Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2021

Η φρικτή δράση του πρώτου (επισήμως) φονιά της Ελλάδας!!! Η ασύλληπτη κτηνωδία του Λήσταρχου Νταβέλη που για μια γυναίκα έγινε φυγάς!!!

6 Απριλίου 2013
Η φρικτή δράση του πρώτου (επισήμως) φονιά της Ελλάδας!!! Η ασύλληπτη κτηνωδία του Λήσταρχου Νταβέλη που για μια γυναίκα έγινε φυγάς!!!

Πεντέλη, Πάρνηθα, Παρνασσός. Όλες οι σπηλιές στη διάθεση του πιο περιβόητου -και του παλαιότερου- λήσταρχου της Ελλάδας: Του Χρήστου Νάτσου ή αλλιώς του «λήσταρχου Νταβέλη», όπως έγινε γνωστός ανά την επικράτεια. Του πρώτου επισήμως φονιά της Ελλάδας. Φωτογραφίες μικρές και ξεθωριασμένες - εξάλλου μιλάμε για τον 19ο αιώνα, οπότε και έδρασε. Ακόμα και η φωτογραφία του στη Ριζάρειο κανείς δεν μπορεί να πει ότι είναι αυθεντική. Ο άνθρωπος αυτός και η συμμορία του είχαν ασύλληπτα φρικιαστική δράση με θύματα ακόμα και αθώα παιδιά!

Της ΝΤΟΝΑΤΕΛΛΑΣ ΑΔΑΜΟΥ

Από τα Στύρα Εύβοιας, μόλις ενηλικιώθηκε (εικάζεται πως γεννήθηκε το 1830), επειδή δεν άντεχε τη φτωχολογιά, αποφάσισε να κατέβει στην Αθήνα. Ο Χρήστος Νάτσος εργάστηκε ως γαλατάς για λογαριασμό της Μονής Πετράκη αλλά ο... διάολος γρήγορα έβαλε το ποδάρι του και η ζωή του όλη ανατράπηκε: Ο πάτερ Συμεών είχε σχέση με μια καλόγρια από το μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα και ήθελε έναν «αγγελιοφόρο» για να μεταφέρει τα ραβασάκια τους. Ουσιαστικά, ο Χρήστος ήταν ο «δίαυλος επικοινωνίας» μεταξύ τους. Ο πιτσιρικάς τότε Χρήστος δεν υποψιαζόταν πως τα μηνύματα που μετέφερε στην καλόγρια για λογαριασμό του γέροντα Συμεών ήταν ερωτικού περιεχομένου. Στην πορεία, ωστόσο, η Νεζώ, η καλόγρια, καλόβλεπε τον νεαρό Νταβέλη, κάτι που έκανε έξαλλο τον Συμεών: Για να τον εκδικηθεί νέρωνε το γάλα που κουβαλούσε και όλοι διαμαρτύρονταν στον επαρχιώτη.

Όπως μάλιστα λεγόταν, κάποια στιγμή από την τρέλα του για τη Νεζώ, ο γέροντας έφτασε στο σημείο να κλέψει πρόβατο και να κατηγορήσει τον Χρήστο: Το παλικάρι το έδειραν και πήρε ντροπιασμένο τα πράγματά του για το χωριό του. Εκεί πια ο έρωτας τού έκλεισε ξανά το μάτι, αλλά ο πατέρας της αρχοντοπούλας που ερωτεύτηκε δεν τον ήθελε για γαμπρό. Άρχισε κόντρα μεταξύ τους και κάποια στιγμή που έφτασαν στρατιωτικές Αρχές στο χωριό αναζητώντας κάποιον «Νάστο», ο πατέρας της κοπέλας σκόπιμα υπέδειξε τον «Νάτσο»... Κάπως έτσι άρχισε η αντίστροφη μέτρηση: Τον ενημέρωσαν ενώ γλεντούσε στο χωριό και ο Χρήστος το έσκασε άρον-άρον. Η λύση ήταν μία: Τα βουνά.

Συμμορίες των βουνών και της πεδιάδας

Βρισκόμαστε στο 1850 και η Ελλάδα χωρίζεται στις συμμορίες των βουνών και στις συμμορίες των πεδιάδων. Ο φυγάς Νταβέλης δημιούργησε τη δική του, των βουνών, όπου έβρισκε σίγουρο καταφύγιο, με τον «αποτρόπαιο Κακαράπη» -κατά κόσμον Λουκά Μπελούλια από τη Λιβαδειά-, τον «κτηνώδη Καλαμπαλίκη» και τον «απαίσιο και ωμό Τσιμπουκλάρα». Αυτοί ήταν, σύμφωνα με την ιστορία, οι βασικοί «αυλικοί» του, αλλά στη σπείρα εντάχθηκαν γρήγορα και άλλοι, όπως οι Φουντούκης, Ντελής και Ζαφείρης. Ξεκίνησαν με τη ληστεία κάποιου Ευλάμπιου και ευελπιστούσαν να συνεχίσουν στο Δαφνί: Εκεί, σε πανσιόν της περιοχής, ο Νταβέλης γνωρίστηκε με τον υπολοχαγό Πεζικού Ιωάννη Μέγα -και πρώην ληστή- με τον οποίο έγιναν καρδιακοί φίλοι. Αργότερα, όμως, χωρίστηκαν για τα μάτια μιας γυναίκας που ήθελαν και οι δύο.

Η αρχή της σοβαρής δράσης τους έγινε με την απαγωγή του επικεφαλής του γαλλικού αποσπάσματος λοχαγού Μπερτό. Στόχος τους, να εκβιάσουν την κυβέρνηση και να πάρουν όσο το δυνατόν περισσότερα λύτρα. Ο στρατός κατοχής είχε σκοπό να καταπνίξει την επανάσταση σε Ήπειρο-Θεσσαλία κατά τον πόλεμο της Κριμαίας και έτσι ο Νταβέλης φάνηκε σαν να ήταν ο μοναδικός που έδινε μάχη εναντίον του στρατού κατοχής. Κάτι που προφανώς τον ανέβασε πολύ στα μάτια του λαού. Έκτοτε, του απέδωσαν το προσωνύμιο «Νταβέλης» από το «devil» που σημαίνει «διάβολος». Οι ληστές έστειλαν γράμμα ζητώντας 30.000 φράγκα για την απελευθέρωση του αιχμαλώτου και απαίτησαν η κυβέρνηση να δώσει εντολή να αποσυρθούν τα στρατιωτικά αποσπάσματα που τους ακολουθούσαν κατά πόδας. Όντως, έτσι έγινε: Πήραν τα λύτρα, ο Μπερτό απελευθερώθηκε και τα αποσπάσματα την «έκαναν» μεγαλοπρεπώς.

Οι ανελέητες σφαγές

Μετά την επιτυχία αυτή η συμμορία άρχισε να «εισβάλλει» στην καρδιά του λαού. Στη συνέχεια, ο Κακαράπης με άλλα μέλη της σπείρας όρμησαν στο χωριό του Αγίου Γεωργίου του Δήμου Πέτρας και ακολούθησε συμπλοκή με το στρατιωτικό απόσπασμα. Η μάχη κατέληξε σε άτακτη φυγή του στρατεύματος, ενώ η συμμορία συνέλαβε το δήμαρχο της περιοχής ζητώντας λύτρα 30.000 δραχμές. Κανείς δεν τους τα έδωσε, οπότε έσφαξαν τον δήμαρχο και του άρπαξαν την περιουσία, ενώ ρήμαξαν τα σπίτια του χωριού. Η κυβέρνηση κατέφυγε σε άκαρπες τελικά προσπάθειες να εξοντώσει τους ληστές με επικηρύξεις. Το μόνο που κατάφεραν ήταν ο Νταβέλης, καθότι υποψιάστηκε «συντρόφους» του για προδοσία, να σκοτώσει τέσσερις από αυτούς.

Ακολούθησε η απαγωγή του προύχοντα της Αράχωβας Παπασταθόπουλου και στην πορεία συνεχίστηκε η αιμοσταγής δράση. Διαμελισμένα πτώματα, λεηλασίες... Λουτρό αίματος και φλόγες άφησε στο πέρασμά του ο Νταβέλης και οι 70 άντρες που επιστράτευσε στη Λιβαδειά. Προειδοποίησε, μάλιστα, τον Όθωνα πως αν δεν του έδινε αμνηστία θα επαναλάμβανε αυτή την κτηνωδία στην Αθήνα. Του διευκρίνιζε, επίσης, ότι δεν θα πήγαινε με 70 αλλά με 200 άντρες. Εγκαταλείποντας, δε, την κατεστραμμένη Λειβαδιά, στο δρόμο για τον Παρνασσό, λεηλάτησαν τη Μονή Πελαγίας. Επειδή όμως η μνήμη του Νταβέλη δεν τον άφηνε σε ησυχία, έκοψε και το κεφάλι του προύχοντα από το χωριό του, αυτού που δεν του έδινε την κόρη του και ήταν εξάλλου η αιτία που έγινε φυγάς για όλη του τη ζωή!

Ακόμα και στην απαγωγή δύο παιδιών προκειμένου να πετύχει την αμνηστία (και ζητώντας 60.000 δραχμές, ένα τρελό για την εποχή ποσό) κατέφυγε ο Νταβέλης, αλλά η κυβέρνηση δεν του τη χάριζε. Έτσι, εκείνος εξακολουθούσε να σκοτώνει αδιάλειπτα και να σαρώνει τα πάντα: Στον Ελικώνα κατάκλεψε επίσης χωρικούς, ενώ ένας από τους βασικούς «παίκτες» του, ο Καλαμπαλίκης, έγδυσε κάποιον και του έριξε καυτό λάδι. Το τρελό της υπόθεσης, ότι μετά όλη η σπείρα προσκυνούσε -όπως λεγόταν τότε- την εικόνα του Αγίου Ελευθερίου(!).

Η διάλυση και η λαϊκή κατακραυγή

«...Πώς είναι δυνατόν να μη διατηρώνται λησταί εις Αττικήν, Μεγαρίδα, Βοιωτίαν και αλλαχού, όταν εν τη πρωτευούση διατηρή η Κυβέρνησις 2.000 στρατού; Πότε η Κυβέρνησις έστειλεν εκατό άνδρας να καταδιώξουν ληστρικήν συμμορίαν; Η κατά την Αττικήν συμμορία Νταβέλη, ποσάκις του μηνός έρχεται εις Πεντέλην και αλλαχού; Πόση δύναμις απεστάλη κατ' αυτής; Ποτέ πλείονες των είκοσι. Καταδιώκεται λοιπόν ούτως η ληστεία; Όχι βέβαια». Έτσι έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής αλλά ο Νταβέλης δεν καταλάβαινε τίποτα. Εισβολές σε χωριά, πλιάτσικο στα Μέγαρα, όπου υποχρέωσαν τους χωρικούς να γονατίσουν μπροστά τους δηλώνοντας υποταγή, συμπλοκές με αποσπάσματα (στη Σούρπη), όλα ήταν στο «μενού» τους.

Κάποια στιγμή, ωστόσο, η συμμορία χάλασε. «Έσπασε» σε τρεις μικρότερες. Οι... αυλικοί του Νταβέλη επαναστάτησαν: Κακαράπης, Καλαμπαλίκης και Νταβέλης πλέον «έπαιζαν» επί ίσοις όροις. Οι συμμορίες Κακαράπη και Καλαμπαλίκη εισέβαλαν στα Τοπόλια της Παρνασσίδος, όπου παίχτηκαν πάλι φρικιαστικές σκηνές. Γυναικόπαιδα και γέροντες σφαγιάστηκαν σε ένα απίστευτο λουτρό αίματος, ενώ απήγαγαν τα δύο παιδιά του δημάρχου της περιοχής. Η κυβέρνηση, πλέον, έχοντας δει τα πάντα όλα από τη συμμορία, αποφάσισε να τους δώσει αμνηστία. Ωστόσο, οι ληστές δεν πίστεψαν τους εκπροσώπους της και σκότωσαν τα κοριτσάκια - δράστης εν προκειμένω ήταν ο Τσιμπουκλάρας.

Το πλήθος αγανάκτησε! Η λαϊκή κατακραυγή τους ακολουθούσε. Στην πορεία, ο Τσιμπουκλάρας παραδόθηκε, ο Καλαμπαλίκης μαζί με 22 συντρόφους του εξαφανίστηκαν στη δασική περιοχή της Πεντέλης και μετά ο ίδιος αποκεφαλίστηκε από άλλον λήσταρχο, ενώ ο Νταβέλης συνέχισε να ποντάρει σε εκβιασμούς: Απήγαγε παιδιά, ζητούσε λύτρα και εφόσον του τα έδιναν τα απελευθέρωνε, ειδάλλως τα σκότωνε εν ψυχρώ. Αυτό που τον προβόκαρε ήταν ο ισχυρισμός κάποιου εν ονόματι Σύρμα από τα Βίλια Αττικής που έλεγε πως μπορούσε να τον πιάσει. Ο Νταβέλης, λοιπόν, του απήγαγε το παιδί και του το έδωσε πίσω όταν του πλήρωσε μεγάλα λύτρα.

Απώτερος στόχος του αρχιλήσταρχου ήταν να αιχμαλωτίσει τον υπουργό Στρατιωτικών, τον Σμολένσκη. Παρότι είχε ξανά στο πλευρό του τον Καλαμπαλίκη, έπρεπε να τα βάλουν με 2.000 άντρες: Η σπείρα στρατοπέδευσε στην Ερμού, έμειναν σε έναν αχυρώνα και το ξημέρωμα επιτέθηκαν σε άμαξες. Κανείς δεν τους αντιστάθηκε! Εν εξάλλω, ο Νταβέλης πήρε 27 αιχμαλώτους, όλοι μέλη της υψηλής κοινωνίας της εποχής αλλά στην πορεία συνάντησαν γαλλική περίπολο και άρχισε συμπλοκή με γιαταγάνια και ντουφέκια... Η Αθήνα για πολλές ώρες είχε μεταμορφωθεί σε εμπόλεμη ζώνη. Και κάπου εκεί τα περιθώρια άρχισαν να στενεύουν. Η προδοσία ήταν προ των πυλών: «Ο κάλλιστα περί όλων πληροφορούμενος Νταβέλης έμαθεν ότι ο Ζαφείρης ελθών εις συνεννοήσεις με τον Μέγαν ανέλαβε να υποδείξει εις αυτόν το λημέρι του ληστάρχου». Ο Ζαφείρης πέφτει στα χέρια των Αρχών και για να γλιτώσει το κεφάλι του αποκαλύπτει τα πάντα. Ο Νταβέλης προσπαθεί να διαφύγει στη Βοιωτία, νιώθοντας απειλητικά την ανάσα των αποσπασμάτων πίσω του...

Πήγε από το χέρι του πρώην «αδελφού» του

Τον Ιούνιο του 1856 ο Νταβέλης, μετά από πολλές συμπλοκές με τα στρατιωτικά αποσπάσματα, έστειλε γράμμα στον μοίραρχο Βακάλογλου τον οποίο προκαλούσε ανοιχτά να αναμετρήσουν τις δυνάμεις τους: «Μοίραρχε, σαν σου βαστά, δεν έρχεσαι να παίξωμεν δύο τουφεκιές; - Νταβέλης». Το παιχνίδι συνεχίστηκε μέχρι τις 12/7/1856, οπότε άρχισε άγρια μάχη στη Βοιωτία. Ο Βακάλογλου όρμησε στη μάχη, ενώ και ο Ιωάννης Μέγας μπήκε στον αιματηρό «χορό». Μάλιστα, οι δύο πρώην καρδιακοί φίλοι - ο Νταβέλης και ο Μέγας «έφυγαν» ο ένας από το χέρι του άλλου. Πιο συγκεκριμένα, οι φήμες λένε πως ο Μέγας είχε ήδη τραυματίσει τον Νταβέλη και νόμιζε ότι είχε πεθάνει. Πήγε λοιπόν να τον αποκεφαλίσει και τότε ο λήσταρχος του φώναξε: «Ούτε ο Νταβέλης στα βουνά ούτε και ο Μέγας στα παλάτια» και τον πυροβόλησε. Έπεσε και ο Μέγας όμως ούτε εκείνος είχε αφήσει την ύστατη πνοή του. Επιστράτευσε το μαχαίρι του. Μετά τα όπλα, οι δύο πρώην επιστήθιοι φίλοι που είχαν μεταμορφωθεί στους χειρότερους εχθρούς, έβγαλαν τα μαχαίρια και αντάλλασσαν μαχαιριές για ώρες. Το θέαμα ήταν βασανιστικά αποτρόπαιο. Ο Νταβέλης έμπηξε την τελευταία μαχαιριά στο λαιμό του Μέγα. Και εκείνος, πάντως, πνιγμένος στο αίμα, δεν μπόρεσε να αντέξει άλλο και ξεψύχησε δίπλα του. Τα δύο πρώην «αδέλφια», μετά θάνατον, έστω και σε λίμνη αίματος, είχαν ενωθεί ξανά...

Για περισσότερα νέα κάντε κλικ εδώ

 

Ειδήσεις

Ροή ειδήσεων

Share