Κύπελλο Ελλάδος, που αποτέλεσε όμως και την απαρχή της αντεπίθεσης. Το πρωτάθλημα κατακτάται με κεκτημένη ταχύτητα, το πρώτο triple crown στην ιστορία είναι γεγονός. Αρχιτέκτονας εκείνης της επιτυχίας ο Ντούσαν Ίβκοβιτς, η απόλυτη δικαίωση και για τον ίδιο και για τον Σωκράτη Κόκκαλη που τον επέλεξε.

Ανέκαθεν πιστός στις αρχές και στη δική του φιλοσοφία, αλλάζει εντελώς τον Ολυμπιακό, προχωρά σε ένα άτυπο rebuilding και τιμωρείται από το ίδιο το μπάσκετ που πρεσβεύει. Ο Κόκκαλης έχει ρίξει το βάρος και το ενδιαφέρον του στον ποδοσφαιρικό Ολυμπιακό, μετά από το triple crown μοιάζει «γεμάτος» από το μπάσκετ, πήρε τη «μεγάλη κούπα», δεν έχει λόγο να αντιπαραθέσει κάτι διαφορετικό στη νουθεσία του Ίβκοβιτς για ριζική ανανέωση. Η σεζόν είναι το ακριβώς αντίθετο της προηγούμενης. Ο Ολυμπιακός στο πρώτο μισό είναι οδοστρωτήρας, αλλά γκρεμίζεται μετά από τον Φεβρουάριο. Αποκλείεται αναπάντεχα από το θαύμα της Παρτιζάν στη φάση των 16 της Ευρωλίγκα και δέχεται το τελειωτικό χτύπημα από τον Πέτζα Στογιάκοβιτς στους ημιτελικούς των play offs του πρωταθλήματος, μένοντας έξω από τον τελικό.

Η σεζόν είναι ανεπιτυχής, αλλά ο αρχιτέκτονας του triple crown περιβάλλεται με την απαιτούμενη εμπιστοσύνη. Θα τη χάσει την αμέσως επόμενη σεζόν, όταν ο εκ των φαβορί σε όλες τις διοργανώσεις Ολυμπιακός, ηττάται με το μπάσκετ που πρεσβεύει ο ίδιος ο Ίβκοβιτς από τη θαυματουργή Ζάλγκιρις στο Final 4 (όπου τερματίζει τρίτος, νικώντας τη Φορτιτούντο Μπολόνια) και πλέον απέμενε μόνον το πρωτάθλημα.

Με πλεονέκτημα έδρας και όντας το λογικό φαβορί, ο Ολυμπιακός μετά από δέκα συνεχόμενες νίκες επί του αιωνίου αντιπάλου μέσα στο ΣΕΦ, χάνει από τον Παναθηναϊκό και το παιχνίδι και τον τίτλο. Ο Ίβκοβιτς εκ των πραγμάτων πρέπει να απομακρυνθεί και έτσι γίνεται. Φεύγει από τον Ολυμπιακό σαν φίλος, αφήνοντας τη γλυκιά ανάμνηση της μαγικής πρώτης σεζόν και ενός διαφορετικού και πιο ελεύθερου μπάσκετ από εκείνο που είχε συνηθίσει το κοινό της ομάδας.

Η επιτυχία στην ΑΕΚ και το κάζο της Μόσχας

Και πάλι δεν φεύγει από την Ελλάδα. Άλλωστε, το 1999 είναι μια πάρα πολύ δύσκολη χρονιά για τη Σερβία, οι βόμβες κατεδάφιζαν το Βελιγράδι, η πατρίδα του Ντούσαν Ίβκοβιτς δεν είναι ίδια με το παρελθόν, το άλλοτε «Παρίσι των Βαλκανίων» ήταν πλέον ένα βουβό, βομβαρδισμένο και καμένο τοπίο.

Αναλαμβάνει την ΑΕΚ και ξαναφέρνει μετά από 32 χρόνια ένα ευρωπαϊκό τρόπαιο στη Νέα Φιλαδέλφεια. Είναι το Κύπελλο Saporta που η δική του ΑΕΚ κατακτά πεντακάθαρα στη Λωζάννη κόντρα στη μεγάλη Kinder του Ettore Messina. Η ΑΕΚ παίζει πολύ ελκυστικό μπάσκετ, το άθλημα όμως παρακμάζει στη χώρα μας. Το ενδιαφέρον μονοπωλείται από το ποδόσφαιρο, τα χρήματα λιγοστεύουν, οι καλοί παίκτες προτιμούν ανώτερα και πιο ανταγωνιστικά πρωταθλήματα.

Πείθεται από τον Γιάννη Φιλίππου και συνεχίζει και την επόμενη σεζόν. Άλλωστε, το πρότζεκτ του αρέσει πάρα πολύ, δουλεύει με νεαρά παιδιά, με μια ολόκληρη γενιά «Εφήβων» που είχε κατακτήσει το παγκόσμιο πρωτάθλημα λίγα χρόνια πριν στην Αθήνα. Κατακτά δεύτερο σερί Κύπελλο με την ΑΕΚ, στο πρωτάθλημα τερματίζει και πάλι τέταρτος, στην Ευρωλίγκα σκαρφαλώνει μέχρι τον ημιτελικό όπου αποκλείεται από την Τάου.

Οι βάσεις όμως για τη μεγάλη ΑΕΚ έχουν ήδη μπει, τα θεμέλια είναι στιβαρά και το πρωτάθλημα δεν αργεί να έρθει μια σεζόν αργότερα. Μόνο που στον πάγκο της ΑΕΚ είναι ο Ντράγκαν Σάκοτα, ο Ίβκοβιτς έχει μετακομίσει στη Μόσχα και την ΤΣΣΚΑ.

Η προσαρμογή του στην παγωμένη Μόσχα ήταν πολύ εύκολη. Τη γλώσσα την γνώριζε, τη μιλούσε καλά, αφού την είχε διδαχθεί στο σχολείο. Πλέον, στα 60 του σχεδόν, είναι ένας προφέσορας του μπάσκετ, θεωρείται δίκαια guru του αθλήματος, αποτελεί έναν προπονητή-general manager ικανό να διαχειριστεί ένα πρότζεκτ οποιουδήποτε είδους. Είτε βασισμένο στα νεαρά παιδιά όπως άρεσε στον ίδιο είτε σε γαλαξία αστέρων όπως εκείνη η ΤΣΣΚΑ των ημερών του.

Στη Μόσχα δημιουργεί μια ομάδα-φόβητρο, έναν οδοστρωτήρα που κέρδιζε παντού τους πάντες, μέχρι που έφτανε στο «καταραμένο» Final 4. Η τρίτη σεζόν του είναι η σημαδιακότερη όλων. Η ομάδα που έχει φτιάξει, είναι ομάδα του ΝΒΑ, δεν χάνει ποτέ και από κανέναν, έχει καταρρίψει κάθε είδους ρεκόρ με εκείνο το απίστευτο 52-0 μέσα στη σεζόν και φιλοξενεί το Final 4 στην έδρα της. Και πάλι όμως χάνει από την Τάου Βιτόρια στη μεγαλύτερη ίσως αποτυχία στην καριέρα του Ίβκοβιτς. Δίκαια η «ομάδα του στρατού» δεν του ανανεώνει το συμβόλαιο, γρήγορα όμως βρίσκει καταφύγιο στη γειτονική Ντιναμό Μόσχας.

Μακριά από την πίεση και τα εκτυφλωτικά φώτα της ΤΣΣΚΑ, ο Ίβκοβιτς έχει τον χρόνο να δουλέψει την ομάδα όπως θέλει, να διδάξει ένα μπάσκετ όχι μόνο του αποτελέσματος και της απόλυτης κυριαρχίας, αλλά και της τεχνικής, της τακτικής, της ανάδειξης νέων πρωταγωνιστών. Οδηγεί τη Ντιναμό στην κατάκτηση του ULEB Cup, μια επιτυχία πολύ σημαντική για τη ρωσική ομάδα και πρώτο ευρωπαϊκό τίτλο στην ιστορία της.

Επιστροφή στο λιμάνι και το «θαύμα» της Πόλης

Το κεφάλαιο Ολυμπιακός είχε κλείσει το 1999 και μάλιστα άδοξα. Όταν τον πλησίασαν το 2010 οι αδελφοί Αγγελόπουλοι, ήταν διστακτικός, σχεδόν αδιάλλακτος σχετικά με το ενδεχόμενο να αναλάβει ξανά την ομάδα. Εν τέλει πείστηκε και έζησε μια από τις πιο ένδοξες στιγμές ολόκληρης της καριέρας του, ίσως την ενδοξότερη σε σύλλογο, εξ αιτίας εκείνης της δεύτερης τρελής σεζόν. Η πρώτη του χρονιά στον Πειραιά απέφερε το Κύπελλο, ο Ολυμπιακός ήταν βαριά άρρωστος, μέσα σε ένα τούνελ οικονομικής ασυδοσίας, με μπασκετμπολίστες αδιάφορους, μισθοφόρους, άνευρους και άχρωμους.

Ειδικότερα απέναντι στην καλοκουρδισμένη μηχανή του Ζέλικο Ομπράντοβιτς, εκείνος ο Ολυμπιακός ήταν αδύνατον να σταθεί εμπόδιο, δεν είχε τα εχέγγυα, δεν είχε τη χημεία και το αμάλγαμα ετών που ο Ζοτς είχε χτίσει στο ΟΑΚΑ. Είχε όμως ψυχή, είχε τα «θέλω» του Ίβκοβιτς που όπως τα περιστέρια του γυρνούσαν στον υπέροχο περιστερώνα του στο Βελιγράδι, έτσι κι εκείνος επέστρεψε στην αρχή της καριέρας του, σε ηλικία πάρα μα πάρα πολύ δύσκολη και οδήγησε τον Ολυμπιακό στο θαύμα.

Μετά από τη ραθυμία της πρώτης σεζόν, αποφασίζει να ανανεώσει ριζικά τον Ολυμπιακό, απομακρύνοντας ούτε λίγο ούτε πολύ όλους τους αθλητές που τον απογοήτευσαν: Τεόντοσιτς, Παπαλουκάς, Γκόρντον, Μπουρούσης αποχωρούν και η ομάδα γίνεται νεανική, νευρώδης, μια γροθιά. Και αποζημιώνει τους οπαδούς της, θαμπώνοντας όλη την Ευρώπη στο πιο τρελό Final 4 μετά από το 1992. Ο τόπος του εγκλήματος είναι ο ίδιος, η Κωνσταντινούπολη. Το ρόλο του Σάσα Τζόρτζεβιτς και της Σταχτοπούτας Παρτιζάν έπαιξαν, παίρνοντας άριστα, ο Γιώργος Πρίντεζης και ο Ολυμπιακός.

Στον συγκλονιστικό τελικό εναντίον της ανίκητης ΤΣΣΚΑ, ο Ολυμπιακός κάνει το όγδοο θαύμα επιστρέφοντας από το -19, κατακτά ανέλπιστα το πιο γλυκό τρόπαιο στην ιστορία του σαν αουτσάιντερ, τρελαίνοντας όλη την Ευρώπη. Το πρωτάθλημα κόντρα στον κυρίαρχο επί χρόνια Παναθηναϊκό είναι συνεπακόλουθο εκείνης της τεράστιας επιτυχίας στην Πόλη. Ο Ίβκοβιτς έχει κάνει το απίστευτο, είναι ίσως το επιστέγασμα μιας τεράστιας καριέρας. Λίγο πριν μπει στα 70, έχει συμπεριφερθεί κι αυτός σαν πρωτόβγαλτος προπονητής, έδειξε την ίδια δίψα που έδειχνε το 1978 όταν αναλάμβανε την Παρτιζάν και κατακτούσε τα πάντα.

Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο το επίτευγμά του, ειδικότερα αν αναλογιστεί κανείς πόσο έχει αλλάξει το μπάσκετ ανά τις δεκαετίες, πόσο εξελίχθηκε ως άθλημα, πόσο επιστήμη έγινε, πόσο πιο αθλητικό, χίλια δυο. Οι δρόμοι του με τον Ολυμπιακό χωρίζουν το καλοκαίρι, η Ελλάδα βιώνει πολύ δύσκολες καταστάσεις, δεν υπάρχει άλλη επιλογή για τους αδελφούς Αγγελόπουλους από την περαιτέρω μείωση του μπάτζετ. Ο Ίβκοβιτς θα χάσει τα σημαντικότερα γρανάζια της επιτυχίας της περασμένης σεζόν και αποχωρεί σε εντελώς καλό κλίμα.

Το τέλος από τη Σερβία μετά την «ανάσταση» και η Εφές

Έναν χρόνο αργότερα, θα αποχωρήσει και από την εθνική ομάδα της Σερβίας, την οποία υπηρέτησε με μικρά διαλείμματα κοντά 30 χρόνια, από τα τμήματα υποδομής μέχρι τους έφηβους και τους άνδρες. Είτε είχε στα χέρια του καταπληκτικούς παίκτες όπως τις περισσότερες φορές είτε ξαναέχτιζε από την αρχή με παιδιά του πολέμου που είχαν πολύ λιγότερο ταλέντο και πολύ λιγότερα μέσα. Είναι και θεωρείται δίκαια ο Πατριάρχης του σερβικού μπάσκετ, είναι ο ζωντανός θρύλος της χώρας στο άθλημα.

Το καλοκαίρι του 2014 ενέδωσε στα τρελά λεφτά των Τούρκων και αποφάσισε να μετακομίσει στην Κωνσταντινούπολη για λογαριασμό της Αναντόλου Εφές. Η αποστολή του ήταν η συνηθισμένη και υπερφίαλη των Τούρκων: να τα πάρει όλα. Στο δύσκολο και χωρίς μπασκετικό υπόβαθρο περιβάλλον της Τουρκίας, κατέκτησε ένα Κύπελλο και ένα Super Cup. Η απόφασή του να αποχωρήσει ήταν εύκολη, ούτε συγκινησιακή φόρτιση υπήρχε ούτε αισθάνθηκε ποτέ την τελευταία δουλειά του ως τη σημαντικότερη της καριέρας του.

Εκείνο που μετρούσε για εκείνον ήταν πως ζούσε ακόμη για το μπάσκετ, δίδασκε μπάσκετ, ανανεωνόταν και ανανέωνε το ίδιο το άθλημα. Μέσα του όμως ήξερε καλά πως περπατάει τα 73. Αν αναλογιστούμε και την καριέρα του ως αθλητή, από το 1958 υπηρέτησε ενεργά το μπάσκετ επί 58 ολόκληρα χρόνια. Πλέον, με την εμπειρία και τη γνώση του θα προσφέρει σε πιο «πολιτικό» ρόλο, ως κορυφαίο μέλος της συντονιστικής επιτροπής των εθνικών κλιμακίων της Σερβίας.

Είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι πολλά χρόνια αργότερα, θα μνημονεύεται από τους ιστορικούς του μέλλοντος σαν «προστάτης Άγιος του σύγχρονου μπάσκετ», ακριβώς όπως ο θείος του Νίκολα Τέσλα μνημονεύεται από τους επιστημονικούς κύκλους σαν τον προστάτη Άγιο του σύγχρονου ηλεκτρισμού. Ορισμένοι άνθρωποι είναι γραμμένο να μένουν στο διηνεκές, να αφήνουν το στίγμα τους και να μνημονεύονται ες αεί. Ένας από αυτούς είναι ο Ντούσαν Ίβκοβιτς, ο μεγαλύτερος σοφός στην ιστορία του ευρωπαϊκού μπάσκετ.

Με πληροφορίες από: Zastro/Contra.gr και Athletestories.gr

 

Sports

Ροή ειδήσεων

Share