Τα αποκάλυψε όλα ο Λάκης Λαζόπουλος: «Η περιπέτεια ξεκινάει το 2016 όταν την ακούω…»

Ο Λάκης Λαζόπουλος είναι πάντοτε εξομολογητικός, όταν αποφασίζει να μιλήσει, με τον ίδιο να αναφέρεται στο θάνατο της πολυαγαπημένης του συζύγου, Τασούλας.
Μπορεί να πέρασαν τρία χρόνια από την ημέρα που ο Λάκης Λαζόπουλος αποχαιρέτησε την Τασούλα του, αλλά ακόμη δυσκολεύεται να αναφέρεται σε αυτή. Για χάρη της μάλιστα έγραψε και ένα βιβλίο με τίτλο «Άλλες γυναίκες φοράνε τα φουστάνια σου» από τις εκδόσεις «Διόπτρα».
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, περνάνε πάρα πολλές προσωπικές ιστορίες του Λαζόπουλου, ακόμη και σχέσεις μικρής η μεγάλης χρονικής διάρκειας, τις οποίες έμαθε η Τασούλα, αλλά δεν θα μάθουν οι αναγνώστες του βιβλίου.
«Δεν στάθηκα σε πρόσωπα ονομαστικά γιατί δεν με ενδιαφέρει το φθηνό κουτσομπολιό, αυτό της κλειδαρότρυπας που λατρεύουν πολύ κάποιοι, Γενικά ήταν πολύ δύσκολο γιατί σκεφτόμουν αν έπρεπε να δημοσιεύσω κάποια γράμματα, αλλά αποφάσισα ότι ήταν κάτι που έπρεπε να κάνω. Είχε έρθει η στιγμή να τα πω, με τον δικό μου τρόπο».
Θυμάται πάρα πολλά γι’ αυτή την άνιση όπως αποδείχτηκε μάχη με τον καρκίνο που «χτύπησε» την πόρτα της Τασούλας ενώ αυτός ήταν σε επαγγελματικό ραντεβού.
«Η περιπέτεια ξεκινάει το 2016 όταν την ακούω στο τηλέφωνο μετά από μια εξέταση που είχε πάει να κάνει και της βρήκαν ένα όγκο. Πήγα κατευθείαν στο σπίτι. Έτσι αρχίζει το βιβλίο και νομίζω ότι είναι η ιστορία μιας οποιαδήποτε γυναίκας, ενός οποιουδήποτε ανθρώπου και όλη αυτή η διαδρομή με τους γιατρούς.
Που πάω, που πάμε, τι κάνουμε, πότε συναντιόμαστε ,πότε χανόμαστε και πότε ξαναβρισκόμαστε, όλα είναι γραμμένα μέσα. Ήθελα να το γράψω να βγει από μέσα μου. Δεν μπορούσα να συνεχίσω χωρίς να το κάνω, επειδή πάντα ότι σκεφτόμουν το έγραφα και δεν μπορούσε να μείνει άλλο μέσα μου».
«Την τελευταία μέρα την κράτησα και σε φωτογραφία»
Αναρωτιέται άραγε αν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο;
«Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ζωή μετά, αλλά νομίζω ότι είναι η μνήμη που διατηρεί ζωντανό έναν άνθρωπο. Το αίσθημα του χρόνου είναι κάτι που με βασανίζει χρόνια στη ζωή μου και η μνήμη κρατάει όπως θέλει και με όποιον τρόπο θέλει τον άνθρωπο ζωντανό. Την βλέπω την Τασούλα, την σκέφτομαι, την ακούω, μου μιλάει και μάλιστα έντονα κάποιες φορές».
«Την τελευταία μέρα την έχω κρατήσει και σε φωτογραφία. Ευτυχώς το κορίτσι μου δεν πόναγε καθόλου. Έφυγε ήρεμα γιατί αυτός ο καρκίνος δημιουργεί μια γλυκιά παραίσθηση και έφαγε ένα παγωτό με ζάχαρη, η οποία απαγορευόταν. Όταν μου είπε η γιατρός ας φάει κατάλαβα, αν και ποτέ δεν δέχτηκα ότι έρχεται το τέλος, ούτε όταν ήρθε αν και το ήξερα από την πρώτη στιγμή. Ήταν Πέμπτη πρωί όταν ξεκίνησε, που άκουσα την φωνή της ίσα να βγαίνει, είχε τάση για εμετό, έβγαλε αίμα δύο φορές και μετά την πήραν. Πήγα για να την χαιρετήσω όταν διασωληνώθηκε και έφυγα με την Μαρριέλη».






0 ΣΧΟΛΙΑ