Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2021

«Αυτός με σκότωσε»: Είπε το όνομά του η Πριγκίπισσα Νταϊάνα πριν ξεψυχήσει!

Ποιος ήταν εκείνος που την ήθελε νεκρή;

19 Ιουνίου 2021 15:08
«Αυτός με σκότωσε»: Είπε το όνομά του η Πριγκίπισσα Νταϊάνα πριν ξεψυχήσει!
Από ATHENSMAGAZINE TEAM

Η Πριγκίπισσα Νταϊάνα έφυγε από τη ζωή στις 31 Αυγούστου 1997 σε εκείνο το σοκαριστικό τροχαίο στο Παρίσι, με την ίδια να φαίνεται να ήξερε πως ήταν πράξη δολοφονίας.

Δημοσίευμα του US report Today, αναφέρει πως αυτόπτης μάρτυρας φαίνεται να άκουσε τα τελευταία λόγια της πριγκίπισσας και είναι συγκλονιστικά.

Ο αυτόπτης μάρτυρας, ο οποίος δεν κατονομάζεται, φέρεται να υποστηρίζει πως η Νταϊάνα πίστευε ότι το τροχαίο δεν ήταν ατύχημα, αλλά στοχευμένο, έχοντας φόβο για ένα συγκεκριμένο άνδρα.

«Όταν την είδα για πρώτη φορά, φώναζε από τον πόνο και δεν είχε λιποθυμήσει. Φαινόταν ζαλισμένη και απροσονατολισμένη, την άκουσα να λέει: «Θεέ μου, τι μου συνέβη;».

«Της είπαν πως έζησε μια τρομερή συντριβή αυτοκινήτου και έπρεπε να παραμείνει ακίνητη. Αρχικά ήταν ψύχραιμη αλλά μετά άρχισε να κραυγάζει από τους πόνους.Τότε, ανάμεσα στις φωνές, την άκουσα να ψιθυρίζει: ”Με σκότωσε, αυτός ο γ... μπάσταρδος με σκότωσε. Τι θα απογίνουν τα παιδιά μου;». Λίγη ώρα μετά, λιποθύμησε.

Παρά τους ισχυρισμούς του φερόμενου μάρτυρα, τα όσα δήλωσε δεν συμφωνούν με μαρτυρίες άλλων ατόμων που ήταν παρόντα στο δυστύχημα.

Σύμφωνα με άλλον επιβεβαιώμενο μάρτυρα, τον πυροσβέστη Χαβιέρ Γκουρμελόν, ο οποίος ήταν από τους πρώτους που βρέθηκαν στο σημείο του δυστυχήματος, η Νταϊάνα όντως αναρωτήθηκε για το τι συνέβη, άλλα δεν θυμάται να αναφέρεται στον ισχυρισμό ότι κάποιος την ήθελε νεκρή.

«Μπορούσα να δω ότι είχε έναν ελαφρύ κόψιμο στον δεξιό ώμο της, αλλά εκτός από αυτό δεν υπήρχε κανένας άλλος σοβαρός τραυματισμός. Προσπάθησα να την ηρεμήσω... κινούσε το αριστερό της χέρι που ήταν ελεύθερο, αλλά το δεξί της χέρι ήταν παγιδευμένο», αναφέρει ο Χαβιέρ.

Όταν κατάφεραν να την σύρουν μακριά από τα συντρίμμια, χρειάστηκε να επανεκκινήσουν την καρδιά της. Μετά από αυτό, η πριγκίπισσα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.

Αν και έρευνα που έχει διεξαχθεί, έχει καταλήξει πως η Νταϊάνα δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας όταν έγινε η σύγκρουση, με αποτέλεσμα να υποκύψει στα θανάσιμα τραύματά της, θεωρίες συνωμοσίας υποστηρίζουν πως δολοφονήθηκε.

Τον ισχυρισμό αυτό φαίνεται να υποστηρίζει και ο γιατρός Ρίτσαρντ Σέφερ, ο οποίος έχει ασχοληθεί με πάνω από 26.000 περιπτώσεις.

«Η σύγκρουση που έγινε δεν ήταν τόσο δυνατή που να δικαιολογεί τον θάνατό της. Επίσης, άτομα που έφτασαν πρώτοι στο σημείο της συντριβής υποστηρίζουν πως η Νταϊάνα ήταν σε θέση να επικοινωνεί και φαινόταν εντάξει. Όλο τυχαίως, στο δρόμο για το νοσοκομείο αισθανόταν όλο και χειρότερα. Βασικά χρειάστηκε άμεση χειρουργική επέμβαση στον θώρακα - και όλα αυτά προκλήθηκαν από μικρό σκίσιμο σε φλέβα μέσα στα πνευμόνια- ένας πολύ ασυνήθιστος τραυματισμός».

Τα στοιχεία που «δείχνουν» φόνο

Σοκ προκαλούν τα νέα στοιχεία που έρχονται στο φως της δημοσιότητας σχετικά με τον τραγικό θάνατο της πριγκίπισσας Νταϊάνα. Για τις αιτίες του τραγικού τέλους της πριγκίπισσας των Βρετανών έχουν γραφτεί πολλά κατά τη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων.

Κάποιοι απέδωσαν τις ευθύνες σε δολιοφθορές που υπήρχαν στο παλάτι, κάποιοι άλλοι υποστήριξαν ότι οι παπαράτσι ήταν αυτοί που έφταιγαν και σήμερα, 20 χρόνια μετά, αποκαλύπτεται ότι η κατάσταση του αυτοκινήτου μέσα στο οποίο βρήκε τον θάνατο η Νταϊάνα, ήταν αθλία.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ντοκιμαντέρ «Ο θάνατος της Νταϊάνα: Μια απίστευτη αποκάλυψη» που προβλήθηκε από το γαλλικό κανάλι Μ6, η Mercedes που επέβαινε η Νταϊάνα τη μοιραία εκείνη ημέρα χαρακτηριζόταν ως «επισκευασμένο σαράβαλο» και μάλιστα, υπήρξαν προειδοποιήσεις που έλεγαν ότι το εν λόγω αυτοκίνητο είναι ακατάλληλο κυκλοφορίας, καθώς αν ο οδηγός ξεπεράσει την ταχύτητα των 60 χλμ., δε θα μπορέσει να το κρατήσει. Οι προειδοποιήσεις αυτές ωστόσο, δεν είχαν εισακουστεί παρά το γεγονός ότι είχαν γίνει δύο μήνες πριν το τραγικό δυστύχημα που στοίχισε τη ζωή στην πριγκίπισσα Νταϊάνα.

Σύμφωνα με τον φωτογράφο Πασκάλ Ροστέν, μάλιστα, που είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Ποιος σκότωσε την Lady D», το μοιραίο αυτοκίνητο είχε κλαπεί σε προγενέστερο χρόνο, εκείνη τη χρονιά και είχε εμπλακεί σε τροχαίο.

«Αυτό το αυτοκίνητο του Ritz ήταν σαράβαλο. Είχε τρακάρει πριν και είχε επισκευαστεί πολλές φορές», είχε αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ο Ροστέν, δήλωσε, επίσης, ότι ένας από τους φίλους του στο Ritz, είχε πάρει την Mercedes για μια βόλτα, τη χρονιά του 1997 και είχε προειδοποιήσει τον μάνατζερ του Ritz, Φρανκ Κλάιν λέγοντάς του χαρακτηριστικά:

«Είναι απαραίτητο να το πετάξεις. Αν κινηθείς με αυτό με πάνω από 60 χλμ. δεν σε κρατάει». Είχε προειδοποίσει δύο μόλις μήνες πριν το δυστύχημα.

Ο Ερικ Μπουσκέτ ανέφερε από την πλευρά του, ότι είχε αγοράσει το εν λόγω όχημα το Σεπτέμβριο του 1994 έναντι 85.000 ευρώ. Ωστόσο, τρεις μήνες αργότερα, ένας κρατούμενος που είχε βγει με άδεια έκλεψε το αυτοκίνητο οδηγώντας το με ταχύτητα ανώτερη των 160 χλμ, με αποτέλεσμα να τρακάρει τη -βάρους δύο τόνων- Mercedes και το αυτοκίνητο να βρεθεί με τον ουρανό στο έδαφος.

Από τη στιγμή εκείνη, το αυτοκίνητο θεωρήθηκε τελειωμένο και ακατάλληλο για κυκλοφορία. Σύμφωνα με τον Μπουσκέ, μάλιστα, η ασφαλιστική τον είχε αποζημιώσει πλήρως, καθώς το αυτοκίνητο είχε καταστραφεί ολοσχερώς χωρίς κανένα περιθώριο για επισκευή. Μάλιστα, ο ίδιος θέλησε να το πάρει πίσω όμως κάτι τέτοιο δεν του επετράπη λόγω της επικινδυνότητάς του.

Παρ’ όλ’ αυτά, ένας μηχανικός ανέλαβε να ανακατασκευάσει το αυτοκίνητο και να το μεταπουλήσει στην Etoile Limousines.

Ο Νιλς Σίγκελ, που δούλευε για την επιχείρησε εκείνη την εποχή, επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς αποκαλύπτοντας ότι αγόρασε τη Mercedes για 40.000 ευρώ. Αρνήθηκε, ωστόσο, ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν αξιόπιστο.

Το ρεπορτάζ του τηλεοπτικού καναλιού αναφέρει ότι ένας τεχνικός έκανε κρας τεστ σε ένα ίδιο αυτοκίνητο δηλώνοντας ότι το αυτοκίνητο δε θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να έχει τεθεί ξανά σε κυκλοφορία, καθώς η βλάβη ήταν αδύνατο να διορθωθεί πλήρως. Μια άποψη που βρήκε απόλυτα σύμφωνους και τους ασφαλιστές.

Εντύπωση πάντως προκαλεί το γεγονός ότι είκοσι ολόκληρα χρόνια κανείς δεν είχε ασχοληθεί με την κατάσταση του αυτοκινήτου και το ιστορικό του.

Υπενθυμίζεται ότι ο Μοχάμεντ Αλ Φαγιέντ πάντοτε υποστήριζε ότι το δυστύχημα ήταν αποτέλεσμα δολιοφθοράς της ΜΙ6 κατόπιν εντολής της βασιλικής οικογένειας.

Ωστόσο, το 2008 ένας Βρετανός δικαστής στο πόρισμά του έκανε λόγο για «βαριά αμέλεια» του σοφέρ της Νταϊάνα, Ανρί Πολ, κατηγορώντας τον ότι έτρεχε με πάνω από 190 χλμ. με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου τη στιγμή που ήταν μεθυσμένος, είχε πάρει αντικαταθλιπτικά και προσπαθούσε να αποφύγει τους παπαράτσι. Επιπλέον ανέφερε ότι η Νταϊάνα δεν φορούσε ζώνη ενώ είχε ξεκαθαρίσει ότι η Mercedes δεν φάνηκε να έχει εμπλοκή με άλλο όχημα.

Ο Ορφελί Μανιό, παρουσιαστής του ντοκιμαντέρ τόνισε ότι βάσει των νέων στοιχείων καμιά θεωρία συνομοσίας δεν κρίνεται βάσιμη και ότι ο θάνατός της τη νύχτα της 31ης Αυγούστου του 1997 ήταν αποτέλεσμα ενός τραγικού αυτοκινητικού δυστυχήματος.

Ο 58χρονος Ζαν Φρανσουά Μούσα, πρώην αφεντικό της Etoile Limousines και ιδιοκτήτης του αμαξιού μέσα στο οποίο βρήκε το θάνατο η θλιμμένη πριγκίπισσα βρίσκεται ακόμη σε δικαστική διαμάχη με τη Scotland Yard από την οποία διεκδικεί τα συντρίμμια του αυτοκινήτου.

Σύμφωνα με τις έρευνες της Scotland Yard γύρω από τις θεωρίες συνωμοσίας αναφορικά με τον θάνατο της Νταϊάνας, δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με το αυτοκίνητο.

Η έκθεση δημοσιεύτηκε το 2006 και είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τόσο οι γαλλικές όσο και οι βρετανικές αρχές είχαν δείξει ότι το αυτοκίνητο δεν είχε μηχανικά προβλήματα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν το μοιραίο δυστύχημα.

 

Retromania

Ροή ειδήσεων

Share