Αθάνατος: 20 χρόνια από τον θάνατο του Οδυσσέα Ελύτη!

Σαν σήμερα το 1996 έφυγε από τη ζωή ο νομπελίστας ποιητής, Οδυσσέας Ελύτης σε ηλικία 85 ετών. Είχε γεννηθεί στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 2 Νοεμβρίου 1911, καταγόταν από τη Λέσβο. Το πραγματικό του όνομα ήταν Οδυσσέας Αλεπουδέλης.
Μια παλιά συνέντευξη του Οδυσσέα Ελύτη επίκαιρη όσο ποτέ… Μια παλιά συνέντευξη του Οδυσσέα Ελύτη στον αείμνηστο Ρένο Αποστολίδη, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ελευθερία» στις 15 Ιουνίου του 1958, όπως τουλάχιστον είχε πει ο αξέχαστος Έλληνας ποιητής, δείχνει ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά.Οδυσσέας Ελύτης: «Ο Ελληνισμός επέτυχε ως Γένος αλλά απέτυχε ως κράτος»
Δείτε τι είχε πει τότε.
-Ζητείται η γνώμη σας κύριε Ελύτη, η εντελώς ανεπιφύλακτη και αδέσμευτη, επάνω σε ό,τι θεωρείτε ως κακοδαιμονία του τόπου. Από τι κυρίως πάσχουμε, τι πρωτίστως μας λείπει;
«Από τι πάσχουμε κυρίως; Θα σας πω αμέσως: Ασυμφωνία μεταξύ του πνεύματος της εκάστοτε ηγεσίας μας και του “ήθους” που χαρακτηρίζει το βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό του ελληνικού λαού, στο σύνολό του».
-Α! Αρχίσαμε!.. Μόνιμος, πλήρης και κακοήθης ασυμφωνία!..
«Βεβαίως! Αλλ’ αφήστε με να συνεχίσω: Αυτή η ασυμφωνία δεν είναι μια συγκεκριμένη κακοδαιμονία. Είναι όμως μια αιτία που εξηγεί όλες τις κακοδαιμονίες, μικρές και μεγάλες του τόπου αυτού. Από την ημέρα που έγινε η Ελλάδα κράτος, έως σήμερα, οι πολιτικές πράξεις θα έλεγε κανείς ότι σχεδιάζονται και εκτελούνται ερήμην των αντιλήψεων για τη ζωή, και γενικότερα των ιδανικών που είχε διαμορφώσει ο Ελληνισμός μέσα στην υγιή κοινοτική του οργάνωση και στην παράδοση των μεγάλων αγώνων για την ανεξαρτησία του. Η φωνή του Μακρυγιάννη δεν έχει χάσει, ούτε σήμερα ακόμη, την επικαιρότητά της.
Σημειώστε ότι δεν βλέπω το πρόβλημα από την αποκλειστική κοινωνική του πλευρά, ούτε κάμω δημοκοπία».
-Δημοκοπία ασφαλώς όχι. Πολιτική όμως ναι. Το εντοπίζετε δηλαδή κυρίως μέσα στο χώρο της πολιτικής ή κάνω λάθος; Στο κέντρο μάλιστα του δικού της χώρου. Εκεί μας πάει το πρόβλημα που θέσατε, των σχέσεων μεταξύ λαού και ηγεσίας.
«Μα ναι. Γιατί είναι βασικό, είναι “πρώτο” – κι ας είμαι ποιητής, εγώ που το λέω, μακριά πάντα από την “πολιτική”. Κοιτάξτε. Ο λαός αυτός, κατά κανόνα εκλέγει την ηγεσία του. Και όμως, όταν αυτή αναλάβει την ευθύνη της εξουσίας – είτε την αριστοκρατία εκπροσωπεί , είτε την αστική τάξη, είτε το προλεταριάτο – κατά ένα μυστηριώδη τρόπο αποξενώνεται από τη βάση που την ανέδειξε, και ενεργεί σαν να βρισκόταν στο Τέξας ή στο Ουζμπεκιστάν!»
-Στο Τέξας και στο Ουζμπεκιστάν; Ή μήπως θέλετε να πείτε: «…Σα να βρισκόταν στη χώρα του εκάστοτε ρυθμιστικού «ξένου παράγοντα»; Του εκάστοτε «προστάτη» μας; Μήπως εκεί ακριβώς βρίσκεται το κακό;
«Το είπα με τρόπο αλλά βλέπω ότι το θέλετε γυμνό. Και δεν έχω αντίρρηση να το πω φανερά και πιο έντονα: Ένας από τους κυριότερους παράγοντες των «παρεκκλίσεων» της ηγεσίας από το ήθος του λαού μας, είναι η εκ του αφανούς και εκ των έξω «προστατευτική» κατεύθυνση. Αποτέλεσμα και αυτό της απώλειας του έρματος «παράδοση». Αντιλαμβάνομαι ότι στην εποχή μας η αλληλεξάρτηση των εθνοτήτων είναι τόση που η πολιτική δεν μπορεί να αγνοήσει, ως ένα βαθμό, αυτό που θα λέγαμε «γενικότερη σκοπιμότητα». Όμως υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στην «προσαρμοστική πολιτική» και στη δουλοπρέπεια. Αυτό είναι το πιο ευαίσθητο σημείο του ελληνικού λαού., το «τιμιώτατόν» του! Και αυτό του καταπατούν συνεχώς, κατά τον εξοργιστικότερο τρόπο οι εκπρόσωποί του στην επίσημη διεθνή σκηνή!».
-Κι ο «επίσημος» όρος της δουλοπρέπειας αυτής, κύριε Ελύτη; Μήπως είναι υποκριτικότερος από το «προσαρμοστική πολιτική»; Εξοργιστικότερος;
«Δε μ’ ενδιαφέρει ο επίσημος όρος της δουλοπρέπειας. Μ’ ενδιαφέρει η ουσία. Κι εκείνο που ξέρω είναι ότι μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάσαμε σε κάτι που θα μου επιτρέψετε να ονομάσω «Ψευδοφάνεια». Έχουμε δηλαδή την τάση να παρουσιαζόμαστε διαρκώς διαφορετικοί απ’ ό,τι πραγματικά είμαστε. Και δεν υπάρχει ασφαλέστερος δρόμος προς την αποτυχία, είτε σαν άτομο σταδιοδρομείς είτε σαν σύνολο, από την έλλειψη γνησιότητας. Το κακά πάει πολύ μακριά. Όλα τα διοικητικά μας συστήματα, οι κοινωνικοί μας θεσμοί, τα εκπαιδευτικά μας προγράμματα, αρχής γενομένης από τους Βαυαρούς, πάρθηκαν με προχειρότατο τρόπο απ’ έξω και κόπηκαν και ράφτηκαν όπως-όπως επάνω σ’ ένα σώμα με άλλες διαστάσεις και άλλους όρους αναπνοής».
-Ώστε, λοιπόν, ζητάτε «δικούς μας όρους αναπνοής»!
«Και δεν πρόκειται βέβαια για προγονοπληξία. Τα λέω άλλωστε αυτά εγώ, που σ’ έναν τομέα όπως ο δικός μου, κήρυξα με φανατισμό την ανάγκη της επικοινωνίας μας με το διεθνές πνεύμα, και που σήμερα με εμπιστοσύνη αποβλέπω στη διαμόρφωση ενός ενιαίου ευρωπαϊκού σχήματος, όπου να έχει τη θέση της η Ελλάδα.
Με τη διαφορά ότι ο μηχανισμός της αφομοιώσεως των στοιχείων της προόδου πρέπει να λειτουργεί σωστά, και να βασίζεται σε μια γερή και φυσιολογικά ανεπτυγμένη παιδεία. Ενώ σε μας, όχι μόνο δε λειτουργεί σωστά, αλλά δεν υπάρχει καν ο μηχανισμός αυτός για να λειτουργήσει! Και με τη διαφορά ακόμη ότι, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, η ηγετικά μας τάξη, στο κεφάλαιο της ελληνικής παιδείας, έχει μαύρα μεσάνυχτα!
Κοιτάξτε με προσοχή τα έντυπα που εκδίδει η ίδια ή που προτιμά να διαβάζει, τα διαμερίσματα όπου κατοικεί, τις διασκεδάσεις που κάνει, τη στάση της απέναντι στη ζωή. Ούτε μια σταγόνα γνησιότητας. Πως λοιπόν να αναθρέψει σωστά τη νέα γενεά; Από τα πρώτα διαβάσματα που θα κάνει ένα παιδί ως τα διάφορα στοιχεία που θα συναντήσει στο καθημερινό του περιβάλλον, και που θα διαμορφώσουν το γούστο του, μια συνεχής και αδιάκοπη πλαστογραφία και τίποτε άλλο!
Θα μου πείτε: είσαι λογοτέχνης, καλαμαράς, και βλέπεις τα πράγματα από τη μεριά που σε πονάνε. Όχι, καθόλου! Και να μου επιτρέψετε να επιμείνω. Όλα τα άλλα κακά που θα μπορούσα να καταγγείλω – η έλλειψη ουσιαστικής αποκεντρώσεως, η έλλειψη προγραμματισμού για την πλουτοπαραγωγική ανάπτυξη της χώρας, ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο ασκείται η εξωτερική μας πολιτική – είναι ζητήματα βαθύτερης ελληνικής παιδείας! Από την άποψη ότι μόνον αυτή μπορεί να προικίσει ένα ηγέτη με την απαραίτητη ευαισθησία που χρειάζεται για να ενστερνισθεί, και αντιστοίχως να αποδώσει, το ήθος του λαού.
Γιατί αυτός ο λαός, που την έννοιά του την έχουμε παραμορφώσει σε σημείο να μην την αναγνωρίζουμε, αυτός έχει φτιάξει ό, τι καλό υπάρχει –αν υπάρχει κάτι καλό σ’ αυτόν τον τόπο! Και αυτός, στις ώρες του κινδύνου, και στο πείσμα της συστηματικής ηττοπάθειας των αρχηγών του, αίρεται, χάρις σ’ έναν αόρατο, ευλογημένο μηχανισμό, στα ύψη που απαιτεί το θαύμα!
Όσο λοιπόν και αν είναι λυπηρό, πρέπει να το πω: ο Ελληνισμός, για την ώρα, επέτυχε ως Γένος, αλλ’ απέτυχε ως Κράτος! Και παρακαλάω νύχτα-μέρα το Θεό, και το μέλλον να με διαψεύσουν»
Οδυσσέας Ελύτης: Ένα διαμάντι στη δικαιοσύνη του Ήλιου
Ήταν 10 Δεκεμβρίου του 1979, όταν o Οδυσσέας Ελύτης παρέλαβε το Νόμπελ Λογοτεχνίας από τα χέρια του Σουηδού βασιλιά Κάρολου Γουστάβου . Και μ’ εκείνη την καθιερωμένη, από το πρωτόκολλο, ελαφρά υπόκλιση ευγενείας, «ο ποιητής του Αιγαίου» ύψωνε την Ελλάδα στους γαλαξίες του λόγου.
Σήμερα, τριάντα τρία χρόνια από τότε, το όνομα «Ελύτης» αντιφεγγίζει στη γη της παγκόσμιας ποίησης. Δεκαέξι χρόνια μετά το θάνατό του, (18 Μαρτίου του 1996, από ανακοπή καρδιάς ) ο ποιητής είναι εδώ. Τραγουδιέται. Διαβάζεται. Μελετάται. Το όνομά του διαπέρασε το χρόνο: «Έχει κι θάνατος τη δικιά του Ερυθρά Θάλασσα» .
Ο κατά κόσμον Οδυσσέας Αλεπουδέλης, του Παναγιώτη και της Μαρίας Βρανά, με πατρική καταγωγή από την Παναγιούδα Λέσβου, γεννηθείς στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο Κρήτης, το τελευταίο παιδί από τα έξι της οικογένειας, ο γιός που αρνήθηκε να συνεχίσει το πατρικό εργοστάσιο σαπωνοποιίας και πυρηνελαιουργίας, πήρε δικό του όνομα για να πορευτεί στο δρόμο της ποίησης. Το «Ελύτης», γράφει ο μελετητής του Μάριο Βίτι, αποτελεί συνδυασμό της συλλαβής που προέρχεται από τις λέξεις «Ελλάδα», «Ελευθερία», «Ελένη» και της γενικής τοπωνυμικής κατάληξης των ονομάτων, όπως «Πολίτης» . Είναι ένας ιαμβικός τρισύλλαβος, με ένα υγρό «λ» και γοητευτικό μουσικό τονισμό.
«Το πραγματικό μου όνομα κουβαλούσε το βάρος μιας μικρής εμπορικής και βιομηχανικής φήμης που για όσους το έφεραν με υπερηφάνεια -και ήταν όλοι τους άνθρωποι που μόνη τους φιλοδοξία ήτανε το κέρδος – θα ήταν μεγάλη δυστυχία να το δούνε να ταυτίζεται με την υπόσταση ενός ποιητικού έργου παράξενου και ριψοκίνδυνου» εξηγεί στα κατοπινά χρόνια της καταξίωσής του ο ποιητής. Και συνεχίζει : «Πήρα ψευδώνυμο γιατί θάτανε ντροπή να φτιάξω ένα έργο για το οποίο αφιέρωνα όλες μου τις δυνάμεις, όλο μου το πάθος μου για την αφιλοκέρδεια και να το ταυτίσω, ύστερα, με ένα όνομα συνυφασμένο με ο, τι ατομικά εγώ μισώ, δηλαδή, το… πρακτικό πνεύμα, την εμπορική πίστη, τον άκρατο ωφελιμισμό» . (Συνέντευξη για την οικογένεια Αλεπουδέλη, ψηφιοθήκη Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης).
Ο Ελύτης δεν αρνήθηκε μόνο το κέρδος «κατ’ όνομα». Στα εφηβικά του χρόνια αρνήθηκε την υποδούλωση της πόλης των Αθηνών, όπου μετακόμισε η οικογένεια από το Ηράκλειο, γυρίζοντας όλα τα γύρω από την Αττική βουνά. Αρνήθηκε να παραδοθεί σε μια νευρασθένεια που ήθελε να τον καθηλώσει. Αρνήθηκε την παραδοσιακή ποίηση με τα γλυκερά ομοιοκατάληκτα, φλερτάροντας με τον ανατρεπτικό υπερρεαλισμό-αλλά χωρίς να του δοθεί ολοκληρωτικά. Αρνήθηκε να αξιοποιήσει επαγγελματικά τα φροντιστήρια Χημείας. Αρνήθηκε να τη καριέρα του δικηγόρου, παρ ότι γράφτηκε στη Νομική Αθηνών. Αρνήθηκε τα μετόπισθεν του Πολέμου, πολεμώντας στη ζώνη πυρός ως ανθυπολοχαγός στο Αλβανικό Μέτωπο. Αρνήθηκε να υποταχθεί σε ένα κοσμοπολίτικο ευρωπαϊσμό, αν και ταξίδεψε πολύ στην Ευρώπη, γνωρίζοντας στα καφέ του Παρισιού τους Γάλλους υπερρεαλιστές.
Η δόξα, που ήρθε το 1964 με την μελοποίηση του «’Αξιον Εστί» από τον Μίκη Θεοδωράκη και οι υποδοχή που είχαν τα προηγούμενα έργα του «Προσανατολισμοί», « Ήλιος ο Πρώτος», «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», «Η καλοσύνη στις λυκοποριές», δεν τον άλλαξαν.
Στην επτάχρονη χούντα απέφυγε, πάντως, να προχωρήσει σε δήλωση κατά της δικτατορίας αρκούμενος στην κυκλοφορία δυνατών, πράγματι, έργων συμβολισμού όπως : «Ήλιος ο ηλιάτορας», «Το φωτόδεντρο», αλλά και «Τα ρω του έρωτα», που είναι αλληγορικά και ριμαδόρικα τραγούδια με παιχνιδίσματα του στυλ «Θαύμασα τον Παρθενώνα/ και σε κάθε του κολόνα / βρήκα τον χρυσό κανόνα/ Όμως σήμερα το λέω/ βρίσκω το καλό κι ωραίο/ σε μία σπόρ Alfa Romeo» …
Η μεταπολίτευση του Κωνσταντίνου Καραμανλή του ανέθεσε την προεδρία του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης, στην οποία έμεινε για λίγους μήνες. Δεν δέχθηκε να γίνει βουλευτής Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας. Δεν αποδέχθηκε να αναγορευθεί ακαδημαϊκός. Συνέχισε την ποιητική γραφή μέχρι το τέλος της ζωής του, με κυριότερα δημιουργήματα «Τα ετεροθαλή», «Η Μαρία Νεφέλη», «Τρία ποιήματα σε σημαία ευκαιρίας», «Το μονόγραμμα», «Ο Μικρός ναυτίλος» .
Τιμήθηκε και βραβεύτηκε από πολλούς φορείς και Πανεπιστήμια της Ελλάδας και του κόσμου. Ταξίδεψε σε Ευρώπη και Αμερική τιμώμενος για το έργο του με το οποίο ανανέωσε την ποίηση . Ως το τέλος του ζούσε σε ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Σκουφά. Ο κομψός του λόγου, ο μεγάλος λυρικός και μεγάλος δραματικός. Ο μετατροπέας του στοχασμού σε γλώσσα συγκίνησης. Ο αλχημιστής του ηθικού και του φυσικού στοιχείου. Ο αρχαϊκός, αλλά και ο μοντερνιστής. Ο μυθοπλάστης και ο ιστορικός. Ο μάστορας της μεταφοράς και της παρομοίωσης.
«’Ένα διαμάντι μέσα στη Δικαιοσύνη του Ήλιου» … «Το παρείσακτο κυμάτισμα ενός τρυφερού ιδιωτικού Σεπτέμβρη» … «Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα» … «Εκείνοι που με λιθοβόλησαν δεν ζούνε πια. Με τις πέτρες τους έχτισα μια κρήνη» … «Έραβες φιόγκος προσμονής» … «Οι φωνές τους δεν είναι πια κουρέλια» … «Χρειάζονται αλήθειες, ακόμη και για να πεις ψέματα» … «Μες τους πολλούς γάμους των αρωμάτων οι αιμομιξίες πολλές» .
ΕΝ ΣΙΩΠΗ ΦΩΤΟΣ ΕΑΡΙΝΟΥ- Ο Ελύτης για την ελληνική γλώσσα
«Μου δόθηκε, αγαπητοί μου φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνο από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ’ όλα αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ’ ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικό-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου… Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως να αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι το μάκρος 25 αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην Ελληνική γλώσσα. Να το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα Ελληνική ποίηση».
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ:
Απίστευτο περιστατικό: Όταν η Βουγιουκλάκη πετούσε τασάκι στο κεφάλι συναδέλφου της!






0 ΣΧΟΛΙΑ