Τρίτη, 11 Μαΐου 2021

Γενοκτονία των Αρμενίων: Οι σφαγές από το 19ο αιώνα, ο τραγικός απολογισμός και η κοινή μοίρα με τους Πόντιους

Η πορεία μέχρι την ιστορική δικαίωση με την αναγνώριση των ΗΠΑ

22 Απριλίου 2021 09:00
Γενοκτονία των Αρμενίων: Οι σφαγές από το 19ο αιώνα, ο τραγικός απολογισμός και η κοινή μοίρα με τους Πόντιους
Από Ραφαήλ Αλαγάς

Μια ιστορική δικαίωση έρχεται για το λαό της Αρμενίας, καθώς οι ΗΠΑ εξέφρασαν μέσω του προέδρου τους, Τζο Μπάιντεν, την πρόθεση να αναγνωρίσουν τη Γενοκτονία του, που έλαβε τόπο στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο από τους Οθωμανούς.

Πρόκειται για μια από τις πιο τραγικές στιγμές στην παγκόσμια ιστορία, με τους Αρμένιους να αναζητούν διαρκώς την αναγνώριση από όλο τον πλανήτη, κερδίζοντας τη «μάχη» τους βήμα προς βήμα, όπως συμβαίνει και με την αντίστοιχη των Ποντίων. Πρόκειται για ένα γεγονός, όμως, που κρατά από το 19ο αιώνα και πριν από το Μεγάλο Πόλεμο, με απολογισμό άνω των 1.5 εκατομμυρίων νεκρών, σε μια πρωτοφανή σφαγή από τους Οθωμανούς.

Η πορεία για τη σφαγή των Αρμενίων

Για να ξεκινήσουμε από τα βασικά, ως γενοκτονία των Αρμενίων αναφέρονται τα γεγονότα εξόντωσης Αρμενίων πολιτών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σφαγές Αρμενίων είχαν γίνει και νωρίτερα επί Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ, το 1894-96, με τον αριθμό των νεκρών να εκτιμάται μεταξύ 80 και 300 χιλιάδων και τον αριθμό των ορφανών παιδιών σε 50.000. Ωστόσο οι πλέον εκτεταμένες σφαγές Αρμενίων αποδίδονται στο κίνημα των Νεότουρκων (1908-18). Ως έναρξη της Αρμενικής Γενοκτονίας συμβολικά θεωρείται η 24η Απριλίου του 1915, όταν η ηγεσία της Αρμενικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης φυλακίστηκε και εκατοντάδες Αρμένιοι της Πόλης απαγχονίστηκαν. Θεωρείται μια από τις πρώτες σύγχρονες γενοκτονίες.

Τουρκικές πηγές αναφέρουν ότι ο αριθμός των νεκρών Αρμενίων ήταν από 600.000 ως 800.000, ενώ Δυτικές και Αρμενικές πηγές ανεβάζουν τον αριθμό των σφαγιασθέντων στο 1.500.000.

Η Τουρκία αρνείται την ύπαρξη «γενοκτονίας» και ισχυρίζεται ότι δεν υπήρχε εξόντωση αλλά εκτοπισμός του Αρμενικού πληθυσμού. Το επίσημο τουρκικό κράτος υποστηρίζει πως οι Αρμένιοι αντάρτες υποστήριζαν τα ρωσικά στρατεύματα κατά την εισβολή τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Άλλοι αρνητές, υποστηρίζουν πως δεν υπήρξαν ενέργειες οι οποίες έχουν σκοπό την εξολόθρευση, άρα δεν είναι γενοκτονία. Σύμφωνα με τον Μουσταφά Ακιόλ, η γενοκτονία (την αποκαλεί «εθνοκάθαρση») συνέβη εξ αιτίας της κατάρρευσης της «ανεκτικής» Οθωμανικής αυτοκρατορίας και της ανάδυσης του εθνικισμού.

Η Γενοκτονία των Αρμενίων πραγματοποιήθηκε παράλληλα και με τον ίδιο τρόπο με γενοκτονίες σε βάρος και άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλ. των Ελλήνων και των Ασσυρίων (Νεστοριανών χριστιανών).

Εκτός από τη δολοφονία ανθρώπων, η γενοκτονία περιλάμβανε και την απαγωγή γυναικών και παιδιών τα οποία εξισλαμίζονταν, άλλαζαν ονόματα και ενσωματώνονταν σε νοικοκυριά μουσουλμάνων (Τούρκων, Κούρδων, Αράβων κ.ά.) ως σύζυγοι ή σκλάβοι. Σύμφωνα με τα έθιμα των τοπικών φυλών, για να αποφεύγονται οι αποδράσεις, οι σκλάβοι μαρκάρονταν με τατουάζ στο πρόσωπο ή το λαιμό. Πόλεις όπως η Χαρπούτ (Δυτική Αρμενία) και η Μεζρέ (Αν. Τουρκία) είχαν γίνει κέντρα εμπορίας Αρμενίων, Ελλήνων και Ασσυρίων σκλάβων. Εκεί "οι πλέον επιθυμητές γυναίκες, κυρίως αυτές από πλούσιες οικογένειες, ζητούνταν από τοπικούς μουσουλμάνους και ελέγχονταν από γιατρούς για αρρώστιες κτλ." Μετά το τέλος του Α' Παγκ. Πολέμου, στα εδάφη της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που κατέλαβαν οι σύμμαχοι απελευθερώθηκαν πάνω από 90.000 ορφανά Αρμενίων από την Τουρκία, τη Συρία, την Κύπρο, την Αίγυπτο, την Αρμενία και τη Γεωργία.

Η διεθνής αναγνώριση και οι τραγικές μαρτυρίες της εποχής

Μετά την παράδοση των Οθωμανών το 1918, οι ηγέτες των Νεότουρκων κατέφυγαν στη Γερμανία, η οποία υποσχέθηκε να μην ασκήσει δίωξη για την γενοκτονία. Ωστόσο, μια ομάδα Αρμενίων εθνικιστών επινόησε ένα σχέδιο, γνωστό ως «Επιχείρηση Νέμεσις», ώστε να εντοπίσει και να δολοφονήσει τους ηγέτες της γενοκτονίας.

Έκτοτε, η τουρκική κυβέρνηση αρνείται ότι συνέβη η γενοκτονία. Οι Αρμένιοι ήταν μια εχθρική δύναμη, υποστηρίζουν, και η σφαγή τους, ήταν ένα αναγκαίο μέτρο του πολέμου.

Σήμερα, η Τουρκία αποτελεί σημαντικό σύμμαχο των ΗΠΑ και άλλων δυτικών χωρών, και έτσι οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών είναι απρόθυμες να καταδικάσουν την εξόντωση των Αρμένιων.

Χαρακτηριστικό είναι ότι τα αμερικανικά ειδησεογραφικά πρακτορεία δεν χρησιμοποιούσαν για πάρα πολλά χρόνια τη λέξη «γενοκτονία» για να περιγράψουν τα εγκλήματα της Τουρκίας. Η φράση «γενοκτονία Αρμενίων» εμφανίζεται στην εφημερίδα τον New York Times, μόλις το 2004.

Τον Μάρτιο του 2010, μια ομάδα του Κογκρέσου των ΗΠΑ (αν και αργά), ψήφισε για την αναγνώριση της γενοκτονίας. Μόλις στις 16 Απριλίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε ένα ψήφισμα που χαρακτηρίζει γενοκτονία τη σφαγή έως και 1,5 εκατομμυρίων Αρμενίων πριν 100 χρόνια, λίγες ημέρες αφότου ο Πάπας Φραγκίσκος χρησιμοποίησε τον ίδιο όρο.

Παρά το γεγονός ότι το ψήφισμα επαναλάμβανε τον όρο που είχε υιοθετηθεί από το Κοινοβούλιο το 1987, ο πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε πριν την έναρξη της ψηφοφορίας ότι θα αγνοήσει το αποτέλεσμά της. «Ό,τι απόφαση κι αν λάβουν, θα μπει από το ένα αφτί και θα βγει από το άλλο», είχε δηλώσει νωρίτερα στο αεροδρόμιο της Άγκυρας προτού αναχωρήσει για επίσημη επίσκεψη στο Καζακστάν.

Ψηφίζοντας με ανάταση των χεριών, οι ευρωβουλευτές ενέκριναν το ψήφισμα που αναφέρει πως «τα τραγικά γεγονότα που συνέβησαν μεταξύ 1915 – 1917 εναντίον των Αρμενίων στην περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτελούν μια γενοκτονία».

Μετά το ψήφισμα, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών κατηγόρησε το Κοινοβούλιο ότι επιχειρεί να ξαναγράψει την Ιστορία. Στη δήλωση τόνισε πως οι νομοθέτες που υποστήριξαν το ψήφισμα ήταν σε συνεργασία με «όσους δεν έχουν καμία σχέση με τις ευρωπαϊκές αξίες και θρέφουν το μίσος, την εκδίκηση και την κουλτούρα των συγκρούσεων».

Η Τουρκία συμφωνεί ότι χριστιανοί Αρμένιοι σκοτώθηκαν σε μάχες με Οθωμανούς στρατιώτες που ξεκίνησαν στις 15 Απριλίου 1915, όταν οι Αρμένιοι ζούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά αρνείται ότι ο αριθμός των νεκρών είναι τόσο υψηλός για να χρησιμοποιηθεί ο όρος γενοκτονία.

Οι χώρες που έχουν αναγνωρίσει επίσημα[13] την γενοκτονία των Αρμενίων είναι:

  • Αργεντινή
  • Βέλγιο
  • Καναδάς
  • Χιλή
  • Κύπρος
  • Ελλάδα
  • Γαλλία
  • Γερμανία
  • Ιταλία
  • Λιθουανία
  • Λίβανος
  • Ολλανδία (μαζί με των Ελλήνων και των Ασσυρίων, 2015), Γενοκτονία Αρμενίων (το 2018)
  • Πολωνία
  • Ρωσία
  • Σλοβακία
  • Σουηδία (μαζί με των Ελλήνων και των Ασσυρίων)
  • Ελβετία
  • Ουρουγουάη
  • Βατικανό
  • Βενεζουέλα
  • Αρμενία
  • Αυστρία (μαζί με των Ελλήνων και των Ασσυρίων)
  • Βολιβία
  • Τσεχία
  • Συρία
  • Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
  • Βραζιλία
  • Βουλγαρία
  • Λιβύη
  • Λουξεμβούργο
  • Παραγουάη
  • Πορτογαλία

Τη Γενοκτονία των Αρμενίων έχουν αναγνωρίσει, επίσης, τέσσερις περιοχές της Ισπανίας (Βασκονία, Καταλονία, Βαλεαρίδες Νήσοι, Ναβάρρα), η Σκωτία, η Ουαλία και η Βόρειος Ιρλανδία (από τη Μεγάλη Βρετανία) και δύο Πολιτείες της Αυστραλίας (Νέα Νότια Ουαλία και Νότια Αυστραλία[19]). Στην αναγνώριση από τις Αυστραλιανές Πολιτείες (από κοινού με τις γενοκτονίες των Ελλήνων και των Ασσυρίων), συνέβαλε και η έρευνα του Ελληνο-αυστραλού μελετητή γενοκτονιών Παναγιώτη Διαμαντή, όπως αναγνωρίζεται από βουλευτές.

Η γενοκτονία των Ποντίων

Ένα εκλεκτό τμήμα του Ελληνισμού ζούσε στα βόρεια της Μικράς Ασίας, στην περιοχή του Πόντου, μετά τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τους Οθωμανούς δεν τους αλλοίωσε το φρόνημα και την ελληνική τους συνείδηση, παρότι ζούσαν αποκομμένοι από τον εθνικό κορμό. Μπορεί να αποτελούσαν μειονότητα -το 40% του πληθυσμού, αλλά γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής, ζώντας κυρίως στα αστικά κέντρα.

Η οικονομική τους ανάκαμψη συνδυάστηκε με τη δημογραφική και την πνευματική τους άνοδο. Το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 ψυχές, το 1880 σε 330.000 και στις αρχές του 20ου αιώνα άγγιζαν τις 700.000. Το 1860 υπήρχαν 100 σχολεία στον Πόντο, ενώ το 1919 υπολογίζονται σε 1401, ανάμεσά τους και το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Εκτός από σχολεία διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες και θέατρα, που τόνιζαν το υψηλό τους πνευματικό επίπεδο.

Το 1908 ήταν μια χρονιά - ορόσημο για τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη χρονιά αυτή εκδηλώθηκε και επικράτησε το κίνημα των Νεότουρκων, που έθεσε στον περιθώριο τον Σουλτάνο. Πολλές ήταν οι ελπίδες που επενδύθηκαν στους νεαρούς στρατιωτικούς για μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της θνήσκουσας Αυτοκρατορίας.

Σύντομα, όμως, οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Οι Νεότουρκοι έδειξαν το σκληρό εθνικιστικό τους πρόσωπο, εκπονώντας ένα σχέδιο διωγμού των χριστιανικών πληθυσμών και εκτουρκισμού της περιοχής, επωφελούμενοι της εμπλοκής των ευρωπαϊκών κρατών στο Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ελληνικό κράτος, απασχολημένο με το «Κρητικό Ζήτημα», δεν είχε τη διάθεση να ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο με την Τουρκία.

Οι Τούρκοι με πρόσχημα την «ασφάλεια του κράτους» εκτοπίζουν ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού στην αφιλόξενη μικρασιατική ενδοχώρα, μέσω των λεγόμενων «ταγμάτων εργασίας» («Αμελέ Ταμπουρού»). Στα «Τάγματα Εργασίας» αναγκάζονταν να υπηρετούν οι άνδρες που δεν κατατάσσονταν στο στρατό. Δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία και στη διάνοιξη δρόμων, κάτω από εξοντωτικές συνθήκες. Οι περισσότεροι πέθαιναν από πείνα, κακουχίες και αρρώστιες.

Αντιδρώντας στην καταπίεση των Τούρκων, τις δολοφονίες, τις εξορίες και τις πυρπολήσεις των χωριών τους, οι Ελληνοπόντιοι, όπως και οι Αρμένιοι, ανέβηκαν αντάρτες στα βουνά για να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατόν. Μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915, οι τούρκοι εθνικιστές υπό τον Μουσταφά Κεμάλ είχαν πλέον όλο το πεδίο ανοιχτό μπροστά τους για να εξολοθρεύσουν τους Ελληνοπόντιους. Ό,τι δεν κατάφερε ο Σουλτάνος σε 5 αιώνες το πέτυχε ο Κεμάλ σε 5 χρόνια!

Το 1919 οι Έλληνες μαζί με τους Αρμένιους και την πρόσκαιρη υποστήριξη της κυβέρνησης Βενιζέλου προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα αυτόνομο ελληνοαρμενικό κράτος. Το σχέδιο αυτό ματαιώθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν το γεγονός για να προχωρήσουν στην «τελική λύση».

Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα για να ξεκινήσει τη δεύτερη και πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας, υπό την καθοδήγηση των γερμανών και σοβιετικών συμβούλων του. Μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 οι Ελληνοπόντιοι που έχασαν τη ζωή τους ξεπέρασαν τους 200.000, ενώ κάποιοι ιστορικοί ανεβάζουν τον αριθμό τους στις 350.000.

Όσοι γλίτωσαν από το τουρκικό σπαθί κατέφυγαν ως πρόσφυγες στη Νότια Ρωσία, ενώ γύρω στις 400.000 ήλθαν στην Ελλάδα. Με τις γνώσεις και το έργο τους συνεισέφεραν τα μέγιστα στην ανόρθωση του καθημαγμένου εκείνη την εποχή ελληνικού κράτους και άλλαξαν τις πληθυσμιακές ισορροπίες στη Βόρειο Ελλάδα.

Με αρκετή, ομολογουμένως, καθυστέρηση, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα στις 24 Φεβρουαρίου 1994 την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού.

 

Retromania

Ροή ειδήσεων

Share