ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ Ελένη Μαγκλάρα: Η ρεμπέτισσα της Ευελπίδων μιλάει στη “NEWS” για τις μεγάλες αγάπες της!!!

Η ρεμπέτισσα της Ευελπίδων όταν αφήνει τις αίθουσες των δικαστηρίων πιάνει το μικρόφωνο και το μπαγλαμαδάκι της και «αγορεύει» λαϊκά και απαγορευμένα άσματα!
Της Μαρίας Κωφίδου
Η δικηγόρος Ελένη Μαγκλάρα είναι απόφοιτος της Νομικής σχολής Αθηνών με κατεύθυνση την εγκληματολογία-σωφρονιστική και ζει, όπως μας λέει, μια «υγιή σχιζοφρένεια»! Τη βρήκαμε στα δικαστήρια ως δικηγόρο και τη συναντήσαμε το βράδυ στο πάλκο του ιστορικού νυχτερινού μαγαζιού «Θέμιδα»! Η ρεμπέτισσα της Ευελπίδων μιλάει στη «News» για τις δύο μεγάλες της αγάπες και αναπόσπαστα κομμάτια της προσωπικότητάς της, τη νομική και τη μουσική!
Ασχολείστε επαγγελματικά τόσο με τη Νομική όσο και με το τραγούδι! Πώς προέκυψε αυτή η ανατρεπτική απόφαση;
Ποτέ δεν είχα σκεφτεί να ασχοληθώ επαγγελματικά με το τραγούδι, γιατί ήμουν πολύ ντροπαλό παιδί και δεν είχα καν εικόνα ότι μπορεί κάποτε να τραγουδήσω μπροστά σε κοινό… Η ανατροπή ήρθε στα 20 μου, όταν, φοιτήτρια της Νομικής Αθηνών πια, αποφάσισα να μάθω μπουζούκι τρίχορδο, γιατί η κιθάρα μου φαινόταν πολύ «αναμενόμενη» και κλασικά «γυναικεία», ενώ εγώ αρεσκόμουν ήδη σε πιο ρεμπέτικους δρόμους. Έτσι πήγα στην Πανεπιστημιακή Λέσχη της οδού Πανεπιστημίου για να ξεκινήσω μαθήματα. Στην πορεία άκουσαν τη φωνή μου και μου πρότειναν να τραγουδήσω και έτσι παράλληλα με τις σπουδές μου άρχισα να ασχολούμαι με το τραγούδι. Δούλεψα κατά καιρούς σε διάφορα ρεμπετάδικα και ταβερνάκια της Αθήνας.
Τι σας ώθησε στο ρεμπέτικο και στο παλιό λαϊκό ρεπερτόριο;
Γεννήθηκα στην Αθήνα από πατέρα Μανιάτη και μάνα Μικρασιάτισα, καταγωγές για τις οποίες είμαι υπερήφανη! Μεγάλωσα ακούγοντας σμυρναίικα τραγούδια από τη γιαγιά μου και ιστορίες από τη Μικρά Ασία. Το τραγούδι από την εφηβεία μου ήταν για εμένα κάτι ιερό και αφιέρωνα κάθε μέρα χρόνο τραγουδώντας μόνη μου παλιά λαϊκά, κυρίως Καζαντζίδη, που με συγκινούσε ιδιαίτερα -όπως και σήμερα άλλωστε- και αργότερα ρεμπέτικα τραγούδια, κυρίως προπολεμικά, όταν μπόρεσα να αντιληφθώ τη σπουδαιότητα και την αυθεντικότητά τους. Γιατί το ρεμπέτικο αποτελεί μια φιλοσοφία και έναν τρόπο ζωής που για να τα αισθανθείς πρέπει να έχεις αποκτήσει βιώματα.
Μιλάμε για δύο εκ διαμέτρου αντίθετες επαγγελματικές ασχολίες. Πώς είναι δυνατόν να συνυπάρξουν; Έχετε καταφέρει να βρείτε ισορροπίες;
Στην αρχή ένιωσα μέσα μου μια βαθιά σύγκρουση ανάμεσα στη Νομική και το τραγούδι, σύγκρουση της «συγκροτημένης» και «κατασκευασμένης» λογικής της νομικής επιστήμης με την «ατέρμονη» και «απείραχτη» φαντασία και εσωτερική αναζήτηση -συχνά «χωρίς όρια»- του τραγουδιού και της Τέχνης γενικότερα. Χρειάστηκα χρόνο για να τα τακτοποιήσω μέσα μου σε «κουτάκια», ώστε να συνυπάρχουν αρμονικά, πράγμα που σήμερα πια το έχω κατορθώσει 100%, και όχι μόνο: Το ένα συμπληρώνει το άλλο, η συνύπαρξή τους μου δημιουργεί αλλά και διατηρεί τις ισορροπίες μου και θεωρώ και τα δύο αναπόσπαστα μέρη της προσωπικότητάς μου.
Πείτε μας, αλήθεια, τι είναι για εσάς το τραγούδι και τι η δικηγορία. Τι σας προσφέρει το καθένα;
Χωρίς το τραγούδι θα ένιωθα κατάθλιψη και χωρίς τη δικηγορία θα ένιωθα ότι λείπει μια «σταθερά» από τη ζωή μου. Εξακολουθώ να βλέπω -και «θέλω» να βλέπω- τη δικηγορία λίγο ρομαντικά. Δηλαδή για εμένα εκτός της βιοποριστικής ανάγκης που μου καλύπτει είναι και ένα λειτούργημα -όπως εξυπακούεται ότι πρέπει να είναι-, που έχει σκοπό την εκπροσώπηση και υπεράσπιση του πολίτη, που είναι αναφαίρετο δικαίωμά του σε μια -φαινομενικά τουλάχιστον- δημοκρατική χώρα, άσχετα με το πώς αυτό λειτουργεί στην πράξη και πώς καταστρατηγείται εντέχνως. Το τραγούδι από την άλλη προϋποθέτει «ανοιχτή ψυχή», χωρίς «δήθεν» και επιτήδευση και χωρίς το φόβο να εκτεθείς, να εκφράσεις τα συναισθήματα των τραγουδιών, που συχνά άπτονται των δικών σου και στη συνέχεια μεταφέρονται στον ακροατή. Αυτή η συνεύρεση, που από μόνη της έχει και ένα ερωτικό στοιχείο ανάμεσα σε τραγουδιστή και κοινό, οδηγεί σε μια μέθεξη και σε ένα ταξίδεμα ψυχής, ένα σιγανό ψιθύρισμα, έναν χορό… Το τραγούδι είναι από μόνο του πολύ σοβαρή υπόθεση: Καθαρίζει την ψυχή από τον πόνο, το φόβο της σκληρής καθημερινότητας, την ερωτική απογοήτευση, τον ίδιο το θάνατο. Είναι το βάλσαμο που χρειάζεται κανείς για να ζήσει σε έναν κόσμο πεζό, χωρίς ρυθμό και μελωδικότητα, είναι ζωή. «Η ζωή χωρίς τη μουσική θα ήταν ένα λάθος», όπως λέει και ο Φρίντριχ Νίτσε.
Ποια στοιχεία εντοπίζετε ότι έχετε αφομοιώσει από το ένα επάγγελμα στο άλλο; Κατά πόσο υπάρχει μια αμφίδρομη επιρροή;
Η μία ενασχόληση έχει επηρεάσει την άλλη ως έναν βαθμό. Το τραγούδι με έχει κάνει πιο «ανθρώπινη» και λιγότερο «απρόσωπη» ως δικηγόρο, πράγμα που είναι άλλωστε και επιλογή μου, ενώ η δικηγορία με κάνει να νιώθω πιο «προστατευμένη» και «συνειδητοποιημένη» σαν τραγουδίστρια, χωρίς ποτέ να αισθάνομαι ότι είμαι κάτι «διαφορετικό» από τους άλλους. Απλώς έχω την πολυτέλεια να ασχολούμαι με δύο διαφορετικά πράγματα που αγαπώ. Δηλαδή βιώνω μια «υγιή σχιζοφρένεια», όπως την αποκαλεί κάποιος φίλος συγγραφέας.
Οι συνάδελφοί σας γνωρίζουν ότι ασχολείστε με το τραγούδι;
Οι συνάδελφοί μου γνωρίζουν ότι τραγουδάω και νομίζω ότι στην πλειοψηφία τους, αν και παραξενεύονται πολύ στην αρχή, χαίρονται γι’ αυτό και έρχονται συχνά να με ακούσουν. Όταν ανεβαίνω στο πάλκο, στην αρχή έχω πάντα τρακ και το ίδιο ακριβώς νιώθω και όταν αγορεύω στα δικαστήρια. Είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας, βλέπετε.
Ποιο τραγούδι θα αφιερώνατε στο Δικαστικό Σώμα;
Θα αφιέρωνα το τραγούδι «Κάηκε το Γαλαξίδι»… Όποιος το γνωρίζει καταλαβαίνει γιατί!
0 ΣΧΟΛΙΑ