ΣΥΝΤΑΡΑΚΤΙΚΗ εξομολόγηση! – “Δεν νομίζω ότι θα ξεχάσω ποτέ την εικόνα εκείνου του άντρα…”

“Δεν νομίζω ότι θα ξεχάσω ποτέ την εικόνα εκείνου του άντρα με την κουκούλα που είδα ξαφνικά πάνω από το κρεβάτι μου.”
Πριν δύο χρόνια, στις 14 Απριλίου (µερικές ηµεροµηνίες δεν τις ξεχνάς ποτέ), πήρα τη μεγάλη απόφαση να πάω σινεμά μόνη µου για πρώτη φορά. Έμενα και μένω ακόμα σε µια ήσυχη γειτονιά, στον τρίτο όροφο μιας νεόδμητης τετραώροφης πολυκατοικίας. Κατά τις δέκα επέστρεψα στο σπίτι. Πότισα, έβαλα φαγητό στον Ραλφ, το γάτο µου, άνοιξα την τηλεόραση και ξάπλωσα. Λίγο πριν µε πάρει ο ύπνος, έβγαλα τα γυαλιά µου.
Μόνη στο σπίτι
Κάποια στιγμή ξύπνησα από ένα τραγούδι που έπαιζε δυνατά η τηλεόραση. Έψαξα µε το χέρι µου το τηλεκοντρόλ χωρίς να σηκωθώ, το βρήκα και την έκλεισα. Έτσι όπως ήμουν όμως ξαπλωµένη, διέκρινα κάτι μαύρο να εξέχει στην κάτω γωνία του κρεβατιού. Τα μονίμως αναµµένα λαµπάκια που έχω στο σαλόνι µε βοήθησαν κάπως να δω. Αναρωτήθηκα τι µπορεί να ήταν – αποκλείεται να είχα αφήσει κάτω χύµα πράγματα.
Παραξενεύτηκα και πήγα να σηκωθώ, όταν αυτό το «µαύρο» ξαφνικά σηκώθηκε. Ήταν κάτι ζωντανό – μια φιγούρα που τώρα στεκόταν στο ένα µέτρο. «Νίκο;» είπα σαστισµένη λες και ήταν δυνατόν ο φίλος µου, που δεν έχει κλειδιά του σπιτιού µου, να στεκόταν μπροστά µου φορώντας κουκούλα και γάντια, µες στην άγρια νύχτα. Κι όμως, κάτι τέτοιο µού φαινόταν πιο λογικό από οτιδήποτε ήταν αυτό που συνέβαινε στ’ αλήθεια.
Έβλεπα θολά, καθώς τα γυαλιά µου ήταν ακόµα στο πάτωµα, όμως δεν άργησα να συνειδητοποιήσω με τρόμο τι γινόταν. Ήµουν µόνη. Ένας άγνωστος είχε μπει στην κρεβατοκάµαρά µου και ήµουν µόνη. «Τώρα, αυτή τη στιγμή, συμβαίνει αυτό και δεν το ξέρει κανένας» σκεφτόµουν.
Ο άντρας µε την κουκούλα έβαλε το δάχτυλο μπροστά στο στόμα του και τέντωσε το χέρι του, προστάζοντας να μείνω ακίνητη και να µη βγάλω άχνα. Και να ήθελα, δεν μπορούσα. Ανέπνεα και κάτι έκαιγε μέσα μου, σαν να µου είχαν ρίξει μίνι δακρυγόνο. (Στη συνέχεια οι αστυνομικοί μού εξήγησαν ότι τα αναισθητικά σπρέι αποτελούν πολύ συνηθισμένη πρακτική των διαρρηκτών και ότι μπορεί όντως να μου είχαν ρίξει κάτι, χωρίς όμως να καταφέρουν να με κρατήσουν αναίσθητη για ώρα.)
Τράβηξα σιγά σιγά το σεντόνι για να καλύψω το σώμα µου μέχρι το λαιμό. Ένιωθα λες και είχα παραλύσει. Η καρδιά μου σαν να είχε μόλις βγει από το σώμα μου. Δεν την άκουγα, μόνο την αισθανόμουν. Άκουγα όμως τη σιωπή. Ήταν εκκωφαντική.
Breathe in, breathe out
Η συνεχής σκέψη στο µυαλό µου ήταν «Μαµά; Μπαµπά; Μανούλα;». Και βέβαια, να µην έρθει κοντά µου, να μη με πειράξει, να μη με αγγίξει. Ένιωσα μια πρόσκαιρη ανακούφιση όταν εκείνος έφυγε από το δωµάτιο, όμως σύντομα ο πανικός ξαναγύρισε δριμύτερος. Κι αν συνειδητοποιούσε ότι το γεγονός ότι τον είχα δει με έκανε επικίνδυνη; Αν αποφάσιζε να με ξεφορτωθεί, για να μη διακινδυνεύσει να τον αναγνωρίσω;
Στην αρχή δεν άκουγα ούτε τις κινήσεις ούτε τα βήματά του. Δεν ήξερα αν ήταν μόνος του, αν ήταν στο σαλόνι, τι έκανε, αν έφυγε. Κάποια στιγμή μού φάνηκε πως άκουσα τα συρτάρια της κουζίνας να ανοίγουν και να κλείνουν ένα ένα. Έπειτα, εκείνα από το έπιπλο της τηλεόρασης. Όχι βιαστικά αλλά ήρεμα, λες και ήταν λογικό να έρθει αυτός ο άγνωστος στο σπίτι μου και να ψαχουλεύει τα πράγματά μου.
Καθόμουν εντελώς ακίνητη στο κρεβάτι, με το βλέμμα καρφωμένο στο αχνό φως που ερχόταν από τα φωτάκια του σαλονιού. Δύο φορές η δέσμη φωτός χάθηκε και ξαναεμφανίστηκε, σημάδι ότι είχε περάσει από μπροστά τους. Έπειτα, ησυχία.
Hanging on the telephone
Καθόμουν εκεί με τα αφτιά τεντωμένα, δεν ξέρω για πόση ώρα. Στο τέλος μάζεψα όσο κουράγιο μού είχε απομείνει και σήκωσα από το πάτωµα τα γυαλιά µου, τρέµοντας μήπως ο διαρρήκτης ήταν ακόμα εκεί, μήπως έβλεπε την κίνησή μου και εξοργιζόταν.
Δεν μπορούσα όμως να μείνω για πάντα έτσι. Σηκώθηκα δειλά και πλησίασα στην πόρτα του δωματίου. Αναρωτιόμουν αν είχαν «σηκώσει» τα πάντα από το σαλόνι. Το µάτι µου έπεσε στον υπολογιστή µου. Είχε σωθεί.
Είχα την αίσθηση ότι δεν ήταν μόνος του κι έτσι ρώτησα µε όση φωνή είχα: «Έχετε φύγει; Σας παρακαλώ, έχετε φύγει;». Καμία απάντηση. Τα πόδια μου, δεν ξέρω πώς, με οδήγησαν στο σαλόνι. Κοίταξα με τρόμο τριγύρω. Ευτυχώς, είχαν φύγει.
Το σπίτι δεν έµοιαζε να έχει παραβιαστεί, παρά µόνο η πόρτα, που φαινόταν κλειστή αλλά δεν ήταν. Θυµήθηκα ότι δεν την είχα κλειδώσει πριν, ούτε είχα βάλει το σύρτη. Τηλεφώνησα στην αστυνοµία και στους γονείς µου και µετά άρχισα να χτυπάω το κουδούνι των διπλανών. Η ώρα ήταν πεντέµισι. Τρόµαξαν, καθώς µε είδαν άσπρη σαν πανί να βγάζω άναρθρες κραυγές.
Lost and found
Η τσάντα μου και ό,τι είχε µέσα, 400 ευρώ που είχα στον πάγκο της κουζίνας για να πληρώσω την επόµενη µέρα τους λογαριασµούς και το κινητό µου είχαν κάνει φτερά. Μαζί και το ρολόι μου, το μοναδικό, ουσιαστικά, πράγμα αξίας που είχα, δώρο του πατέρα μου.
Η αστυνοµία άργησε να έρθει – όπως έμαθα µετά, για τέτοια περιστατικά έρχονται από τα κεντρικά της Αθήνας και όχι από το αστυνοµικό τµήµα της περιοχής σου. Όταν τους περιέγραψα το συµβάν, µου είπαν πως οι κλέφτες –θα ’πρεπε να ήταν τουλάχιστον δύο– µάλλον ξεκίνησαν από τα πάνω διαµερίσµατα προς τα κάτω, προσπαθώντας να βρουν εκείνη την πόρτα ασφαλείας που δεν ήταν κλειδωµένη. Μου είπαν πάντως πως η περίπτωσή µου ήταν από τις πιο ανώδυνες: «Το βασικό είναι ότι δεν σας πείραξαν». Έπειτα ήρθαν και οι γονείς µου. Με το που τους είδα, έπεσα πάνω τους και δεν ξεκολλούσα. Όντως, το βασικό ήταν ότι ήμουν σώα.
Insomnia
Εκείνη τη µέρα δεν πήγα στη δουλειά. Το σπίτι µού φαινόταν ξαφνικά βρόµικο και απωθητικό. Είναι δικό μου και δεν µπορούσα να το αφήσω, απλώς για ένα διάστημα θα κοιµόµουν μαζί µε τους δικούς µου. Είπα «θα κοιμόμουν»; Ούτε κατά διάνοια, ακόμα και µε ηρεμιστικά. Επί πέντε ολόκληρους μήνες.
Σκέφτομαι συχνά από τότε πόσο αφελής ήμουν. Που δεν είχα πάρει καμία προφύλαξη, ενώ είχα όλες τις βασικές παροχές. Σήμερα, δύο χρόνια μετά, εκείνη η διάρρηξη δεν επηρεάζει πια την καθημερινότητά µου. Όμως, πλέον η εξωτερική πόρτα κλειδώνει πάντα, το ίδιο και η είσοδος της πολυκατοικίας, ο σύρτης γυρνάει και ο συναγερμός ενεργοποιείται. Τουλάχιστον έτσι δεν μπορώ να πω πως δεν έκανα ό,τι μπορούσα για να προστατευτώ.
Crime me a river
Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του ευρωβαρόμετρου, οι Έλληνες πάσχουμε από ένα είδος εγκληματοφοβίας, γεγονός πολύ λογικό δεδομένου ότι ο αριθμός των διαρρήξεων και ληστειών στη χώρα έχει αυξηθεί πολύ. Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι, ενώ και μετά τα νέα στοιχεία οι δείκτες της εγκληματικότητας παραμένουν από τους πιο χαμηλούς στην Ευρώπη, ταυτόχρονα είμαστε οι πιο φοβισμένοι πολίτες της Ένωσης. Με άλλα λόγια, ειδικά τώρα πια επιβάλλεται να προσέχεις και να παίρνεις τα μέτρα σου τόσο στο σπίτι όσο και στο δρόμο – αλλά μην αφήσεις και τα τρομολαγνικά δημοσιεύματα να σε τρελάνουν.
68% από εσάς έχετε μείνει άγρυπνες επειδή ακούσατε ένα θόρυβο στο σπίτι.






0 ΣΧΟΛΙΑ