Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2021

Η σύγχρονη εμπορική λογοτεχνία

25 Αυγούστου 2011
Η σύγχρονη εμπορική λογοτεχνία

Η μαζικής παραγωγής σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία κατάφερε το ακατόρθωτο: Εξαφάνισε τους εργαζόμενους, τους ανέργους και τους φτωχούς και δημιούργησε μια κοινωνία της απίστευτης πλήξης σε ό,τι αφορά τους πρωταγωνιστές της και της απόλυτης αποχαύνωσης σε ό,τι αφορά τους αναγνώστες της.

Τηλεοπτική αισθητική και κοινοτοπίες
ΑΝΙΣΤΟΡΙΚΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

«Μ' ένα άρλεκιν ξεχνιέμαι», ήταν η πολύ επιτυχημένη ατάκα της παλιάς διαφήμισης του δημοφιλούς αυτού μέχρι τις μέρες μας μεταφρασμένου αισθηματικού μυθιστορήματος. Μέσα στην απλότητά της, η φράση αυτή έθεσε με πληρότητα το σύγχρονο πρόβλημα της λειτουργίας που καλείται να επιτελέσει η λογοτεχνία: Ένα μυθιστόρημα μας αποκαλύπτειτην πραγματικότητα -προφανώς μέσα στην πολυπλοκότητα της- ή μας βοηθάεινα ξεφύγουμε απ' αυτή;

Απ' το 19ο αιώνα, με το επιφυλλιδικό μυθιστόρημα που δημοσιευόταν σε συνέχειες στον Τύπο της εποχής, μέχρι τα τωρινά χρόνια της μαζικής παραγωγής μυθιστορημάτων, η λογοτεχνία που εστιάζει στην ιδιωτική ζωή των ηρώων και τις συναισθηματικές τους περιπέτειες σημείωνε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι οι προθήκες των βιβλιοπωλείων και οι κατάλογοι των μπεστ σέλερ γεμίζουν από μυθιστορήματα αυτής της θεματολογίας. Και πού είναι λοιπόν το πρόβλημα; Πρόβλημα υπάρχει επειδή ο κόσμος που αναπαριστάται λογοτεχνικά στα περισσότερα μυθιστορήματα του είδους είναι ένας κόσμος πλαστός. Η αφήγηση συνήθως κινείται έξω από κάθε ιστορικό πλαίσιο, ενώ η γοητεία και τα πρότυπα των ηρώων αντλούνται κατά κανόνα απ' τη βιομηχανία του λάιφ στάιλ και την τηλεοπτική μόδα.

Ας δούμε όμως πρώτα την αδιάψευστη γλώσσα των αριθμών, απ' τις στατιστικές που εκπόνησε το περιοδικό Ιχνευτής (μέχρι σήμερα, διαθέσιμα στοιχεία υπήρχαν ως το 2005): Τα βιβλία ελληνικής πεζογραφίας που εκδίδονται κάθε χρόνο από το 1998, είναι σταθερά πάνω από 400. Το 2005 εκδόθηκαν 508 νέα βιβλία με ελληνικά μυθιστορήματα, νουβέλες και διηγήματα. Αυτό αντιπροσωπεύει χοντρικά ποσοστό 6%-7% της συνολικής ετήσιας βιβλιοπαραγωγής - με άλλα λόγια τα τελευταία χρόνια εκδίδονται 6.000 με 6.500 νέα βιβλία το χρόνο. Ως προς τη θεματολογία τώρα των νέων βιβλίων πεζογραφίας, σύμφωνα με τις ποιοτικές παραμέτρους του Ιχνευτή: Διαχρονικά, απ' το 2000 ως το 2005, τα μισά βιβλία πεζογραφίας κάθε χρόνο εντάσσονται στο θεματικό κύκλο «οικογενειακή και ερωτική ζωή - άλλες όψεις της ιδιωτικής ζωής». Τα υπόλοιπα μισά κατανέμονται στις κατηγορίες των ιστορικών μυθιστορημάτων, στην κατηγορία «επιστήμη, κοινωνία, πολιτική», στα αστυνομικά μυθιστορήματα, στην επιστημονική φαντασία και στα πεζογραφήματα σχετικά με την τέχνη. Άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι το φύλο του συγγραφέα στα μυθιστορήματα με θέμα την οικογενειακή και την ερωτική ζωή: Στην εξαετία 2000-2005, το 58% σχεδόν των συγγραφέων ήταν γυναίκες, γεγονός που δείχνει μια τάση, ωστόσο δεν δικαιολογεί τον όρο «γυναικεία λογοτεχνία» που αποδίδεται σ' αυτού του είδους την πεζογραφία.

Αναφερόμενος στη λογοτεχνία και παραλογοτεχνία του 19ου αιώνα, ο Φρίντριχ Ένγκελς έγραφε το 1843: «Μια ολόκληρη επανάσταση έχει σημειωθεί εδώ και δέκα χρόνια στο ύφος της μυθιστοριογραφίας. Η θέση των βασιλιάδων και των πριγκίπων, οι οποίοι προηγουμένως ήταν οι ήρωες των αφηγήσεων αυτού του είδους, καταλαμβάνεται τώρα από τους φτωχούς, από την περιφρονημένη τάξη που η καλή ή κακή της μοίρα, οι χαρές και οι λύπες της αποτελούν τώρα θέματα της μυθιστορηματικής δράσης». Ενάμιση αιώνα αργότερα, κανείς δεν συναντά πια στα μυθιστορήματα φτωχούς. Στην πραγματικότητα, η πλειοψηφία των μυθιστορηματικών ηρώων δεν χρειάζεται καν να εργάζεται, στο λογοτεχνικό σύμπαν που έχουν δημιουργήσει αρκετοί σύγχρονοι συγγραφείς. Με βάση τέσσερα μυθιστορήματα του 2007 που ξεχώρισαν για τις πωλήσεις τους, θα επιχειρήσουμε μια ανατομία αυτής της τάσης στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Πρόκειται για τα βιβλία: Μύκονος μπλουζ της Παυλίνας Νάσιουτζικ από τις εκδόσεις Λιβάνη, Το ταξίδι που λέγαμε της Αλκυόνης Παπαδάκη από τις εκδόσεις Καλέντης, Αριζόνα της Μπέσσης Λιβανού από τις εκδόσεις Καστανιώτη και Δεσμοί σώματος της Μπελίκας Κουμπαρέλη απ' τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Μια αστή, ανεπάγγελτη και απεγνωσμένη ερωτικά γυναίκα έχει επιλέξει η Παυλίνα Νάσιουτζικ ως αφηγήτρια της ιστορίας της. Παρουσιάζει κατ' αρχήν ενδιαφέρον η γεωγραφία της αφήγησης: Το Μύκονος μπλουζ εκτυλίσσεται κατά βάση στη Μύκονο, όπου η ηρωίδα φτάνει φυσικά με Χάι σπιντ (και όχι βέβαια με το ...Ρομίλντα). Φιλοξενείται σε μονοκατοικία της Μυκόνου, όπου περισσεύει το υπηρετικό προσωπικό και η χλιδή. Για να ξεφύγει η ηρωίδα από τη συμβατικότητα των διακοπών της δραπετεύει στη Βενετία, όπου συναντά τυχαία τον ερωτικό της σύντροφο από το νησί ο οποίος της προσφέρει διαμονή στο καλύτερο ξενοδοχείο της πόλης. Η δράση έπειτα μεταφέρεται στο αριστοκρατικό θέρετρο της Βιέννης Ζέμερινγκ, όπου η ηρωίδα ζει στιγμές σεξουαλικής ανάτασης: «Ο Μπρετ μου έκανε έρωτα σχεδόν παντού και ακατάπαυστα (στο κρεβάτι, στο τραπέζι, στο πάτωμα, στο ασανσέρ, στα λιβάδια, στις βάρκες, στη λίμνη)», αναφέρεται χαρακτηριστικά. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου βρίσκουμε τους ήρωες να έχουν ταξιδέψει στη Ριβιέρα, σε μια βίλα 700 τετραγωνικών. Θυμίζουν κάτι όλα αυτά; Τηλεοπτικά είναι τα πρότυπα του μυθιστορηματικού σκηνικού, σαν τα σκηνικά και το σενάριο του Τόλμη και γοητεία. Σίγουρα πάντως η επαφή του κόσμου αυτού με την πραγματική κοινωνία και τις αντιθέσεις της έχει χαθεί εξ αρχής.

Η αφηγήτρια του μυθιστορήματος δεν κρύβει το ταξικό της μίσος απέναντι στους εργαζόμενους. Δύο φορές χρησιμοποιείται στην αφήγηση πλήρως απαξιωτικά η παρομοίωση μιας «ταμία στον Σκλαβενίτη» για να δηλωθεί η πιο ξεπεσμένη και αξιολύπητη κατάσταση ανθρώπου. Προσθέτοντας και αρκετές δόσεις ρατσισμού, η αφηγήτρια σε μια αποστροφή της θα αποφανθεί για τις υπηρέτριες: «Οι Φιλιππινέζες το έχουν αυτό, είναι γεννημένες υπηρεσίες, δε σου βγάζουν ποτέ γλώσσα, σαν τις παλιές Ελληνίδες που είχαν οι μητέρες μας, όχι σαν αυτές από τις ανατολικές χώρες, που μη σώσει και τις πάρετε, γιατί είναι τόσο τσαούσες που θα σας προκαλέσουν πολλαπλά εγκεφαλικά». Ένα απ' τα προβλήματα της ηρωίδας είναι η υπερβολική δουλικότητα της Φιλιππινέζας «της», γι' αυτό άλλωστε και την απολύει. Φιλοσοφία ζωής της είναι το «χωσέ-χωσέ» η ικανότητά της να βρίσκει άντρες - ερωμένους που να της «χώνουν» λεφτά και να την εξασφαλίζουν. Έχουν αλλάξει μάλλον πολλά από τότε που ο Ένγκελς εντόπιζε ενθουσιώδης φτωχούς σαν ήρωες μυθιστορημάτων.

Έναν κόσμο εύθραυστων συναισθημάτων και δύσκολων σχέσεων πλάθει μυθιστορηματικά η Αλκυόνη Παπαδάκη με το νέο βιβλίο της Το ταξίδι που λέγαμε. Τρία γυναικεία πρόσωπα πρωταγωνιστούν στην αφήγηση, το συναισθηματικό κόσμο των οποίων απασχολούν αποκλειστικά οι δυσκολίες των σχέσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι κανένα από τα τρία πρόσωπα δεν εργάζεται. Η ηλικιωμένη Ντοντώ έχει κληρονομήσει μια μεγάλη περιουσία. Οι δύο αδελφές, Ρορώ και Απολλωνία, επιβιώνουν απ' αυτούς τους πόρους, όπως συνάγεται. Το μόνο πρόσωπο που εμπλέκεται στην αφήγηση και δηλώνεται πως έχει και επαγγελματική δραστηριότητα είναι ο άστατος σύζυγος και μεγάλος έρωτας της ηρωίδας αφηγήτριας, ο οποίος είναι γνωστός τραγουδιστής. Ως εκ τούτου, οι αγωνίες και τα ενδιαφέροντα των ηρώων κινούνται αυστηρά στο ατομικό πλαίσιο. Αξιοπρόσεχτα είναι ούτως ή άλλως τα ονόματα της αφήγησης: Εκτός από τα προαναφερθέντα, εμφανίζεται ο Ιωάννης, η Αρσινόη, ο Στεφάν, η Εσπέ και η Αργυρένια. Το μόνο λαϊκό πρόσωπο της αφήγησης έχει και το ανάλογο όνομα: Γιώτα.

Όλη η φιλοσοφία ζωής των πρωταγωνιστών συμπυκνώνεται σε μια αποστροφή της αφηγήτριας: «Και ποιος είπε ότι έπρεπε να χρηστούμε εμείς σωτήρες της ανθρωπότητας; Μια ζωή παλεύαμε να σώσουμε τον εαυτό μας. Η ανθρωπότητα από μας περίμενε; Και στο κάτω - κάτω, ό,τι μπορούσαμε, το κάναμε. Και περιθάλψαμε και ταΐσαμε και στηρίξαμε και χαρά προσφέραμε και αγκαλιά ανοίξαμε... τι άλλο δηλαδή;». Οι περισσότερες σελίδες του βιβλίου καταλαμβάνονται από ανάλογους στοχασμούς σε διαλογική μορφή, παραγκωνίζοντας την εντελώς στοιχειώδη πλοκή: «Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων Αργυρένια. Εκείνοι που συναντούν την ομορφιά, κάνοντας απλώς τον περίπατό τους. Έτσι εύκολα. Έτσι τυχαία. Έτσι σκόρπια. Και οι άλλοι που τη γεννούν από μέσα τους, με ωδίνες. Οι αλχημιστές, που λέω εγώ. Οι μάγοι». Σε έναν κόσμο άνευρο, αποκομμένο από τις πραγματικές αντιθέσεις και προβλήματα, υπάρχει μόνο χώρος για κοινότοπες «φιλοσοφικές» φλυαρίες. Οι μυθιστορηματικές αυτές προσωπικότητες όμως είναι στην ουσία καρικατούρες της πραγματικής ζωής.

Κατεξοχήν τηλεοπτικά είναι τα πρότυπα για την πλοκή που συνέθεσε η Μπέσση Λιβανού στο μυθιστόρημά της Αριζόνα. Πρόκειται για την πιο τυποποιημένη αστυνομική ιστορία, σύμφωνα με το χολιγουντιανό αρχέτυπο: Μόνο κορίτσι από την επαρχία φτάνει στη μεγάλη πόλη, όπου ακούσια μπλέκεται στα δίχτυα της διακίνησης ναρκωτικών. Γνωρίζει έναν καλό μπάτσο που δρα υπό κάλυψη - και ερωτεύεται. Ο μπάτσος θα αποκαλύψει το έγκλημα και θα αρχίσουν κοινή ζωή. Η συγγραφέας θέλησε να τηρήσει κατά γράμμα το σενάριο των ταινιών αυτής της κοπής, έτσι στην τελευταία σκηνή έχει τοποθετήσει τους ήρωές της σε ερημικό τοπίο: «"Είσαι περικυκλωμένος Σάρπα. Πέταξε το όπλο και σήκωσε ψηλά τα χέρια", ακούστηκε η φωνή του Μελετίου από τον τηλεβόα». Η σκηνή και το βιβλίο τελειώνει με ασθενοφόρα και το ζευγάρι αγκαλιά.

Δεν χάνουν την ευκαιρία πάντως οι ήρωες να στοχαστούν φιλοσοφικά πάνω στη ζωή. Κοινοτοπίες και ατομισμός είναι όμως το «κοκτέιλ» της συγγραφέα: «Έπρεπε να περάσουν χρόνια για να καταλάβει πως ένας άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί να αλλάξει τίποτε άλλο από τον ίδιο του τον εαυτό. Είναι ο μόνος τρόπος για να αλλάξει οτιδήποτε στον κόσμο», σκέφτεται ένα πρόσωπο της ιστορίας. Δεν θα μπορούσε να λείπει και η χλιδή από το μυθιστόρημα: «Η πολυτελής μαύρη Μερσεντές έκοψε ταχύτητα καθώς έστριβε και σταματούσε για μια στιγμή μπροστά στην τεράστια μαντεμένια καγκελόπορτα της εντυπωσιακής βίλας στο ακριβό προάστιο της πόλης». Μιλά για το Παρίσι και η βίλα ανήκει στο βαθύπλουτο και ανοιχτοχέρη στις γυναίκες φίλο μιας ηρωίδας. Η αφήγηση λοιπόν επιτρέπει μία μονοδιάστατη και ρηχή ανάγνωση μιας ανιστορικής και έξω από κάθε πλαίσιο πλοκής.

Τηλεοπτικό ήταν και το πρότυπο της Μπελίκας Κουμπαρέλη, όταν συνέλαβε το πρόσωπο της αφηγήτριας και κεντρικής ηρωίδας στο βιβλίο Δεσμοί σώματος. Συγκεκριμένα, η Άντα βγήκε απ' το καλούπι της Κάρι Μπράντσο, της ξανθιάς αφηγήτριας του Sex and the city. Η Άντα διδάσκει προσωρινά σε κολέγιο, ενώ κερδίζει τα προς το ζην στέλνοντας βιβλιοκριτικές σε μια εφημερίδα, από το λαπ τοπ του σπιτιού της. «Είμαι τυχερή. Σαράντα ένα χρόνια τύχης. Έκανα αυτά που ήθελα στη ζωή μου και θα συνεχίσω. Εντάξει, υπάρχει μια μαύρη τρύπα, ο έρωτας, όμως ποιος τα έχει όλα;», μονολογεί στην αρχή του βιβλίου.

Το μυθιστόρημα αγγίζει πάντως ένα σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, αυτό των μεταναστών, καθώς δεύτερο κεντρικό πρόσωπο είναι ο βούλγαρος εργάτης Μπλάμι. Κάθε κοινωνική αναφορά όμως μπαίνει σε δεύτερο πλάνο, καθώς βασικό στοιχείο στη δομή του χαρακτήρα είναι οι ασυναγώνιστες σεξουαλικές επιδόσεις του Μπλάμι, με τον οποίο και συνάπτονται οι δεσμοί σώματος του τίτλου. Η ιστορία αφορά τη αποδοχή του μετανάστη ως ερωτικού συντρόφου ακόμα και με παραμορφωμένο πρόσωπο - η αντίζηλος της ηρωίδας του ρίχνει βιτριόλι. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει η εκτενής παρέκβαση στην αφήγηση που μεταφέρει την ηρωίδα και την αφήγηση στην Ινδονησία και σε μεταφυσικές αναζητήσεις και εμπειρίες. Μια εσωτερική υποτίθεται αναγέννηση, μέσω ενδοσκόπησης, αλλάζει τελικά άρδην τη ζωή της ηρωίδας. Θρίαμβος κι εδώ της ατομικής στάσης ζωής.

Τι είναι και τι δεν είναι λογοτεχνία
ΔΙΑΙΩΝΙΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣΥΝΗΣ

Η ποιοτική στάθμη μεγάλου αριθμού νέων μυθιστορημάτων εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη «λογοτεχνικότητά» τους, κατά πόσο δηλαδή αξίζει να τα προσμετρήσει κανείς στη λογοτεχνία ή στα παραλογοτεχνικά αναγνώσματα. Η συζήτηση για τον ορισμό του λογοτεχνικού βέβαια, μπορεί να εκταθεί σε πολλούς τόμους, ωστόσο δεν αποτελεί αυτό λόγο για να αποφύγει κανείς το θέμα. «Λογοτεχνία είναι οτιδήποτε θεωρείται λογοτεχνία από μια δεδομένη κοινωνία - ένα σύνολο κειμένων που οι πολιτισμικοί μεσάζοντες αναγνωρίζουν ότι ανήκει στη λογοτεχνία», σημειώνει εισαγωγικά ο Τζόναθαν Κάλλερ στο Λογοτεχνική θεωρία, μια συνοπτική εισαγωγή (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης), για να αναλύσει στα επόμενα κεφάλαια του βιβλίου του πλήθος περιορισμών με ακαδημαϊκά κριτήρια.

Πιο επικεντρωμένο στο θέμα της παραλογοτεχνίας είναι το νέο βιβλίο του Παναγιώτη Μουλλά Ο χώρος του εφήμερου από τις εκδόσεις Σοκόλη, που πραγματεύεται την παραλογοτεχνία του 19ου αιώνα: «Η παραλογοτεχνική γραφή δεν αντιμετωπίζει τη γλωσσική ύλη ως πρόβλημα. Διεκπεραιώνει τις αφηγηματικές υποχρεώσεις της με τον πιο συμβατικό τρόπο», υπογραμμίζει ο Π. Μουλλάς, ενώ επισημαίνει περαιτέρω για τους κανόνες του παραλογοτεχνικού παιχνιδιού: «Γραφή διαφανής, τυποποιημένη, ουδέτερη. Προσωπικό ύφος αδιάφορο, με προκατασκευασμένα μέσα, στερεότυπη γλώσσα, κοινά επίθετα, χιλιομεταχειρισμένες εικόνες, κοινότοπες εκφράσεις. Ό,τι για τη λογοτεχνία αποτελεί ουσία, βασική επιδίωξη και όρο ζωής, εδώ παρακάμπτεται ως δευτερεύον και επουσιώδες». Ο Π. Μουλλάς χαρακτηρίζει τη μαζική παραγωγή ανάλογων βιβλίων μέχρι τις μέρες ως απέραντο και παμφάγο χώρο του εφήμερου.

Όχι σπάνια, τόσο στα περασμένα χρόνια όσο και σήμερα, βιβλία χαμηλής ποιοτικής στάθμης χαρακτηρίζονται ως λαϊκή λογοτεχνία. Ο Ζορζ Σιμενόν για παράδειγμα δίνει έναν ορισμό που περιλαμβάνει και τον ακραία κερδοσκοπικό χαρακτήρα που έχει αυτή η βιβλιοπαραγωγή: «Ονομάζω λαϊκό μυθιστόρημα ένα βιβλίο που δεν ανταποκρίνεται στο συγγραφέα του, στην ανάγκη του για καλλιτεχνική έκφραση, αλλά σε μια ζήτηση εμπορική». Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι τα βιβλία αυτά είναι για το λαό, όχι από το λαό. Από αυτή την άποψη, δεν εντάσσονται ούτε στην υψηλή λεγόμενη λογοτεχνία των αστών διανοουμένων και καλλιτεχνών, ούτε όμως και στη λαϊκή πολιτιστική παραγωγή. Στην πραγματικότητα, υποτιμούν και αφήνουν ακαλλιέργητο το λαϊκό αισθητικό κριτήριο, αναπαράγοντας -με εστέτ όρους- την ημιμάθεια και την αγραμματοσύνη, διανοητική και συναισθηματική.

ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ
Η απομυστικοποίηση παραμένει ζητούμενο
ΘΑΒΟΥΝ ΤΙΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Μεγαλύτερο απ' το αισθητικό πρόβλημα ή το έλλειμμα λογοτεχνικότητας που παρουσιάζει μεγάλο κομμάτι απ' τα σύγχρονα μαζικά παραγόμενα μυθιστορήματα, είναι το πρόβλημα περιεχομένου. Όπως επισημαίνει εύστοχα στο σημαντικό έργο του Ο μαρξισμός και η λογοτεχνική κριτική ο Τέρι Ίγκλετον (κυκλοφορεί απ' τις εκδόσεις Ύψιλον), «τα λογοτεχνικά έργα δεν αποτελούν αποκυήματα μυστηριακής έμπνευσης, ούτε μπορούν να ερμηνευτούν απλά σε σχέση με την ψυχολογία του συγγραφέα τους. Είναι μορφές αντίληψης, ιδιαίτεροι τρόποι του βλέπειν τον κόσμο. Και σαν τέτοια σχετίζονται με τον κυρίαρχο τρόπο του βλέπειν ή την ιδεολογία μιας εποχής». Με μαρξιστικούς όρους, η τέχνη είναι μέρος του εποικοδομήματος μιας κοινωνίας, είναι κομμάτι της ιδεολογίας. «Η κατανόηση της λογοτεχνίας προϋποθέτει την κατανόηση της συνολικής κοινωνικής διαδικασίας», γράφει ο Τ. Ίγκλετον, εννοώντας ότι για να ερμηνεύσει κανείς τη λογοτεχνία αλλά και κάθε καλλιτεχνικό προϊόν, πρέπει να το αναγάγει και να το συσχετίσει με την οικονομική βάση, τις πραγματικές σχέσεις παραγωγής.

Τι κόσμο αναπαριστά όμως αυτή η λογοτεχνία; Στις σελίδες των βιβλίων αυτών καθρεφτίζεται κατ' αρχήν μια κοινωνία χωρίς αντιθέσεις. Αποκλειστικοί σχεδόν πρωταγωνιστές της δράσης και της πλοκής είναι ήρωες που προέρχονται από τις ανώτερες οικονομικά και κοινωνικά τάξεις. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι χαρακτήρες αυτοί είναι προσωπικής, εσωτερικής φύσης: Ερωτικές περιπέτειες, εύθραυστη ψυχολογική ισορροπία, διαταραγμένες διαπροσωπικές σχέσεις και μοναξιά, έλλειψη προσανατολισμού στη ζωή. Βάση των μυθιστορημάτων φαίνεται να είναι ο ατομισμός, η ατομική στάση ζωής. Σε προσωπικό επίπεδο λοιπόν αναζητούνται και οι λύσεις των προβλημάτων, στον «εσωτερικό κόσμο» και στον «εαυτό μας», χωρίς να λείπουν και οι αναφορές στα ανάλογα μεταφυσικά φιλοσοφικά συστήματα. Αποκρύβονται συστηματικά οι κοινωνικές αιτίες που γεννούν τα ατομικά προβλήματα, καθώς απουσιάζουν παντελώς οι κοινωνικές σχέσεις που διέπουν τον κόσμο που μας περιβάλλει. Δεν απαντάται στη λογοτεχνία αυτή αυτοτελώς εργαζόμενος, άνεργος, φτωχός, άνθρωπος σε ανάγκη ή και εργοδότης. Δεν θίγονται οι σχέσεις εκμετάλλευσης που καθορίζουν την προσωπικότητα του καθενός. Απουσιάζει η ιστορία (πλαστή ή πραγματική), τα εξωτερικά δηλαδή σε σχέση με το άτομο γεγονότα που το καθορίζουν, δίνοντας την αίσθηση ότι υπάρχει μια αδιατάρακτη και αδιάφορη ροή γεγονότων στον έξω κόσμο. Μυθιστορηματικά πρόσωπα αποκομμένα από την πραγματικότητα κατακλύζουν τις σελίδες αυτής της λογοτεχνίας, χαρακτήρες ανύπαρκτοι και ιδεατοί, που συνήθως εκφράζουν τις προσδοκίες και τα «πιστεύω» των ανώτερων τάξεων. Από την άποψη αυτή, τέτοια μυθοπλασία αποκρύβει την πραγματικότητα και βέβαια, δεν συμβάλλει στην αλλαγή της. Το αντίθετο.

Η μαρξιστική κριτική (πέραν της αποτίμησης της αισθητικής που αφορά φυσικά τη μορφή και τίποτε περισσότερο) συνήθως απευθύνει στα καλλιτεχνικά έργα το ερώτημα αν βοηθούν στην απομυστικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων, αν προωθούν την υπόθεση του προλεταριάτου. Όπως επισημαίνει όμως ο Τέρι Ίγκλετον, το ερώτημα του πόσο προοδευτική πρέπει να είναι η τέχνη, είναι ένα ιστορικό ερώτημα. Γράφει: «Υπάρχουν λιγότερο ακραίες φάσεις της αστικής κοινωνίας (σ.σ. σε σχέση με το φασισμό) όπου η τέχνη υποβιβάζεται ποιοτικά, γίνεται ασήμαντη και ευνουχισμένη, επειδή οι στείρες ιδεολογίες απ' όπου εκπηγάζει αδυνατούν να της παράξουν τροφή με τη συζήτηση και την εμβάθυνση. Σε μια τέτοια εποχή, η ανάγκη για μια ανοικτά επαναστατική τέχνη γίνεται πάλι πιεστική. Το αν δεν ζούμε κι εμείς οι ίδιοι σε μια τέτοια εποχή είναι ένα ζήτημα που πρέπει να μελετηθεί σοβαρά».

Η εποχή μας εισέρχεται στις σελίδες της εν λόγω λογοτεχνίας και με ένα επιπλέον τρόπο, καθώς η διαιώνισή της είναι άλλη όψη του νομίσματος της σύνθλιψης που βιώνουν καθημερινά εκατομμύρια εργαζόμενοι, οι οποίοι δουλεύουν για 700 και 800 ευρώ, δέκα και δώδεκα ώρες και της αποξένωσής τους από τους όρους δημιουργίας του σύγχρονου πολιτισμού. Διαφορετικά: Όσο η υπόθεση της λογοτεχνίας παραμένει υπόθεση αλλοπαρμένων, ευφάνταστων και ξιπασμένων ψώνιων, μην περιμένουμε να βελτιωθούν οι κατάλογοι των εκδοτικών οίκων...

(Πηγή: Γιώργος Λαουτάρης. Δημοσιεύτηκε στο Πριν, 5-1-2008)

 

Ροή ειδήσεων

Share